Αλέξανδρος Πανούσης, Νομικός, ΔΝ
Περίληψη. Η θρησκευτικότητα της εκπαίδευσης αποτελεί ένα από τα βασικότερα πεδία της συζήτησης με θέμα την προσαρμογή της εκπαίδευσης σύμφωνα με τις επιταγές της σύγχρονης πολυπολιτισμικής κοινωνίας, ωστόσο, οι απόψεις που διατυπώνονται σχετικά, είναι πολλές, με αποτέλεσμα να προκαλούνται συγκρούσεις. Οι τελευταίες, ιδωμένες μέσα από τη συναφή νομολογία του ΕΔΔΑ, αποκαλύπτει ότι, ως έναν βαθμό, τα κράτη μέλη είτε δυσκολεύονται είτε αποτυγχάνουν σε κάποιες περιπτώσεις να εφαρμόσουν σωστά την ΕΣΔΑ, με αποτέλεσμα οι προσφεύγοντες να υφίστανται ανεπίτρεπτους περιορισμούς στα δικαιώματά τους, γεγονός που πρέπει να προβληματίσει, μα και να ενεργοποιήσει κάθε κράτος-μέλος σχετικά. Παράλληλα, βέβαια, δεν λείπουν και οι περιπτώσεις, όπου οι πολίτες αντιλαμβάνονται τα δικαιώματά τους ευρύτερα από ό,τι ισχύει στην πραγματικότητα, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα να μη συμμορφώνονται σχετικά, παρά μόνο όταν το ΕΔΔΑ απορρίψει την προσφυγή τους, επομένως ο σχετικός προβληματισμός θα πρέπει να περιλάβει όχι μόνο κάθε κράτος-μέλος θεσμικά, αλλά και τον κάθε πολίτη ατομικά.
Summary. The religiousness of education is one of the main areas of discussion on adapting the education according to the requirements of a modern multicultural society, however, the views expressed on, are many, and may result in conflicts. The latter, seen through the relevant case law of the ECtHR, shows that, to some extent, the Member States either have difficulties or fail in some cases to implement the Convention properly, resulting in unacceptable restrictions on applicants’ rights which should be of concern, but also to enable each Member State concerned. At the same time, of course, there are also cases where citizens understand their rights broader than the case in fact, which leads to non-compliance, unitl the ECtHR rejects their appeal, therefore every similar examination should include not only each Member State institutions, but also each citizen individually as well.
Λέξεις-κλειδιά. Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Εκπαίδευση, Θρησκεία.
Εισαγωγή. Ένα από τα ζητούμενα της σύγχρονης εκπαιδευτικής διαδικασίας είναι η εξισορρόπησή της μεταξύ πολλών επιμέρους αντίρροπων ιδεολογικών ρευμάτων, γεγονός που έχει ενεργοποιήσει ιδίως τα τελευταία χρόνια τη σχετική συζήτηση ανάμεσα σε συναρμόδιους φορείς, προς ανεύρεση λύσεων και υιοθέτηση πλαισίων που θα σέβονται τη διαφορετικότητα χωρίς να ταράσσουν την ομοιομορφία. Ειδικότερα, ξεχωριστή θέση στο συγκεκριμένο ζήτημα κατέχει η θρησκευτική διάσταση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, ως εκ τούτου, εν προκειμένω αποβλέπουμε στη συλλογή συναφών δικαστικών κρίσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής, ΕΔΔΑ), οι επιμέρους κρίσεις του οποίου αφενός μας διαφωτίζουν για συγκεκριμένες λύσεις σε ορισμένα ζητήματα και αφετέρου προλέγουν μεταρρυθμίσεις, όπου βέβαια κάτι τέτοιο κρίνεται απαραίτητο (Σαρμάς, 1994).
Προς την κατεύθυνση αυτή εξάλλου, η έρευνά μας δεν περιορίζεται στην Ελλάδα, αλλά επεκτείνεται και στα λοιπά κράτη-μέλη, δικαιοδοσίας του ΕΔΔΑ, τα οποία αντιμετώπισαν ζητήματα, σαν και αυτά που μας ενδιαφέρουν εδώ, με την προσδοκία η θεώρηση αυτή να προλάβει εγκαίρως ανάλογες δικαστικές διαμάχες και μέσα στη χώρα μας, όσο βέβαια το επιτρέπουν οι ομοιότητες επιμέρους περιστατικών.
Ορισμοί. Ξεκινώντας με ορισμένες διευκρινίσεις που κρίνονται απαραίτητες, πρέπει να σημειωθεί ότι με τη φράση «θρησκευτικότητα της εκπαίδευσης» δεν νοούνται εδώ ζητήματα θρησκευτικής εκπαίδευσης (π.χ. της εκκλησιαστικής: Κουτσογιάννης, 1980), αλλά τέτοια που ανακύπτουν κατά την εκπαιδευτική διαδικασία σε σχέση είτε με την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης (Μαρίνος, 1974) των συμμετεχόντων είτε με τη συναφή διαμόρφωση ενός εκπαιδευτικού περιβάλλοντος.
Επιπλέον, εξηγώντας την αναφορά σε εκπαίδευση εν γένει, χωρίς ειδικότερη διάκριση σε δημόσια ή ιδιωτική, γενική ή ειδική, βασική ή μέση ή ανώτερη, ο λόγος έγκειται στο γεγονός ότι τα δικαστικά δεδομένα δεν εμφανίζουν τέτοια μονομέρεια που θα επέτρεπε ολοκληρωμένη θέαση του ζητήματος κατ’ είδος, με δεδομένο ότι, όπως θα φανεί, οι αποφάσεις που μας απασχολούν καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα.
Περαιτέρω, ως προς την ταυτότητα των παραπάνω κρατών, πέραν της Ελλάδος, που θα εστιάσουμε εδώ, παρακάτω δεν μας απασχολούν μόνον εκείνα που είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και όσα έχουν επικυρώσει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), όθεν πηγάζει η αρμοδιότητα του ΕΔΔΑ να λύει διαφορές τους που άγονται ενώπιον του (Κοντιάδης & Αμιτσής, 1999), όπως συμβαίνει ιδίως με την Τουρκία και θα δούμε ειδικότερα στη συνέχεια, με δεδομένο ότι μερικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ που μας απασχολούν, αφορούν τη γείτονα.
Συμπληρωματικά προς τα παραπάνω, τονίζεται ότι, όπως η έρευνά μας δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένα κράτη, το ίδιο συμβαίνει και με τα θρησκεύματα, επομένως στη συνέχεια θα έχουμε την ευκαιρία να μιλήσουμε για το σύνολο των θρησκευτικών ομολογιών που απασχόλησαν το ΕΔΔΑ, γεγονός που θα μας επιτρέψει να μορφώσουμε σφαιρική άποψη για τη μεταχείριση σχετικών εκπαιδευτικών θεμάτων.
Κλείνοντας, δεδομένης της διαθέσιμης έκτασης προς εκπόνηση της παρούσας μελέτης, θα προβούμε σε έναν εύλογο αριθμητικό περιορισμό των αποφάσεων που θα εξεταστούν εδώ, χωρίς όμως έτσι να παραλειφθούν εκείνες που χαρακτηρίζονται «σταθμοί» για τη θρησκευτικότητα της εκπαίδευσης στην Ευρώπη, ή, αλλιώς, «οδηγοί» της βελτίωσης των εφαρμοστέων εκπαιδευτικών πλαισίων (Σωτηρέλης, 1998).
Εξάλλου, ο ερευνητικός αυτός προσανατολισμός εκτιμούμε ότι εξυπηρετείται πιο αποτελεσματικά και από την παράθεση των αποφάσεων κατά χρονολογική σειρά, γιατί έτσι θα μας επιτραπεί να συνάγουμε τη σχετική αφετηρία ανάλογων κρίσεων, την εξέλιξή της και φυσικά, την κατάληξή της σήμερα, η οποία αποτελεί έτσι το νομικό, αλλά και ιδεολογικό υπόβαθρο που θα στηρίξει και τις μέλλουσες κρίσεις.
Νομοθεσία. Πριν, όμως, προβούμε στην εξέταση καθεμιάς από τις αποφάσεις που αποτελούν το κύριο ερευνητικό μας αντικείμενο, κρίνεται απαραίτητη μια συνοπτική θεώρηση του νομικού πλαισίου, εντός του οποίου εγγράφεται η θρησκευτικότητα της εκπαίδευσης, τόσο σε εθνικό (ως προς την Ελλάδα), όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο, από τη σύνθεση των οποίων προκύπτει το πεδίο εφαρμογής της αρμοδιότητας του ΕΔΔΑ να επιλύει ζητήματα περί τη θρησκευτικότητα της εκπαίδευσης.
Πιο συγκεκριμένα, κάνοντας αρχή με το ελληνικό Σύνταγμα, κεφαλαιώδους σημασίας είναι το άρθρο 16§2, σύμφωνα με το οποίο «Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες», ο, δε, λόγος για αυτήν την «ανάπτυξη … θρησκευτικής συνείδησης» (Κόρσος, 1984) συμπληρώνεται κυρίως από τις διατάξεις των άρθρων 3§1 (Χρυσόγονος, 1999) που ορίζει ότι «Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, που γνωρίζει κεφαλή της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού, τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις. Είναι αυτοκέφαλη, διοικείται από την Ιερά Σύνοδο των εν ενεργεία Αρχιερέων και από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο που προέρχεται από αυτή και συγκροτείται όπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, με τήρηση των διατάξεων του Πατριαρχικού Τόμου της κθ’ (29) Ιουνίου 1850 και της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928», 13§1, που ορίζει ότι «Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός», 13§2, που ορίζει ότι «Κάθε γνωστή (Γιαννόπουλος, 1969) θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων. Η άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. Ο προσηλυτισμός (Πουλής, 2002) απαγορεύεται» κ.λπ. οι διατάξεις αυτές, δε, εμπλουτίζονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής, ΕΣΔΑ).
Αναλυτικότερα, το άρθρο 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ, το οποίο κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (ΦΕΚ Α/256/20-09-1974) ορίζει ότι «Ουδείς δύναται να στερηθεί του δικαιώματος όπως εκπαιδευθεί. Παν Κράτος εν τη ασκήσει των αναλαμβανομένων υπ’ αυτού καθηκόντων επί του πεδίου της μορφώσεως και της εκπαιδεύσεως θα σέβεται το δικαίωμα των γονέων όπως εξασφαλίζωσι την μόρφωσιν και εκπαίδευσιν ταύτην συμφώνως προς τα ιδίας αυτών θρησκευτικάς και φιλοσοφικάς πεποιθήσεις», οι οποίες με τη σειρά τους προστατεύονται από το άρθρο 9 της ΕΣΔΑ, το οποίο ορίζει (§1) ότι «Παν πρόσωπο δικαιούται εις την ελευθερίαν σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας, το δικαίωμα τούτο επάγεται την ελευθερία αλλαγής θρησκείας ή πεποιθήσεως, ως και την ελευθερίαν εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων μεμονωμένως, ή συλλογικώς δημόσια ή κατ’ ιδίαν, διά της λατρείας, της παιδείας και της ασκήσεως των θρησκευτικών καθηκόντων και τελετουργιών» και (§2) ότι «Η ελευθερία εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων δεν επιτρέπεται να αποτελέση αντικείμενον ετέρων περιορισμών πέρα των προβλεπομένων υπό του νόμου και αποτελούντων αναγκαία μέτρα, εν δημοκρατική κοινωνία διά την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της δημοσίας τάξεως, υγείας και ηθικής, ή την προάσπισιν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων», ενώ εξίσου σημαντικό για το θέμα μας είναι το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ που ορίζει ότι «Η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη παρούσει Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθή ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα (Κτιστάκις, 2006), περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως».
Συγκεφαλαιώνοντας τις διατάξεις που προηγήθηκαν, αφού προηγουμένως εξηγήσουμε ότι αποτελούν τις κύριες, αλλά όχι και τις μόνες πηγές του δικαίου που μας ενδιαφέρει εδώ, τα δικαιώματα, των οποίων η δικαστική τύχη μας απασχολεί στη συνέχεια, είναι ιδίως αυτά της εκπαίδευσης, της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης του σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής (κατά το μέρος που από αυτό πηγάζει η νομιμοποίηση των γονέων των μαθητών να μεριμνούν για τα δικαιώματα αυτών) και η απαγόρευση των διακρίσεων (Κυριαζόπουλος, 1999), η τυποποίηση των οποίων, ωστόσο, δεν καταλήγει μόνο σε συγκλίσεις, αλλά και σε αποκλίσεις, λαμβάνοντας π.χ. υπόψη την περίπτωση της χώρας μας, όπου, όπως είδαμε, η συνταγματική αναγνώριση επικρατούσας θρησκείας βαίνει παράλληλα με την κατοχύρωση της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης, γεγονός που σε επιφανείς περιπτώσεις (π.χ. μάθημα των Θρησκευτικών: Μπούμης, 2000) έχει εγείρει έντονες συζητήσεις αναφορικά με τη δυνατότητα πρακτικού συμβιβασμού μεταξύ των δύο πλαισίων χωρίς δυσανάλογους περιορισμούς, κάτι που έχει εν μέρει επιλυθεί με την πρόταση της διαφορετικής μεταχείρισης της επικρατούσας θρησκείας, καθόσον έτσι δεν θίγονται τα δικαιώματα των υπολοίπων γνωστών (κατά τα άνω) θρησκειών (Ανδρουτσόπουλος, 2010), όπως θα δούμε, όμως, σε αναφορά και με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η θρησκευτικότητα της εκπαίδευσης έχει πολλές ακόμη ιδιαιτερότητες.
Νομολογία. Στρέφοντας λοιπόν την προσοχή μας αρχικά στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ που εκδόθηκαν για ελληνικές υποθέσεις, διαπιστώνουμε ότι αριθμητικά είναι πολύ περιορισμένες σε σχέση με τις περιπτώσεις που κατά καιρούς ανακύπτουν στα εκπαιδευτικά πράγματα της χώρας, γεγονός που πρέπει να αποδοθεί είτε στην επίλυσή τους από τα εθνικά μας δικαστήρια είτε σε απροθυμία προσφυγής στο ΕΔΔΑ.
Ειδικότερα, στην υπόθεση Βαλσάμης κατά Ελλάδος που εκδόθηκε την 18-12-1996 (αριθμός προσφυγής 21787/1993), το ΕΔΔΑ κλήθηκε να κρίνει περί της παραβίασης ή μη, του άρθρου 9§1 της ΕΣΔΑ, του άρθρου 2 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (για το δικαίωμα των γονέων να ρυθμίζουν την εκπαίδευση των παιδιών τους σύμφωνα με τις θρησκευτικές κ.λπ. πεποιθήσεις τους – στο έξης, 2 Π.Π.), του άρθρου 3 (απαγόρευση βασανιστηρίων και απάνθρωπων ή εξευτελιστικών ποινών ή μεταχειρίσεων), 13 (δικαίωμα προσφυγής ενώπιον εθνικών αρχών) κ.λπ.
Σύμφωνα με το ιστορικό της υπόθεσης (Σιγάλας, 1997), αυτή αφορούσε έναν μαθητή ελληνικού σχολείου, στον οποίο επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή αποβολής από αυτό, λόγω μη συμμετοχής του σε σχολική παρέλαση, με την επίκληση των θρησκευτικών πεποιθήσεων των γονέων του (μάρτυρες του Ιεχωβά), σύμφωνα με τις οποίες είχε ανατραφεί και ο ίδιος, οπότε, αφού οι ενδιαφερόμενοι δεν πέτυχαν την ικανοποίηση των αιτημάτων τους ενώπιον αρμόδιων αρχών και δικαστηρίων στην Ελλάδα, προσέφυγαν στο ΕΔΔΑ, προβάλλοντας παραβιάσεις των άνω άρθρων ΕΣΔΑ.
Με τον τρόπο αυτό, κρίθηκε ότι το ΕΔΔΑ δεν είχε αρμοδιότητα να κρίνει τις αποφάσεις του Ελληνικού Κράτους για τη σχολική ζωή, ωστόσο εξέφρασε την έκπληξή του για το γεγονός ότι οι μαθητές ήταν δυνατόν να εξαναγκαστούν (Anagnostou & Psychogiopoulou, 2013) υπό την πίεση της αποβολής από το σχολείο, έστω και για μια μόλις ημέρα, να παρελάσουν εκτός των χώρων του σχολείου και μάλιστα σε ημέρα αργίας αυτού. Παρόλα αυτά, σε αναφορά είτε με την παρέλαση είτε και με πεποιθήσεις που συνδέονται με αυτή (Σωτηρέλης, 1995), κρίθηκε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του παραπάνω άρθρου, για το λόγο ότι ανάλογες εκδηλώσεις μνήμης εθνικών γεγονότων που εξυπηρετούνται με διάφορους τρόπους, ακόμη και με την παρουσία στρατιωτικών εκπροσώπων, δεν αλλάζουν τη φύση των παρελάσεων (ως εκδηλώσεων μνήμης), ενώ η υποχρέωση σχετικής συμμετοχής του μαθητή δεν στερεί στους γονείς του το δικαίωμα να τον ανατρέφουν σύμφωνα με τις πεποιθήσεις τους, ως εκ τούτου κρίθηκε ότι το ΕΔΔΑ δε νομιμοποιείται να αποφανθεί για τη σκοπιμότητα εκπαιδευτικών μεθόδων που κατά την άποψη των προσφευγόντων θα ήταν προτιμότερες για τη διαιώνιση της ιστορικής μνήμης που αφορά η παρούσα παρέλαση, ενώ η επιβληθείσα πειθαρχική ποινή κρίθηκε ότι δεν ήταν δυσανάλογη (Ορφανουδάκης, 2003) αφού επέφερε προσωρινό μονάχα σχολικό αποκλεισμό.
Περαιτέρω, ως προς τους ισχυρισμούς περί παραβίασης του άρθρου 9§1 της ΕΣΔΑ σε βάρος μόνον του μαθητή, το Δικαστήριο έκρινε ότι η υποχρέωση συμμετοχής στη σχολική παρέλαση δεν ήταν τέτοιας φύσης που να προσβάλει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, ενώ, όπως είδαμε νωρίτερα, ανάλογα έγιναν δεκτά και σχετικά με το δικαίωμα των γονιών να αναθρέψουν το παιδί τους σύμφωνα με τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, αλλά και σχετικά με τυχόν παραβίαση του άρθρου 3.
Σε αντίθεση όμως με τα παραπάνω, κρίθηκε ότι υπήρξε παραβίαση ως προς το άρθρο 13, καθώς ο προσφεύγων δεν μπόρεσε να επιτύχει δικαστική κρίση εθνικού δικαστηρίου που να δέχεται ότι η επιβληθείσα πειθαρχική ποινή της αποβολής από το σχολείο ήταν μη νόμιμη, στοιχείο που ήταν προαπαιτούμενο για την αξίωση αποζημίωσης, οπότε έτσι περιορίστηκαν μη νόμιμα τα σχετικά δικαιώματά του και με την αιτιολογία αυτή υπήρξε καταδίκη της Ελλάδας για μη περιουσιακή ζημία.
Την ίδια ημέρα που εκδόθηκε η προηγούμενη απόφαση, όμως (18-12-1996), εκδόθηκε και εκείνη που αφορούσε την υπόθεση Ευστρατίου κατά Ελλάδος (αριθμός προσφυγής 24095/1994), με ιστορικό, περιεχόμενο και τελική κατάληξη σχεδόν ταυτόσημα (Goldhaber, 2007), αφού και εδώ επρόκειτο για μαθητή που αρνήθηκε να λάβει μέρος σε σχολική παρέλαση επικαλούμενος τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των γονιών του (μάρτυρες του Ιεχωβά), σύμφωνα με τις οποίες είχε ανατραφεί κι ο ίδιος, με συνέπεια να αποβληθεί από το σχολείο για δύο ημέρες και εν συνεχεία για μια ακόμη ημέρα, οπότε και εδώ προβλήθηκαν ισχυρισμοί για παραβίαση των άρθρων 3, 9, 13 και 2 του Π.Π. της ΕΣΔΑ σε βάρος των δικαιωμάτων του προσφεύγοντα.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο, αφού απέρριψε τους ισχυρισμούς περί παραβίασης των λοιπών άρθρων αυτοτελώς, δέχτηκε πάλι ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 σε συνδυασμό με το ως άνω 2 και το 9 (όχι όμως και με το 3, σε αρμονία με την προηγούμενη απόφαση), άρα το βάρος και της παρούσας καταδίκης της Ελλάδας έπεσε στη θεσμική αστοχία για προσβολή της επιβληθείσας πειθαρχικής ποινής.
Κλείνοντας τις κατεξοχήν ελληνικές υποθέσεις με μια παρέκβαση από τη σχολική, στη στρατιωτική εκπαίδευση, στην υπόθεση Θλιμμένος κατά Ελλάδος (αριθμός προσφυγής 34369/1997, έκδοση απόφασης 06-04-2000) ο αιτών δικαστικής προστασίας ισχυρίστηκε (Baker, 2006) ότι η άρνηση των εθνικών αρχών να τον διορίσουν σε θέση ορκωτού λογιστή λόγω ποινικής καταδίκης του για απείθεια (λόγω άρνησής του για θρησκευτικούς λόγους, να φορέσει στρατιωτική στολή, στα πλαίσια της θητείας του) παραβίαζε τα άρθρα 9 και 14 της ΕΣΔΑ, ως και ότι η διαδικασία που είχε κινήσει ενώπιον του ΣτΕ, δεν διεξήχθη σύμφωνα με το άρθρο 6§1 (δικαίωμα στη χρήση και απονομή δικαιοσύνης), ενώ στις παρατηρήσεις που υπέβαλε σε απάντηση αυτών της Ελληνικής Κυβέρνησης, κατήγγειλε και παραβίαση του άρ. 1 του 1ου Π.Π.
Περαιτέρω και χωρίς να μας διαφεύγει ότι η συγκεκριμένη υπόθεση κατατάσσεται θεματικά σε εκείνες που αφορούν τους λεγόμενους «αντιρρησίες συνείδησης» που έχουν απασχολήσει επανειλημμένα τη νομική επιστήμη (Λυκοβαρδή, 2000), συγκρατούμε από τις κρίσεις της το θρησκευτικό μέρος εκείνων, σύμφωνα με το οποίο οι ισχυρισμοί του αιτούντα δικαστικής προστασίας πως η ποινική καταδίκη του για απείθεια που στη συνέχεια τον εμπόδιζε να διοριστεί ως ορκωτός λογιστής, επήλθε κατά παράβαση της θετικής υποχρέωσης του Κράτους να αναγνωρίζει δικαίωμα εναλλακτικής πολιτικής θητείας και επομένως κατά παράβαση του ως άνω άρθρου 9 περί δικαιώματος έκφρασης θρησκευτικών πεποιθήσεων, ναι μεν δεν κρίθηκε απαραίτητο να εξεταστούν αυτοτελώς σε σχέση με το άρθρο 9, αυτό όμως συνέβη, γιατί διαπιστώθηκε παραβίαση του άρθρου 14 (απαγόρευση διακρίσεων) σε συνδυασμό με το άρθρο 9 (άρα, κατά άρθρο 43 ΕΣΔΑ, δεν ήταν απαραίτητη η αυτοτελής εξέταση τυχόν παραβίασης του 9), με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να δεχθεί το επιχείρημα του αιτούντος ότι υπέστη ανεπίτρεπτη διάκριση κατά την άσκηση του δικαιώματος ελευθερίας της θρησκείας του (μάρτυρας του Ιεχωβά) με το να αντιμετωπιστεί όπως κάθε άλλο πρόσωπο καταδικασθέν για κακούργημα, παρότι η δική του καταδίκη ήταν αποτέλεσμα της ίδιας της άσκησης της εν λόγω ελευθερίας, καταλήγοντας στη δικαίωση του αιτούντος, στην επιδίκαση αποζημίωσης αυτού για ηθική ζημία κ.λπ.
Συνεχίζοντας σε ζητήματα με ελληνικό ενδιαφέρον, αλλά αυτή τη φορά στην Κύπρο, στις 10-05-2001 εκδόθηκε η απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Κύπρος κατά Τουρκίας (αριθμός προσφυγής 25781/1994), όπου η αιτούσα δικαστικής προστασίας πρόβαλε ισχυρισμούς (Özersay & Gürel, 2008) περί σε βάρος της παραβίασης από την καθ’ ης, των ακόλουθων άρθρων της ΕΣΔΑ: (α) Σε αναφορά με τους αγνοούμενους Ελληνοκυπρίους και τους συγγενείς τους, 2 (δικαίωμα στη ζωή), 5 (δικαίωμα ελευθερίας και ασφάλειας), 3 (απαγόρευση απάνθρωπης και ταπεινωτικής μεταχείρισης), (β) σε αναφορά με τα εκτοπισμένα πρόσωπα, 8 (δικαίωμα σεβασμού ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής), 1 του 1ου Π.Π. (προστασία περιουσίας), 13 (δικαίωμα πραγματικής προσφυγής) και (γ) σε αναφορά με τις βιοτικές συνθήκες των Ελληνοκυπρίων της Καρπασίας, 9 (ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, καθώς οι περιορισμοί μετακινήσεων εμπόδισαν τη συμμετοχή στην οικεία λατρευτική ζωή), 10 (ελευθερία έκφρασης, καθώς τα σχολικά βιβλία στη Βόρεια Κύπρο υπέστησαν ανεπίτρεπτη λογοκρισία), 2 Π.Π. (δικαίωμα στην εκπαίδευση, ελλείψει υποδομών) κ.λπ.
Επί των ισχυρισμών περί παραβίασης των παραπάνω άρθρων (ως και άλλων που για λόγους συστηματικούς παραλείπουμε εδώ) το Δικαστήριο έκρινε ότι σχετικά με τα υπό στοιχείο γ’ πρόσωπα υπήρξε παραβίαση του άρθρου 9 και σε άμεση συνάφεια, του 10, λόγω υπέρμετρης λογοκρισίας σχολικών βιβλίων και λοιπών εντύπων (μεταξύ των οποίων και θρησκευτικού περιεχομένου), επομένως από την παρούσα απόφαση, κατά το μέρος που οι κρίσεις της εμπίπτουν στα ενδιαφέροντα της παρούσας μελέτης (καθώς το συνολικό της περιεχόμενο μας υπερβαίνει, αναγόμενη στη διελκυστίνδα του Κυπριακού Ζητήματος), συγκρατούμε ότι το ΕΔΔΑ δέχτηκε, αναφορικά με ένα περιβάλλον σχεδόν καθολικής παραβίασης της ΕΣΔΑ, παράβαση και της θρησκευτικής διάστασης της εκπαίδευσης στην Κύπρο, κατά τα ανωτέρω.
Συνεχίζοντας με μια άλλη υπόθεση που κρίθηκε, όπως αυτή της Κύπρου, ενώπιον ευρείας σύνθεσης (Grand Chamber) του ΕΔΔΑ και δη, των Folgerø κ.λπ. κατά Νορβηγίας (αριθμός προσφυγής 15472/2002), η οικεία απόφαση που εκδόθηκε την 29-06-2007 αφορούσε (Tempermann, 2010) μια αλλαγή στο σχολικό πρόγραμμα των δημοτικών σχολείων της Νορβηγίας, με αποτέλεσμα, δύο διαφορετικά, μέχρι τότε, διδακτέα αντικείμενα, ο Χριστιανισμός και η Φιλοσοφία της Ζωής, να αντικατασταθούν από ένα ενιαίο μάθημα για τον Χριστιανισμό, τη θρησκεία και τη φιλοσοφία (KRL). Αντιδρώντας σχετικά, οι προσφεύγοντες, μέλη της Νορβηγικής Ουμανιστικής Ένωσης, κατέβαλαν προσπάθειες, ώστε τα παιδιά τους να απαλλαγούν από το KRL, χωρίς, όμως, να το πετύχουν, με συνέπεια, η διαφορά να καταλήξει προς επίλυση ενώπιον του ΕΔΔΑ, όπου οι προσφεύγοντες ισχυρίστηκαν ότι η άρνηση των κρατικών αρχών της Νορβηγίας να αναγνωρίσουν το δικαίωμα απαλλαγής των μαθητών που υπέβαλαν το σχετικό αίτημα, τους εμπόδισε να απολαύσουν αρμονικά το δικαίωμά τους για εκπαίδευση σύμφωνη με τις θρησκευτικές και φιλοσοφικές τους πεποιθήσεις, κατά ευθεία παράβαση, άρα, του άρθρου 2 Π.Π. (και έμμεσα, του άρθρου 9).
Εκτιμώντας, λοιπόν, τους ισχυρισμούς των διαδίκων, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι υπήρξε πράγματι παραβίαση του δικαιώματος των εν λόγω μαθητών στην εκπαίδευση, θεωρώντας ειδικότερα ότι το νέο πρόγραμμα του μαθήματος KRL έδινε έμφαση στον Χριστιανισμό, αφού τόσο η πρωτοβάθμια, όσο και ο πρώτος κύκλος της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης απέβλεπαν στην παροχή χριστιανικής και ηθικής παιδείας στους μαθητές, οπότε στη συνέχεια κρίθηκε ότι ακόμη και το πλαίσιο μερικής απαλλαγής από το μάθημα θα μπορούσε να επιβαρύνει σημαντικά τους ενδιαφερόμενους γονείς και ως εκ τούτου, να τους υποβάλει σε αδικαιολόγητο κίνδυνο έκθεσης της ιδιωτικής τους ζωής, ενώ δεν αποκλείστηκε και το ενδεχόμενο, ενώπιον της προοπτικής σχετικής σύγκρουσης, οι γονείς να αποτραπούν ολοσχερώς από το να ζητήσουν την υπό συζήτηση απαλλαγή από το μάθημα, υφιστάμενοι έτσι απόλυτη παραβίαση των σχετικών δικαιωμάτων τους. Καταλήγοντας, το ΕΔΔΑ έκρινε επιπλέον ότι η παραπάνω μεταχείριση δεν ήταν σύμφωνη και με το σκεπτικό εισαγωγής του νέου μαθήματος, δηλαδή της από κοινού διδασκαλίας του Χριστιανισμού και όλων των λοιπών θρησκειών και φιλοσοφιών, με σκοπό τη δημιουργία ενός σχολικού περιβάλλοντος ανοιχτού και προσβάσιμου για όλους τους μαθητές, με βάση τις αρχές του πλουραλισμού και της αντικειμενικότητας που προστατεύει το άρθρο 2 Π.Π.
Λίγους μήνες μετά, στις 09-10-2007, εκδόθηκε η απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Hasan & Eylem Zengin κατά Τουρκίας (αριθμός προσφυγής 1448/2004), στην οποία εντοπίζουμε ομοιότητες με την αμέσως προηγούμενη απόφαση που αφορούσε τη Νορβηγία. Ειδικότερα, σύμφωνα με το οικείο ιστορικό (Akbulut & Usal, 2008), το 2001 ο πρώτος εδώ προσφεύγων ζήτησε, ως γονέας, να απαλλαγεί η κόρη του (δεύτερη προσφεύγουσα), η οποία ήταν εγγεγραμμένη σε δημόσιο σχολείο της Κωνσταντινούπολης, από το μάθημα Θρησκευτικού Πολιτισμού και Ηθικής Παιδείας, τονίζοντας ότι η οικογένειά του ανήκε στη θρησκευτική κοινότητα των Αλεβιτών (συνιστά ετερόδοξο μειονοτικό σκέλος του Ισλάμ), ωστόσο η προσπάθειά του απέτυχε ενώπιον και του ΣτΕ, παρότι οι προσφεύγοντες κατήγγειλαν τον τρόπο, με τον οποίο διδασκόταν η θρησκευτική και ηθική παιδεία και ο οποίος διακρινόταν για την εξύμνηση της σουνιτικής αντίληψης για την ισλαμική πίστη και παράδοση, χωρίς να παρέχονται αναλυτικές διδακτικές πληροφορίες και για τις υπόλοιπες θρησκείες.
Κατόπιν αυτών, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του 2 Π.Π. (δικαίωμα στην εκπαίδευση), καθώς μελετώντας τις κατευθυντήριες του τουρκικού Υπουργείου Παιδείας για το εν λόγω μάθημα, αλλά και τα αντίστοιχα σχολικά εγχειρίδια, διαπίστωσε ότι πράγματι δινόταν μεγαλύτερη βαρύτητα στη γνώση του Ισλάμ παρά στις υπόλοιπες πεποιθήσεις, παράλληλα δε, παρεχόταν εξειδικευμένη διδασκαλία επί των θεμελιωδών αρχών της μουσουλμανικής θρησκείας, συμπεριλαμβανομένων και των πολιτιστικών εθίμων της, από την οποία ναι μεν προβλεπόταν δικαίωμα απαλλαγής για χριστιανούς και Εβραίους μαθητές, όχι όμως και για τους μουσουλμάνους, στους οποίους περιλαμβάνονταν και οι Αλεβίτες, όπως δηλαδή ήταν και οι προσφεύγοντες.
Επιπλέον, εξ απόψεως του άρθρου 46 της ΕΣΔΑ (υποχρεωτική ισχύς και εκτέλεση των αποφάσεων) το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η παράβαση που διαπιστώθηκε, πήγαζε από ένα πρόβλημα που σχετιζόταν με την υλοποίηση του προγράμματος θρησκευτικής διδασκαλίας στην Τουρκία και την παράλληλη απουσία ενδεδειγμένων μέσων για την διασφάλιση του οφειλόμενου σεβασμού στις πεποιθήσεις των γονέων των μαθητών, ως εκ τούτου η σχετική κρίση επισήμανε ότι η συμμόρφωση του τουρκικού εκπαιδευτικού συστήματος με το 2 Π.Π., θα ήταν ιδανικός τρόπος επανόρθωσης.
Αλλάζοντας περιβάλλον, στις 04-12-2008 εκδόθηκε η απόφαση του ΕΔΔΑ για την υπόθεση Dogru κατά Γαλλίας (αριθμός προσφυγής 27058/2005), σύμφωνα με το ιστορικό της οποίας (Pei, 2013), η αιτούσα, 11 ετών, μουσουλμάνα στο θρήσκευμα, το 1999 ξεκίνησε να φορά μαντήλα στο σχολείο, με αποτέλεσμα, σε επτά διαφορετικές περιπτώσεις τον Ιανουάριο του ίδιου έτους, να προσέλθει στο μάθημα της φυσικής αγωγής και σε άλλες αθλητικές δραστηριότητες φορώντας τη μαντήλα και αρνούμενη να τη βγάλει, γεγονός που οδήγησε το δάσκαλό της να της εξηγήσει ότι η εμφάνιση αυτή δε συμβαδίζει με τις παραπάνω δραστηριότητες, ωστόσο, δεδομένου ότι η μαθήτρια δεν άλλαξε στάση, ο δάσκαλος έστειλε αναφορές στον προϊστάμενό του, στη συνέχεια, δε, το Φεβρουάριο του ίδιου έτους το πειθαρχικό συμβούλιο του σχολείου αποφάσισε να αποβάλει τη μαθήτρια λόγω παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας, εξαιτίας της μη ενεργής συμμετοχής της στις ανωτέρω δραστηριότητες.
Όταν το θέμα έφτασε στο ΕΔΔΑ, αυτό έκρινε αρχικά ότι η απαγόρευση χρήσης της μαντήλας κατά τη διάρκεια αθλητικών σχολικών δραστηριοτήτων συνιστά περιορισμό του δικαιώματος ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης της αιτούσας, ως εκ τούτου στη συνέχεια σταθμίστηκε η νομιμότητα του εν λόγω περιορισμού βάσει ειδικότερων κριτηρίων. Συγκεκριμένα, το ΕΔΔΑ επισήμανε ότι οι εθνικές αρχές δικαιολόγησαν τα μέτρα που λήφθηκαν σε βάρος της μαθήτριας, (α) στο καθήκον επιμέλειας, (β) στους τηρητέους κανόνες ασφαλείας και (γ) στη δέουσα αθλητική περιβολή, πάνω στη βάση αυτή, δε, σημειώθηκε πως η οικεία εθνική νομοθεσία προέβλεπε κυρωτικούς κανόνες για αντίστοιχες παραβάσεις, σε αντίθεση με ό,τι ισχυριζόταν η αιτούσα (ότι δηλαδή η ποινή που της επιβλήθηκε, περιόριζε τη θρησκευτική της ελευθερία κατά τρόπο που δεν πρόβλεπε ο νόμος) και παράλληλα επισημάνθηκε ότι η θρησκευτική ελευθερία, εκφραζόμενη στη σφαίρα όχι μόνο του ιδιωτικού βίου, αλλά και σε αυτήν του δημόσιου, υπόκειται σε σύμμετρους περιορισμούς στα πλαίσια μιας δημοκρατικής κοινωνίας, για να επιτυγχάνεται ομαλή συνύπαρξη όλων των θρησκειών και ο σεβασμός δικαιωμάτων των άλλων, όπως η δημόσια ασφάλεια, άρα οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν εν προκειμένω, είχαν αυτά τα χαρακτηριστικά, άρα ήταν σύννομοι, αφού δεν έθιξαν τον πυρήνα του δικαιώματος, μα μέρος αυτού που κρίθηκε αναγκαίο και έτσι η προσφυγή κρίθηκε απορριπτέα για παραβίαση του άρθρου 9 και απαράδεκτη για τυπικούς λόγους, ως προς το δικαίωμα για εκπαίδευση.
Σε ανάλογο πνεύμα, την ίδια ημέρα (04-12-2008) εκδόθηκε και η απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Kervanci κατά Γαλλίας (αριθμός προσφυγής 31645/2004) με περιεχόμενο όμοιο με την προηγούμενη υπόθεση. Ειδικότερα (Edmunds, 2013), η αιτούσα, όντας 12 ετών, είχε εγγραφεί το σχολικό έτος 1998-1999 σε δημόσιο κολλέγιο (το ίδιο με αυτό της υπόθεσης Dogru) και σε δέκα περιπτώσεις τον Ιανουάριο του 1999 προσήλθε στο μάθημα της φυσικής αγωγής φορώντας μαντήλα και αρνούμενη να την αφαιρέσει, παρά την ενημέρωση και τις παραινέσεις του δασκάλου της σχετικά, οπότε στις 11 Φεβρουαρίου το σχολικό πειθαρχικό συμβούλιο απέκλεισε τη μαθήτρια από το εν λόγω μάθημα λόγω αποτυχίας της να τηρήσει τους κανόνες παρακολούθησής του, με αποτέλεσμα η μαθήτρια να προσβάλει τη σχετική απόφαση στο αρμόδιο δευτεροβάθμιο όργανο, χωρίς όμως να αλλάξει η αρχική απόφαση, για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν νωρίτερα και δη, στην υπόθεση Dogru, με τη συνέχεια να είναι ανάλογη στα εθνικά δικαστήρια της Γαλλίας, παρά τους ισχυρισμούς της αιτούσας ότι εμποδίζεται να συνεχίσει την εκπαίδευσή της στο σχολείο και ότι παραβιάζεται η ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης και έκφρασης αυτής.
Η συνέχεια δόθηκε ενώπιον του ΕΔΔΑ, το οποίο με τρόπο ταυτόσημο με πριν έκρινε ότι οι όποιοι περιορισμοί επιβλήθηκαν στα δικαιώματα εκπαίδευσης και ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης της προσφεύγουσας ήταν απολύτως αναγκαία για την αρμονική λειτουργία μιας δημοκρατικής κοινωνίας που επιτάσσει το σεβασμό των δικαιωμάτων των άλλων και επομένως, σύννομα, ως εκ τούτου η σχετική προσφυγή απορρίφθηκε, αφού οι περιορισμοί δικαιωμάτων κρίθηκαν σύμμετροι.
Σε άμεση συνάφεια με τις υποθέσεις Dogru και Kervanci, στις 30-06-2009 εκδόθηκε η απόφαση του ΕΔΔΑ επί των προσφυγών για την υπόθεση Aktas κ.λπ. κατά Γαλλίας, σύμφωνα με το ιστορικό της οποίας (Çınar, 2008) έξι μαθητές αποβλήθηκαν από το σχολείο τους, επειδή φορούσαν σύμβολα που φανέρωναν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Συγκεκριμένα, κατά το σχολικό έτος 2004-2005, οι μαθητές αυτοί, σε διαφορετικά δημόσια σχολεία, την πρώτη τους ημέρα στο σχολείο εμφανίστηκαν, σύμφωνα με τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις (μουσουλμάνοι), φορώντας μαντήλα ή κάποιο άλλο μαντήλι (τα κορίτσια) και «keski» (τα αγόρια), δηλαδή, ένα είδος τουρμπανιού. Όταν οι μαθητές αρνήθηκαν να αφαιρέσουν αυτά τα αντικείμενα, δεν τους επιτράπηκε να εισέλθουν στους χώρους διδασκαλίας τους και αφού μεσολάβησε ένα διάστημα επαφών με τις οικογένειες, οι μαθητές αποβλήθηκαν λόγω παράβασης του Εκπαιδευτικού Κώδικα, οπότε η διαφορά ήχθη ενώπιον του ΕΔΔΑ, όπου οι προσφεύγοντες κατήγγειλαν την απαγόρευση των συμβόλων ως παραβίαση του άρθρου 9.
Με τα δεδομένα αυτά υπόψη, το ΕΔΔΑ κήρυξε τις προσφυγές των μαθητών απαράδεκτες ως προφανώς αβάσιμες, κρίνοντας ότι η παρέμβαση στην από μέρους των μαθητών άσκηση του δικαιώματός τους να εκδηλώνουν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις προβλεπόταν από το νόμο και εξυπηρετούσε το θεμιτό στόχο της προστασίας δικαιωμάτων ελευθεριών των άλλων, ως κι αυτής ακόμη της δημόσιας τάξης, ο, δε, ρόλος του Κράτους σε ανάλογες περιπτώσεις είναι να οργανώνει με τρόπο ουδέτερο και αμερόληπτο των άσκηση των διαφόρων θρησκειών, ως εκ τούτου, ακόμη και η ποινή της οριστικής αποβολής των μαθητών που επέδειξαν την παραπάνω συμπεριφορά, κρίθηκε ότι δεν ήταν δυσανάλογη με τους επιδιωκόμενους σκοπούς, δεδομένου ότι οι μαθητές είχαν τη δυνατότητα να συνεχίσουν τη φοίτησή τους μέσω εξ αποστάσεως μαθημάτων, αφήνοντας έτσι άθικτα τα δικαιώματά τους για ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης, ως και για παροχή ανάλογης εκπαίδευσης.
Λίγους μήνες μετά, στις 03-11-2009 εκδόθηκε η απόφαση του ΕΔΔΑ για την υπόθεση Lautsi κατά Ιταλίας (αριθμός προσφυγής 30814/2006), η οποία είναι η επιφανέστερη δικαστική απόφαση που μας ενδιαφέρει εδώ, όπως φαίνεται κατωτέρω.
Ειδικότερα (Beaman, 2012-2013), η προσφεύγουσα, μητέρα δύο μαθητών σε δημόσιο σχολείο της Ιταλίας, έχοντας υπόψη τη σχολική πρακτική απεικόνισης του Εσταυρωμένου στις σχολικές αίθουσες, εξέφρασε τον προβληματισμό της σε μια συνάντηση Γονέων και Κηδεμόνων το 2002, για το κατά πόσον κάτι τέτοιο συμβαδίζει με την οφειλόμενη κρατική ουδετερότητα, ιδίως από τη στιγμή που δικαστική απόφαση στην Ιταλία το 2000 είχε κρίνει ότι η απεικόνιση του Εσταυρωμένου σε αίθουσες που λειτουργούν ως εκλογικά τμήματα, ερχόταν σε αντίθεση με την αυτή κρατική ουδετερότητα. Το Μάιο του ίδιου έτους (2002) η διοίκηση του σχολείου αποφάσισε να διατηρήσει τον Εσταυρωμένο στις αίθουσες, οπότε τον Ιούλιο η προσφεύγουσα πρόσβαλε την απόφαση αυτή στα εθνικά διοικητικά δικαστήρια της Ιταλίας επικαλούμενη παραβίαση της οφειλόμενης κρατικής ουδετερότητας (άρθρα 3 και 19 Ιταλικού Συντάγματος) με αίτημα η υπόθεση να αναφερθεί και στο Συνταγματικό Δικαστήριο της Ιταλίας, της οποίας το Υπουργείο Παιδείας εξέδωσε εγκύκλιο για το ζήτημα τον Οκτώβριο υπεραμυνόμενη της απεικόνισης του Εσταυρωμένου βάσει κείμενης κρατικής νομοθεσίας, ενώ λύση δεν έδωσε ούτε το Συνταγματικό Δικαστήριο, κηρύσσοντας εαυτό αναρμόδιο, ως εκ τούτου το Μάρτιο του 2005 το παραπάνω διοικητικό δικαστήριο απέρριψε την αίτηση της προσφεύγουσας, με το σκεπτικό ότι ο Εσταυρωμένος δεν είναι απλώς θρησκευτικό, αλλά και εθνικό σύμβολο της Ιταλικής ιστορίας και κουλτούρας και επομένως, της εθνικής ταυτότητας, ως και των αρχών της ισότητας, της ελευθερίας και της ανεκτικότητας του κράτους.
Αφού το αποτέλεσμα αυτό δεν άλλαξε και στους υπόλοιπους δικαιοδοτικούς βαθμούς στην Ιταλία, η υπόθεση ήχθη ενώπιον του ΕΔΔΑ, όπου η προσφεύγουσα επικαλέστηκε παραβίαση του δικαιώματος εκπαίδευσης σύμφωνα με τις θρησκευτικές αντιλήψεις καθενός (2 Π.Π.), ως και αυτού της ελευθερίας θρησκευτικής συνείδησης, οπότε το ΕΔΔΑ έκρινε ότι ο Εσταυρωμένος αποτελεί ένα σύμβολο που εμπεριέχει μια σειρά νοημάτων, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει το θρησκευτικό, ενώ διαθέτει και τα γνωρίσματα του «ισχυρού εξωτερικού συμβόλου» (υπόθεση Dahlab κατά Ελβετίας) όσον αφορά τον αντίκτυπό του στα παιδιά-μαθητές, κάποιοι από τους οποίους μπορεί να ενθαρρυνθούν, ενώ κάποιοι άλλοι, να αποθαρρυνθούν στη θέα του, άρα η οφειλόμενη κρατική ουδετερότητα δεν πρέπει να περιορίζεται στην παροχή θρησκευτικής εκπαίδευσης, αλλά και σε συναφείς με αυτήν πρακτικές, όπως εν προκειμένω, επομένως στην παρούσα περίπτωση κρίθηκε ότι παραβιάστηκαν τα προαναφερθέντα άρθρα της ΕΣΔΑ, με αποτέλεσμα να δικαιωθεί η προσφεύγουσα.
Προτού, όμως, δούμε τη συνέχεια της υπόθεσης Lautsi που δόθηκε το 2011, ενδιάμεσα, στις 15-06-2010 εκδόθηκε η απόφαση του ΕΔΔΑ για την υπόθεση Grzelak κατά Πολωνίας (αριθμός προσφυγής 7710/2002), όπου οι δύο πρώτοι προσφεύγοντες, αγνωστικιστές, γονείς του τρίτου προσφεύγοντος, μαθητή, υπέδειξαν στο παιδί τους να μην παρακολουθεί το μάθημα των Θρησκευτικών, παράλληλα, δε, οι γονείς ζητούσαν συστηματικά από τη διεύθυνση του σχολείου να παράσχει στο παιδί τους, αντί του άνω μαθήματος, μια σειρά μαθημάτων ηθικού περιεχομένου, ωστόσο καθ’ όλη τη διάρκεια της φοίτησης του μαθητή στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, δεν παρασχέθηκε σε αυτόν κανένα τέτοιο μάθημα, διότι ο αριθμός των ενδιαφερόμενων μαθητών δεν ήταν επαρκής προς τούτο, με συνέπεια οι προσφεύγοντες να καταγγείλουν τη δυσμενή διάκριση που προέκυπτε από την απουσία μαθήματος ηθικής, ως και από την απουσία βαθμολογίας στον έλεγχο του μαθητή.
Εκτιμώντας τα στοιχεία της υπόθεσης, το ΕΔΔΑ κήρυξε απαράδεκτη την προσφυγή, κατά το μέρος που αφορούσε ατομικά τους γονείς, αλλά έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 14 (απαγόρευση διακρίσεων) σε συνδυασμό με το άρθρο 9 όσον αφορά το παιδί τους (μαθητής), επισημαίνοντας ειδικότερα ότι η απουσία βαθμολογίας στο πεδίο «Θρησκευτικά/Ηθική» των ελέγχων προόδου του και μάλιστα, σε όλη τη διάρκεια της φοίτησής του, συνιστούσε αδικαιολόγητο στιγματισμό του, κατά παράβαση του δικαιώματός του να μην εκδηλώνει τη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις του, επομένως κρίθηκε ότι η θρησκευτικότητα της παρασχεθείσας εκπαίδευσης δεν συμβάδιζε με τους ορισμούς της ΕΣΔΑ, δικαιώνοντας έτσι τον 3ο προσφεύγοντα.
Λίγους μήνες μετά, όμως και συγκεκριμένα, στις 18-03-2011 γράφτηκε ο επίλογος στην υπόθεση Lautsi κατά Ιταλίας, καθώς μετά από έφεση της αρχικής απόφασης από μέρους της Ιταλικής Κυβέρνησης, η ένδικη διαφορά οδηγήθηκε προς επίλυση από Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης του ΕΔΔΑ (Grand Chamber), οι κρίσεις του οποίου αναδεικνύουν το βάθος των θεμάτων της θρησκευτικότητας της εκπαίδευσης.
Πιο συγκεκριμένα και αφού από την έκδοση της αρχικής απόφασης είχαν μεσολαβήσει έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό της Ιταλίας (οι οποίες μάλιστα έφτασαν ως και σε βιαιοπραγίες εις βάρος της οικογένειας Lautsi), στις 18-03-2011 η ευρεία σύνθεση του ΕΔΔΑ, με πλειοψηφία έντεκα προς δύο ανέτρεψε την απόφαση του 2009. Αναλυτικότερα, το ΕΔΔΑ, διευκρινίζοντας εξ αρχής ότι η κρίση του θα αφορούσε μόνο τα συγκεκριμένα περιστατικά και όχι την απεικόνιση του Εσταυρωμένου εν γένει, δηλαδή στους δημόσιους χώρους συνολικά, έκρινε πρωτίστως ότι ο Εσταυρωμένος είναι μεν πρωτίστως ένα θρησκευτικό σύμβολο, ωστόσο δεν είναι εύκολο να αποδειχτεί κατά πόσον η θέασή του από νεαρά άτομα, που οι πεποιθήσεις τους δεν είναι ακόμη διαμορφωμένες, επιδρά σε αυτά, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι η απόφαση της Ιταλίας για συνέχιση ή μη της οικείας πρακτικής (για την οποία μάλιστα δεν υπήρχε ομοφωνία μεταξύ των επιμέρους εθνικών αρχών αυτής), απαλλάσσει το εν λόγω κράτος από την υποχρέωση σεβασμού των δικαιωμάτων και ελευθεριών που απορρέουν από την ΕΣΔΑ. Περαιτέρω, στα πλαίσια της εναρμόνισης της κρατικής εκπαιδευτικής πολιτικής με το δικαίωμα γονέων και μαθητών για εκπαίδευση σύμφωνη με τις θρησκευτικές κ.λπ. πεποιθήσεις τους, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η έκθεση του Εσταυρωμένου στις σχολικές αίθουσες αποτελεί διακριτική ευχέρεια σε ό,τι αφορά τη διαρρύθμιση του σχολικού περιβάλλοντος από το κράτος που ναι μεν καθιστά το χριστιανισμό υπερισχύουσα παρουσία στο σχολικό περιβάλλον, ωστόσο αυτό δεν αρκεί, για να θεωρηθεί ως προσπάθεια κατήχησης από κρατικής πλευράς, κατά παράβαση της ΕΣΔΑ. Κατόπιν αυτών, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η έκθεση του Εσταυρωμένου στη σχολική τάξη τον καθιστά ένα παθητικό σύμβολο, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να αποδειχτεί ότι μπορεί να επιδράσει στους μαθητές όπως ένα κατηχητικό μάθημα ή η συμμετοχή σε ανάλογες θρησκευτικές δραστηριότητες, ενώ γίνεται αναφορά και στην υπόθεση Dahlab (που επικαλείται η απόφαση του 2009) και στα «ισχυρά εξωτερικά σύμβολα» αυτής, με το ΕΔΔΑ να τονίζει το ανόμοιο των περιπτώσεων, καθώς εκεί παραβιαζόταν η δογματική ουδετερότητα του σχολείου από τη χρήση μαντήλας από μια δασκάλα. Κλείνοντας, το ΕΔΔΑ έκρινε ακόμη πιο συγκεκριμένα ότι οι συνέπειες της εντονότερης προβολής του Χριστιανισμού στο σχολικό περιβάλλον μέσω της έκθεσης του Εσταυρωμένου, περιορίζονται ακόμη πιο πολύ, με δεδομένο ότι η έκθεση αυτή δεν συνδυάζεται με υποχρεωτική διδασκαλία του Χριστιανισμού στα σχολεία, απεναντίας, δε, η Ιταλία καθιστά προσβάσιμο το δημόσιο σχολείο και για άλλες θρησκείες, αφού δεν απαγορεύει να φέρουν οι μαθητές μαντήλα και άλλα σύμβολα και ρούχα με θρησκευτικές παραπομπές, ενώ έχει προβλέψει ρυθμίσεις για την εναρμόνιση της σχολικής ζωής και των μειονοτικών θρησκευτικών πρακτικών, ως και σχετικά με τον προαιρετικό χαρακτήρα της θρησκευτικής εκπαίδευσης, διαψεύδοντας έτσι τους ισχυρισμούς περί σχετικής δυσανεξίας, οπότε, από το σύνολο των παραδοχών αυτών το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η προσφεύγουσα δεν στερήθηκε κανένα από τα δικαιώματά της και το κράτος είχε ενεργήσει απόλυτα νόμιμα.
Επανερχόμενοι σε ζητήματα θρησκευτικότητας της εκπαίδευσης μουσουλμάνων, στις 16-09-2014 εκδόθηκε η απόφαση του ΕΔΔΑ για την υπόθεση Mansur Yalçın
και λοιποί κατά Τουρκίας (αριθμός προσφυγής 21163/2011), όπου οι προσφεύγοντες ήταν και εδώ Αλεβίτες (Massicard & Raillard, 2014), η δε καταγγελία τους αφορούσε (ξανά) το γεγονός ότι το περιεχόμενο των υποχρεωτικών μαθημάτων θρησκευτικής και ηθικής παιδείας στα σχολεία ήταν βασισμένο στη σουνιτική προσέγγιση του Ισλάμ, παραβιάζοντας το δικαίωμά τους για εκπαίδευση σύμφωνα με το άρθρο 2 Π.Π..
Με τα δεδομένα αυτά υπόψη το ΕΔΔΑ κατέληξε ότι υπήρξε παραβίαση του εν λόγω άρθρου όσον αφορά τρεις από τους προσφεύγοντες, των οποίων τα παιδιά φοιτούσαν σε σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης κατά τον κρινόμενο χρόνο και ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι ως προς τη θρησκευτική διδασκαλία της καθ’ ης χώρας το σχετικό σύστημα εξακολουθούσε (παρά την προαναφερθείσα απόφαση στην απόλυτα συναφή υπόθεση Hasan και Eylem Zengin κατά Τουρκίας) να μη διαθέτει τα κατάλληλα μέσα για τη διασφάλιση του σεβασμού των πεποιθήσεων γονέων και μαθητών, φανερώνοντας έτσι μια σχετική κρατική δυσανεξία απέναντι σε ΕΣΔΑ, ΕΔΔΑ.
Περαιτέρω, υπό την ισχύ του άρθρου 46 της ΕΣΔΑ (υποχρεωτική ισχύς και εκτέλεση των αποφάσεων), δεχόμενο ότι η διαπιστωθείσα παραβίαση του άνω άρθρου 2 οφειλόταν σε ένα συστημικό (δομικό) πρόβλημα, το οποίο είχε ήδη επισημανθεί στην παλαιότερη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ, το τελευταίο έκρινε επιπλέον ότι η Τουρκία όφειλε να λάβει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, μέτρα που κρίνονταν κατάλληλα για την επανόρθωση και την ομαλοποίηση της κατάστασης και ιδιαίτερα, υιοθετώντας ένα σύστημα απαλλαγής από το υποχρεωτικό μάθημα θρησκευτικού πολιτισμού και ηθικής παιδείας που δεν θα αναγκάζει τους γονείς και τα παιδιά (μαθητές) να αποκαλύπτουν τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές τους πεποιθήσεις (αρνητική εκδήλωση θρησκευτικής ελευθερίας), ως εκ τούτου και ελλείψει αυτού του πλαισίου κατά τον κρινόμενο χρόνο, η καθ’ ης χώρα καταδικάστηκε για δεύτερη φορά.
Ολοκληρώνοντας τη μελέτη μας αναφερόμενοι στην πιο πρόσφατη απόφαση του ΕΔΔΑ για τη θρησκευτικότητα της εκπαίδευσης, αρχές του τρέχοντος έτους και πιο συγκεκριμένα, στις 10-01-2017 εκδόθηκε η απόφαση αυτού για την υπόθεση των Osmanoǧlu και Kocabaş κατά Ελβετίας (αριθμός προσφυγής 29086/2012), σύμφωνα με το ιστορικό της οποίας, δύο μουσουλμάνοι γονείς αρνήθηκαν να στείλουν τις κόρες τους (οι οποίες δεν είχαν φτάσει στην εφηβεία) σε υποχρεωτικά μικτά μαθήματα κολύμβησης (δηλαδή, με ταυτόχρονη συμμετοχή αρρένων και θηλέων) στα πλαίσια συναφούς σχολικής δραστηριότητας, ωστόσο οι αρχές δεν τους χορήγησαν απαλλαγή από την υποχρέωση αυτή, με αποτέλεσμα οι γονείς να ισχυριστούν ότι η απαίτηση συμμετοχής των θυγατέρων τους σε μικτά μαθήματα κολύμβησης ερχόταν σε αντίθεση με τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, επομένως η άρνηση απαλλαγής παραβίαζε τη θρησκευτική τους ελευθερία, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 9 της ΕΣΔΑ.
Εκτιμώντας τα δεδομένα που τέθηκαν υπόψη του όμως, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν υπήρξε εν προκειμένω παραβίαση του άρθρου 9, διαπιστώνοντας ότι οι αρχές, με το να δώσουν προτεραιότητα στην υποχρέωση των εν λόγω μαθητριών να παρακολουθήσουν με συνέπεια το πλήρες σχολικό πρόγραμμα, αντί στην αξίωσή τους να απαλλαγούν από τα μικτά μαθήματα κολύμβησης για θρησκευτικούς λόγους, δεν είχαν υπερβεί τη διακριτική τους ευχέρεια περί την υποχρεωτική εκπαίδευση. Ειδικότερα, το ΕΔΔΑ επισήμανε ιδίως ότι οι μαθήτριες ναι μεν έχουν το δικαίωμα να συμπεριφέρονται σύμφωνα με τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, επομένως η άρνηση των αρχών να τους χορηγήσουν την απαλλαγή που ζητήθηκε, συνιστά παρέμβαση στη θρησκευτική τους ελευθερία, όπως αυτή νόμιμα ορίζεται, προστατεύοντας ειδικά τους αλλοδαπούς μαθητές από κάθε μορφή κοινωνικού αποκλεισμού, ωστόσο στη συνέχεια το ΕΔΔΑ έδωσε περισσότερη έμφαση στον κοινωνικό ρόλο του σχολείου, ειδικά σχετικά με παιδιά αλλοδαπής προέλευσης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι το ενδιαφέρον των παιδιών να έχουν πλήρη πρόσβαση στην ολοκληρωμένη τους εκπαίδευση, διευκολύνοντας την κοινωνική τους ένταξη με βάση τα τοπικά ήθη και έθιμα, επικάλυπτε την επιθυμία των γονιών τους να απαλλαγούν οι θυγατέρες τους από τα μικτά μαθήματα κολύμβησης, αφού το ενδιαφέρον των παιδιών να παρακολουθούν μαθήματα κολύμβησης δεν αφορούσε μόνο το να μάθουν να κολυμπούν, αλλά πάνω από όλα, να συμμετάσχουν στην εν λόγω δραστηριότητα με τους υπόλοιπους συμμαθητές τους, χωρίς εξαίρεση εξαιτίας της προέλευσης των παιδιών ή των θρησκευτικών και φιλοσοφικών πεποιθήσεων των γονέων τους. Εξάλλου, το ΕΔΔΑ ανέφερε επίσης ότι οι εθνικές αρχές έδωσαν στους προσφεύγοντες περιθώρια να μειώσουν τον αντίκτυπο της συμμετοχής στα μικτά μαθήματα κολύμβησης, ώστε να συμβαδίζουν με τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις (π.χ. επιτρέποντάς τους να φορούν «burkini»), επομένως, κάνοντας τη στάθμιση αυτή η καθ’ ης χώρα, δεν παραβίασε τα δικαιώματα των προσφευγόντων, οι οποίοι ως εκ τούτου ηττήθηκαν.
Συμπεράσματα. Έχοντας υπόψη τις αποφάσεις που εξετάσαμε, το πρώτο συμπέρασμα που προκύπτει ανενδοίαστα επ’ αυτών, συνοψίζεται στο γεγονός ότι η θρησκευτικότητα της εκπαίδευσης, καθ’ όλο το εύρος και τις επιμέρους πτυχές της, δεν εμφανίζει ομοιόμορφη εικόνα σε όλα τα κράτη μέλη ή ακόμα και κατά επιμέρους εθνικές αρχές του ίδιου κράτους, γεγονός που έως ένα βαθμό μπορεί να ερμηνευθεί συνεκτιμώντας τη διαφορετική θρησκευτική παράδοση και επομένως, ακολουθητέα πολιτική κάθε κράτους, από την άλλη μεριά όμως, αποδεικνύει είτε παρερμηνεία της ΕΣΔΑ είτε ακόμη και αδυναμία στην εφαρμογή της (Χλέπας & Δημητρόπουλος, 1997).
Ειδικότερα, οι σχετικές δυσχέρειες εντοπίστηκαν ιδιαίτερα όσον αφορά το δικαίωμα στην εκπαίδευση, τη θρησκευτική ελευθερία, το σεβασμό της οικογενειακής ζωής, αλλά και την απαγόρευση διακρίσεων ειδικά για θρησκευτικούς λόγους, από, δε, άποψη επιμέρους θεματικών ενοτήτων της εκπαίδευσης, είδαμε ότι ενώπιον του ΕΔΔΑ κρίθηκαν υποθέσεις που αφορούσαν τόσο την εξωτερική όψη της θρησκευτικής όψης της εκπαίδευσης (π.χ. διαμόρφωση σχολικής τάξης), όσο και την αντίστοιχη εσωτερική (π.χ. πρόγραμμα μαθήματος Θρησκευτικών), ενώ δεν έλειψαν και περιπτώσεις, όπου σχεδόν ταυτόσημα ζητήματα απασχόλησαν περισσότερες από μια φορές το ΕΔΔΑ, φανερώνοντας τη δυσανεξία επιμέρους κρατών να συμμορφωθούν.
Κατά κύριο λόγο όμως, το κύριο συμπέρασμά μας εστιάζει στο σύνθετο χαρακτήρα των ζητημάτων που εξετάστηκαν, αφού προέκυψε ότι στις περισσότερες περιπτώσεις δεν ήταν μονάχα η θρησκευτική ελευθερία γονέων ή/και μαθητών που είχε βρεθεί εν αμφιβόλω, αλλά και άλλα συνδεόμενα δικαιώματα, γεγονός που εκτιμούμε ότι πρέπει να συνυπολογιστεί σε κάθε προσπάθεια σχετικών μεταρρυθμίσεων από τα κράτη μέλη, καθώς δεν είναι λίγες οι φορές, όπου ναι μεν υπάρχει η πρόθεση βελτίωσης, αλλά αυτή εκδηλώνεται είτε άστοχα είτε επιλεκτικά, με τελικό αποτέλεσμα να υιοθετούνται λύσεις που δημιουργούν περισσότερα προβλήματα, από αυτά που καλούνται να επιλύσουν, επομένως από την πλευρά μας προτείνουμε οι όποιες σταθμίσεις να γίνονται κατ’ αξιοποίηση της νομολογίας που εξετάστηκε παραπάνω, ώστε να επιλύονται εν τη γενέσει τους τα όποια ζητήματα και να αποφεύγονται έτσι και ταλαιπωρίες πολιτών, αλλά και άσκοπη απασχόληση εθνικών αρχών για αυτά.
Προκειμένου να επιτευχθεί κάτι τέτοιο όμως, απαιτείται να προηγηθεί και μια ακόμη διεργασία, η οποία αναλύεται στην εναρμόνιση της εκάστοτε κρατικής παράδοσης με τα θεσμικά πλαίσια που έχει εισαγάγει η ΕΣΔΑ, άλλως, αν πρωτίστως δεν αλλάξει ο οικείος τρόπος σκέψης των πραγμάτων, εμποδίζονται να ενεργοποιηθούν οι απαραίτητοι εκείνοι ερμηνευτικοί μηχανισμοί από πλευράς των κρατών, που εν συνεχεία, όπου κρίνεται απαραίτητο, θα παραγάγουν αντίστοιχα νέα «προϊόντα».
Βιβλιογραφία
Ανδρουτσόπουλος, Γ. (2010). Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου. Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλας.
Γιαννόπουλος, Γ. (1969). Συνταγματικώς προστατευομένη έννοια «γνωστής θρησκείας». ΝοΒ 17 (σελ. 1028 επ.).
Κοντιάδης, Ξ. & Αμιτσής, Γ. (1999). Η εφαρμογή του Κοινοτικού Χάρτη των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων στο ελληνικό κοινωνικό δίκαιο. Δικαιώματα του Ανθρώπου 1 (σελ. 49-71).
Κόρσος, Δ. (1984). Το Σύνταγμα της Ελλάδος, η αγωγή της νεότητος και η ελληνοχριστιανική ιδεολογία, μελέτη, δογματική ερμηνεία του αρθρου 16 παρ. 2 Συντάγματος. Αθήνα: Εκκλησιαστικόν Επιστημονικόν και Μορφωτικόν Ίδρυμα Ιωάννου και Εριέττης Γρηγοριάδου.
Κουτσογιάννης, Δ. (1980). Ἡ ὑποβάθμισις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐκπαιδεύσεως. Εκκλησία ΝΖ (σελ. 57 επ.).
Κτιστάκις, Γ. (2006). Ιερός Νόμος του Ισλάμ και μουσουλμάνοι Έλληνες πολίτες. Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας.
Κυριαζόπουλος, Κ. (1999). Περιορισμοί στην ελευθερία διδασκαλίας των μειονοτικών θρησκευμάτων. Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας.
Μαρίνος, Α. (1974). Η θρησκευτική ελευθερία. Αθήνα.
Μπούμης, Π. (2000). Το μάθημα των θρησκευτικών. Εκκλησία ΟΖ (σελ. 868-871).
Ορφανουδάκης, Σ. (2003). Η αρχή της αναλογικότητας στην ελληνική έννομη τάξη. Από τη νομολογιακή εφαρμογή της στη συνταγματική της καθιέρωση. Μελέτες Συνταγματικού Δικαίου και Πολιτειολογίας 11. Αθήνα: Σάκκουλας.
Πουλής, Γ. (2002). Η τροπή της συνείδησης ως κύρια ερμηνευτική συνιστώσα στο έγκλημα του προσηλυτισμού. ΠοινΔικ 5 (σελ.757 επ.).
Σαρμάς, Ι. (1994). Η νομολογία του ΕΔΔΑ και της Επιτροπής. Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλας.
Σιγάλας, Τ. (1997). Μαθητικές παρελάσεις και θρησκευτική ελευθερία. ΤοΣ 23 (σελ.993 -1012).
Σωτηρέλης, Γ. (1995). Η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης στην προκρούστεια κλίνη της επικρατούσας θρησκείας. ΝοΒ 43 (σελ.983 επ.).
Σωτηρέλης, Γ. (1998). Θρησκεία και εκπαίδευση. Κατά το Σύνταγμα και την ευρωπαϊκή σύμβαση. Από τον κατηχητισμό στην πολυφωνία, Αθήνα: Αντ. Ν. Σάκκουλας.
Χλέπας, Ν. & Δημητρόπουλος, Π. (1997). Ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας στο χώρο της εκπαίδευσης. Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλας.
Χρυσόγονος, Κ. (2000). Θρησκευτική εκπαίδευση και επικρατούσα θρησκεία. ΤοΣ 25 (σελ.993-1024).
Ξενόγλωσση Βιβλιογραφία
Akbulut, O. & Usal, Z. O. (2008). Parental Religious Rights vs. Compulsory Religious Education in Turkey (pp. 433-455). International Journal on Minority and Group Rights Vol. 15, No. 4.
Anagnostou, D. & Psychogiopoulou, E. (2013). Under what conditions do national authorities implement the European Court of Human Rights’ rulings? Religious and ethnic minorities in Greece. The European Court of Human Rights: Implementing Strasbourg’s Judgements on Domestic Policy (pp. 143-165). Edinburg: Edinburg University Press.
Baker, A. (2006). The Enjoyment of Rights and Freedoms: A New Conception of the ‘Ambit’ under Article 14 ECHR (pp. 714-737). The Modern Law Review, Vol.69, No. 5.
Beaman, L. (2012-2013). Battles over Symbols: The “Religion” of the Minority versus the “Culture” of the Majority (pp. 67-104). Journal of Law and Religion, Vol. 28, No. 1.
Çınar, A. (2008). Subversion and Subjugation in the Public Sphere: Secularism and the Islamic Headscarf (pp. 891-913). Signs, Vol. 33, No. 4.
Edmunds, J. (2013). Human Rights, Islam and the failure of cosmopolitanism (pp. 671-688). Ethnicities, Vol. 13, No. 6.
Goldhaber, M. D. (2007). Minos and Jehovah. A People’s History of the European Court of Human Rights (pp. 67-75). New Jersey: Rutgers University Press.
Massicard, E. & Raillard S.-L. (2014). Variations in the Judicialisation of the Alevi Issue: From Turkey to Europe (pp. 81-103). Revue française de science politique (English Edition), Vol. 64, No. 4.
Özersay, Κ. & Gürel, Α. (2008). Property and Human Rights in Cyprus: The European Court of Human Rights as a Platform of Political Struggle (pp. 291-321). Middle Eastern Studies, Vol. 44, No.2.
Pei, S. (2013). Unveiling Inequality: Burqa Bans and Nondiscrimination Jurisprudence at the European Court of Human Rights. The Yale Law Journal, Vol. 122, No. 4.
Tempermann, J. (2010). State Neutrality in Public School Education: An Analysis of the Interplay Between the Neutrality Principle, the Right to Adequate Education, Children’s Right to Freedom of Religion or Belief, Parental Liberties, and the Position of Teachers (pp. 865-897). Human Rights Quarterly, Vol. 32, No. 4.




