Το κράτος στον νεοφιλελευθερισμό: Η περίπτωση της Ελλάδας

Η πολυπλοκότητα των σύγχρονων μετασχηματισμών, που έλαβε χώρα τόσο διεθνώς όσο και στην Ευρώπη και κατ’ επέκταση στην Ελλάδα, άλλαξε τη φύση και τον ρόλο του κράτους. Μέσα στο πλαίσιο των καταιγιστικών οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων αποδιαρθρώθηκαν όλο και περισσότερο οι κοινωνικές κατακτήσεις του 20ου αιώνα, ενώ στον ορίζοντα διαφάνηκαν τάσεις καθιέρωσης ενός μοντέλου οργάνωσης κράτους, που προσιδιάζει στο κράτος νυχτοφύλακα του 19ου αιώνα. Πρόκειται εν ολίγοις για ένα κράτος χωρίς κοινωνικό πρόσημο με το μεγαλύτερο μέρος των δημοσίων δαπανών να κατευθύνονται στη δημόσια τάξη και την εθνική ασφάλεια. Προφανώς η ιστορία δεν κάνει κύκλους, αλλά, ομολογουμένως, κάθε ιστορική περίοδος εμφανίζει συνάφεια με το παρελθόν ανάλογα με τον συσχετισμό της δύναμης των κοινωνικών τάξεων μιας κοινωνίας και την εκάστοτε διαπάλη, που εκτυλίσσεται ανάμεσα τους. Αν μη τι άλλο, σήμερα, επαναλαμβάνεται ένα μοτίβο του μεσοπολέμου με ιδιάζοντα χαρακτηριστικά την οικονομική-πολιτική κρίση, τον πόλεμο και δυστυχώς την άνοδο των κομμάτων της ακροδεξιάς, με ζωντανή, ωστόσο, πάντοτε της ελπίδας αποτροπής ενός αντίστοιχου σκηνικού[1].

Η σημερινή κατάσταση, λοιπόν, προμηνύει έναν σκληρό, αβέβαιο κόσμο, που βρίσκεται σε μετάβαση. Το κρατικό δίχτυ ασφαλείας, που λειτουργούσε ως ασπίδα κοινωνικής προστασίας και πρόνοιας για τους αδύνατους τίθεται εκ νέου σε διαπραγμάτευση χωρίς τις ίδιες εγγυήσεις ιδίως για τους ευάλωτους, αλλά με αυξημένα όρια συνταξιοδότησης και με την αναδιαμόρφωση των εργασιακών συνθηκών λόγω της τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ). Το ιδεώδες, σε κάθε περίπτωση, συνοψίζεται στην ατομική προσπάθεια, στην ευτυχία και στην αυτοβελτίωση υπονομεύοντας τις παραδοσιακές κρατικές και κοινωνικές εστίες ανακούφισης. Τα σημερινά γεγονότα σίγουρα επιβεβαίωσαν τον Κ. Μαρξ όταν υποστήριξε, πως η παγκοσμιοποίηση και η χρηματοπιστωτική μεσολάβηση λειτουργούν ανεξέλεγκτα, ενώ η αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου από την εργασία στο κεφάλαιο μπορεί να οδηγήσει τον καπιταλισμό στην αυτοκαταστροφή. Παρόλο, αυτά η θεωρία του για το σοσιαλιστικό εγχείρημα ιστορικά διαψεύστηκε, καθώς δεν είχε καλύτερη προοπτική, όταν δοκιμάστηκε στην πράξη[2].

Το ζητούμενο συνιστά η τάση της μείωσης των φορολογικών συντελεστών αναφορικά με το μεγάλο κεφάλαιο και τις επιχειρήσεις. Στην ευρωπαϊκή λ.χ ένωση το ισχύον νομικό καθεστώς επιβάλλει ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς ως προς το σκέλος των δημόσιων εσόδων. Μέσα σε αυτό το ασφυχτικό πλαίσιο όλες οι νομοθετικές ρυθμίσεις της ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης προσπαθούν να διατηρήσουν τη σταθερότητα των οικονομιών μέσω μιας αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας. Από τη μια μεριά, δηλαδή, τηρείται χαλαρότητα στα έσοδα και από την άλλη μεριά επιβάλλεται αυστηρότητα στις δημόσιες δαπάνες. Τα κράτη έχοντας λιγότερο έσοδα υποχρεώνονται να προσαρμόζουν τις δαπάνες του με συνέπεια την πρόκληση της αναδιάρθρωσης των μηχανισμών αναδιανομής του κοινωνικού κράτους και του κράτους πρόνοιας. Οι εταιρίες, συνάμα, μειώνουν θέσεις εργασίας γιατί δεν υπάρχει αρκετή τελική ζήτηση, μολονότι η σχετική αυτή μείωση περιορίζει το εργατικό εισόδημα, αυξάνει τις ανισότητες και μειώνει την τελική ζήτηση[3].

Παράλληλα, προκλήθηκαν ραγδαίες αλλαγές μετά την εκλογή Τραμπ λόγω της άσκησης μιας επιθετικής εξωτερικής πολιτικής από τις ΗΠΑ με αποτέλεσμα να λάβουν χώρα τεράστιες αλλαγές σε γεωστρατηγικό επίπεδο[4]. Στην περίπτωση της Ευρώπης, εξαιτίας του  πολέμου μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας αναγκάστηκε να θωρακιστεί αμυντικά.  Η αύξηση, ωστόσο, των δαπανών για την άμυνα αναμένεται να αποδυναμώσει το κράτος πρόνοιας και τις δαπάνες, που κατευθύνονται σε συστήματα υγείας, κοινωνικής ασφάλισης και παιδείας[5].

Κάτω από αυτές τις διεθνείς συνθήκες στη διάρκεια των ετών 2010-2018 οι τέσσερις ελληνικές κυβερνήσεις αυτής της περιόδου, εκ των οποίων οι τρεις δικομματικές, υπήρξαν, αναμφίβολα, νεοφιλελεύθερες. Η οικονομία κυριάρχησε έναντι της πολιτικής, ενώ ο νεοφιλελεύθερος λόγος χρησιμοποιήθηκε ως άλλοθι, προκειμένου δικαιολογηθούν οι κυβερνητικές πολιτικές αυτής της περιόδου. Κατά τη διάρκεια των μνημονίων η χώρα, ομολογουμένως, εγκλωβίστηκε  σε μια βαθιά ανακυκλούμενη πολλαπλή κρίση με μεγάλη διάρκεια. Στην αρχή ήταν μνημονιακή στη συνέχεια πανδημική και κατόπιν ενεργειακή και πληθωριστική. Στο πέρασμα της κρίσης αντί να ενισχυθεί το θεσμικό οικοδόμημα της χώρας διατυπώθηκε η άποψη, πως γκρεμίστηκε το κράτος δικαίου. Ειδικότερα, υπό την πίεση των απαιτήσεων των διεθνών δανειστών, η Ελλάδα μεταμορφώθηκε σε ένα απέραντο «νεοφιλελεύθερο λογιστήριο», στην κυριολεξία μετατράπηκε σε πειραματόζωο στα χέρια ευρωπαϊκών, αλλά και διεθνών πολιτικών και οικονομικών ελίτ, που οδήγησαν στην υπονόμευση του κοινωνικού κράτους δικαίου και στην διάρρηξη κάθε προσδοκώμενης ανάτασης της εθνικής οικονομίας[6].  Στο ίδιο πλαίσιο, βέβαια, κινήθηκε και η ελληνική νομολογία. Αν μη τι άλλο η πρόσφατη απόφαση για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια  σηματοδότησε κατά μια άποψη την αυτοκατάργηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθώς διαφάνηκε, ότι λειτουργεί ως δικαστήριο που εξυπηρετεί σκοπιμότητες και όχι την νομιμότητα, ενώ ιεραρχήθηκε η κυριαρχία των αγορών ανώτερη του Συντάγματος[7].

Στη συνέχεια μετά το τέλος των μνημονίων το 2018 για τη χώρα οι εκλογές του 2019 επιβεβαίωσαν την ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού στο εκλογικό σώμα, αλλά και στην πλειοψηφία των καθοδηγητών της κοινής γνώμης. Παρόλο τα κινήματα της περιόδου 2010-2015, το νεοφιλελεύθερο μπλοκ ανασυντάχθηκε, ανασχηματίστηκε και ανέκτησε ακόμη πιο ισχυρή ηγεμονία μετά την έξοδο από το ασφυχτικό πλαίσιο των Μνημονίων Κατανόησης την περίοδο της πανδημίας, ενώ την ίδια στιγμή το ελληνικό πολιτικό σύστημα προσανατολίστηκε προς πιο συντηρητικές κατευθύνσεις στα δεξιά λόγω του διαρκώς αυξανόμενου κόστους ζωής[8]. Είναι γεγονός, πως σε πολλά θέματα σήμερα τα κόμματα παρουσιάζουν πολιτικές συγκλίσεις απέχοντας πολύ από την πολιτική τους μήτρα, όπως για παράδειγμα το άρθρο 16 του Σ., όπου το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ τείνει να βρίσκεται εγγύτερα προς την ΝΔ παρά προς τα κόμματα της Αριστεράς, ενώ στη βάση του εξακολουθεί να υφίσταται αντιΣΥΡΙΖΑ προκατάληψη, που αποτρέπει τις όποιες προγραμματικές συγκλίσεις με αποτέλεσμα να εκλαμβάνεται ως ένα κόμμα συμπλήρωμα της ΝΔ παρά ως εναλλακτική πολιτική λύση[9].

Στον πολιτικό λόγο των πολιτικών πρωταγωνιστών της ελληνικής κρίσης, δηλ. των πρωθυπουργών και των υπουργών, που διαχειρίστηκαν τις πολιτικές εξελίξεις της επίμαχης περιόδου κυριάρχησε ο νεοφιλελευθερισμός, ο οποίος ως ιδεολογία δέσποζε στον Δυτικό κόσμο ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 80. Η τάση, βέβαια, της κυρίαρχης ιδεολογίας να εμφανίζεται ως ρεαλιστική φυσική εξέλιξη των πραγμάτων συμβάδισε απόλυτα με τον πολιτικό λόγο των υποκειμένων έκφρασης των μνημονίων. Η ρητορική του πολιτικού του λόγου των πολιτικών υποκειμένων της κρίσης διαπνέονταν από ακραιφνείς νεοφιλελεύθερες αρχές, όπως του ανταγωνισμού ως σημείο εκκίνησης όλων των μνημονιακών κυβερνήσεων, της εμφάνισης της κρίσης ως ευτύχημα λόγω έλλειψης εναλλακτικής άλλης λύσης, με συνέπεια να δικαιολογούνται ως απόλυτα ρεαλιστικές και συμβατές με την ελληνική πραγματικότητα οι νεοφιλελεύθερες επιλογές της μείωσης του κράτους, της διάσωσης πάση θυσίας των τραπεζών, της αναπόφευκτης λιτότητας και της τακτοποίησης του δημόσιου χρέους για τη διάσωση της εθνικής κυριαρχίας[10].

Αν μη τι άλλο στη διάρκεια της κρίσης της δεκαετίας των μνημονίων ελήφθησαν αποφάσεις της πολιτικής ηγεσίας, που δεν συμβάδιζαν κατά ανάγκη με την λαϊκή βούληση με συνέπεια τη διάρρηξη των δεσμών μεταξύ κοινωνίας και κρατικών δομών. Οι σχετικές, βέβαια, αυτές αποφάσεις επεβλήθησαν στη χώρα λόγω της σκόπιμης καλλιέργειας του συνδρόμου «Τιτανικού», δεν ανταποκρίθηκαν στις ανάγκες των φορολογούμενων, που μετέβαλαν τον τρόπο ζωής τους χωρίς, ουσιαστικά, κάποιο αντίκρισμα, ενώ διαπνέονταν από νεοφιλελεύθερες αξίες και ουδόλως ευρωπαϊκές. Αν και ο νεοφιλελευθερισμός ως ιδεολογία είχε αρχίσει να κλονίζεται λόγω της παγκόσμιας κρίσης, που ξέσπασε στις ΗΠΑ το 2007 και να χάνει τα σκήπτρα της ηγεμονίας του παγκοσμίως, η Ελλάδα το 2010 εξαναγκάστηκε να υιοθετήσει νεοφιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές λιτότητες υπακούοντας στα κελεύσματα του νεοφιλελεύθερου δόγματος είτε με τη χρήση βίας από το κράτος, είτε μέσω της επίτασης της νεοφιλελευθεροποίησης της οικονομίας[11].

Εντέλει ο νεοφιλελευθερισμός κατέληξε να συνιστά μια «ανεπιτήδευτη ιδεολογία» που συνεχίζει να επιδρά στον καθένα εκούσια ή ακούσια ως κυρίαρχη ιδεολογία[12].  Η άποψη, άλλωστε, του F. Fukuyama το 1992[13] περί του τέλους ιδεολογικών, πέραν ότι αποδείχθηκε επιστημονικά αθεμελίωτη, διαψεύστηκε εκ των υστέρων από τον ίδιο[14]. Όμως σίγουρα η Ευρώπη αυτή δεν έχει καμία σχέση ή προφανώς ελάχιστη με την Ευρώπη, που οραματίστηκαν οι θεμελιωτές της και μεγάλοι πολιτικοί ηγέτες μεταξύ των οποίων οι Αντενάουερ, Ντε Γκωλ, Μητεραν, Κωνσταντίνος Καραμανλής κ.λπ., οι οποίοι ομολογουμένως επιδίωξαν μια Ευρώπη της Αλληλεγγύης, του Ανθρωπισμού, της Ισοτιμίας, της Δικαιοσύνης, της Ευημερίας, της Ανάπτυξης. Σήμερα κάποιοι θέλουν να επιβάλουν μια Ευρώπη των Δύο ταχυτήτων, μια Ευρώπη της Υποτέλειας στα πλαίσια πάντα της αυτονόμησης του «νεοφιλελεύθερου του Μινώταυρου»[15].

Μέσα σε αυτό το νοσηρό πολιτικό κλίμα τα κόμματα είχαν ως προτεραιότητα τους την κατάληψη της κυβερνητικής εξουσίας μετεξελισσόμενα έτσι σε τυπικά κόμματα του κράτους. Ανήκουν σε ένα κλειστό καρτέλ εξουσίας με αποτέλεσμα να είναι περισσότερο από ποτέ ευάλωτα και αποδυναμωμένα, ενώ αντιμετωπίζουν σε σχέση με το παρελθόν μεγάλες δυσκολίες στην εκπροσώπηση ευρέων κοινωνικών ομάδων. Δεν διατυπώνουν προγραμματικά και πολιτικά ένα σχέδιο διακυβέρνησης της χώρας, αλλά φαίνεται, ότι διαχειρίζονται περισσότερο ένα δίκτυο προσωποποιημένων σχέσεων λειτουργώντας με πελατειακά δίκτυα όπως τα παλαιότερα πολιτικά κόμματα. Η κρίση, στην οποία εισήλθαν από την εποχή των μνημονίων και έκτοτε όχι μόνο δεν φαίνεται να την έχουν ξεπεράσει, αλλά ενδεχομένως προκύψει βαθύτερη από την οποία θα γεννηθούν περισσότερες πολιτικές ομαδοποιήσεις[16].

Ήταν, ωστόσο, απαραίτητα τα μνημόνια για τη χώρα; Το κόστος, άλλωστε, μιας άτακτης χρεοκοπίας θεωρήθηκε, πως θα ήταν δυσθεώρητο για τη χώρα. Από την άλλη μήπως η κρίση, που βίωσε η χώρα κατά την περίοδο αυτή ήταν βαθιά, έντονη και με μεγάλη διάρκεια; Σίγουρα λαϊκίστικες πολιτικές καθόλου τη διάρκεια της μεταπολίτευσης εκτροχίασαν την ελληνική οικονομία τόσο σε δημοσιονομικό επίπεδο, όσο και στην απαξίωση κάθε μεταρρυθμιστικής τομής, που ενδεχομένως θα είχε πολιτικό κόστος. Πέραν αυτών η έλλειψη επικοινωνίας των βασικών πολιτικών πρωταγωνιστών της κρίσης σε αντίθεση με άλλες χώρες, που εισήλθαν στα Μνημόνια, όξυνε, ακόμη, περισσότερο την ήδη εντεινόμενη κρίση. Σε κάθε περίπτωση κρίθηκε, πως έγιναν πάρα πολλά κατά τη διάρκεια αυτής, ενώ σε κάθε περίπτωση έχουν να γίνουν ακόμη περισσότερα. Κατέστη, ωστόσο, φανερό, πως προϋπόθεση για την ανόρθωση της ελληνικής οικονομίας συνιστούν η διαφύλαξη της δημοσιονομικής σταθερότητας και η υλοποίηση συνεχών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων[17].

Αξίζει στο σημείο αυτό να τεθεί το εύλογο ερώτημα, εάν η υιοθέτηση των πολιτικών επιλογών των Μνημονίων από σύσσωμες σχεδόν τις πολιτικές κοινοβουλευτικές δυνάμεις της χώρας μεταξύ των οποίων και της ΝΔ, του κόμματος δηλ. που ίδρυσε ο Κων/νος Καραμανλής θα γινόταν αποδεκτή από τον ίδιο, ο οποίος είχε χαρακτηρίσει σε ανύποπτο χρόνο στο παρελθόν ως «κατάντημα» την προσφυγή της χώρας στους ξένους[18]. Περαιτέρω, μέσα σε τέτοιου είδους διαμορφωμένο πολιτικό περιβάλλον οι προτεραιότητες της νέας οικονομικής νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο ανάγκασαν όχι τυχαία τον τότε πρωθυπουργό της Ελλάδας  Α. Παπανδρέου να παραδεχτεί δημόσια σε συνέντευξη του το 1995, πως τα «οικονομικά διευθυντήρια» καθόριζαν πλέον τις κυβερνητικές πολιτικές στην Ευρώπη[19], ενώ σε συνέντευξη του σε ανύποπτο χρόνο στο δημοσιογράφο Π. Τσίμα είχε προβλέψει  βάρβαρη επίθεση από οικονομικούς γίγαντες στην περίπτωση εφαρμογής νεοφιλελεύθερης λύσης στη χώρα από το 1992 και έκτοτε. Σε αυτήν την συνέντευξη κατέληξε, πως στην περίπτωση κατίσχυσης των νόμων των αγορών στη χώρα αυτή θα μεταβαλλόταν, ουσιαστικά, σε ξενοδοχείο της Ευρώπης, εάν αντιμετωπιζόταν το πρόβλημα του νέφους[20].

Στην πραγματικότητα όλες οι πολιτικές των ελληνικών κυβερνήσεων τις τελευταίες δεκαετίες της Μεταπολίτευσης ήταν διαποτισμένες από νεοφιλελεύθερη λογική, που στόχευαν να διατηρούν χαμηλά το μέσο εισόδημα, να αυξάνουν την ακρίβεια για να εισπράττονται φόροι, ενώ ορισμένα καρτέλ να αποκομίζουν έσοδα. Το δυσάρεστο, βέβαια, γεγονός, ήταν πως οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν αξιοποίησαν σωστά τις οικονομικές ενισχύσεις της  Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εκμετάλλευση των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας[21]. Τελικά, η διαδικασία της οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης αποδείχθηκε, πως οργανώθηκε με πολύ αυστηρά δημοσιονομικά κριτήρια, στα οποία κυριάρχησε η πολιτική φιλοσοφία του νεοφιλελευθερισμού και η συρρίκνωση λόγω της επίθεσης του κεφαλαίου των κοινωνικών δικαιωμάτων[22], που εντέλει όλα τα κυβερνητικά κόμματα εξουσίας στη χώρα υποχρεώθηκαν κατά την εφαρμογή της κυβερνητικής τους πολιτικής τους, αναντίρρητα,  να αποδεχτούν και να εφαρμόσουν.

Η προσπάθεια, ωστόσο, του ανθρώπου να καθορίζει ό ίδιος τη ζωή του συλλογικά αποφασίζοντας από κοινού με τους υπόλοιπους θα εξακολουθήσει. Η απελευθέρωση από τα δεσμά της φτώχειας, της αδικίας, της εκμετάλλευσης των πολλών από μια ολιγαρχία οικονομικών συμφερόντων και η θεμελίωση μιας πραγματικής δημοκρατίας ως συλλογικό προϊόν είναι σίγουρα το ζητούμενο και έργο του μέλλοντος. Είναι αλήθεια εφικτή μια δημοκρατία, στην οποία οι εργαζόμενοι μέσα από τους δικούς τους ορίζοντες, που θα ανοίγουν θα μπορούν να απαλλαγούν από την κοινωνική εκμετάλλευση, την αδικία και θα προσδιορίζουν την πολιτική και οικονομική τους ανάπτυξη μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες; Ο αυτοπροσδιορισμός του ανθρώπου και η πραγματική του ελευθερία είναι το μεγάλο ζητούμενο. Η ανθρωπότητα από την εποχή του homo sapiens έχει αποδείξει, πως έχει διανύσει ένα μεγάλο δρόμο και οι λαοί έχουν κατορθώσει διαχρονικά σύμφωνα με τα διδάγματα της ιστορίας να σωρεύσουν εμπειρία και γνώση ομολογουμένως με οδυνηρό, όμως, τρόπο[23]. Η εμπειρία του 20ου αιώνα έχει καταδείξει, ότι ο αγώνας των επαναστατικών δυνάμεων για την εξουσία, πρέπει να στηρίζεται στην διαρκή αφύπνιση του λαού για πολιτική δράση, στην ανάδειξη της αλήθειας και στον διαρκή έλεγχο της επαναστατικής ηγεσίας[24].

Το ζήτημα αυτό μας αφορά όλους πάντα και πάντοτε, διότι σχετίζεται με την ενασχόληση και την οργάνωση του κοινού μας βίου με ζητούμενο τη συγκρότηση μιας κοινότητας ελεύθερων ατόμων. Δεν πρέπει, ωστόσο, να θεωρείται ως οριστικά τελειωμένο. Στην ιστορική διαδρομή έχει καταγραφεί, πως κινδυνεύει τόσο από αυταρχικές υποτροπές όσο και από οδυνηρές ακυρώσεις εξαιτίας ανερχόμενων ολοκληρωτισμών. Μέσα από το πρίσμα της κανονιστικής και εμπειρικής θεώρησης της δημοκρατίας η παντελής απουσία πολιτικών ή θεσμικών αντίβαρων «απελευθερώνει» τις εκάστοτε κυβερνήσεις σε σχέση με την αυθαίρετη άσκηση εξουσίας, την μεταμόρφωση των θεσμικών διαδικασιών σε εργαλεία για τη συγκάλυψη ευθυνών και την καθιέρωση πρακτικών πολιτικής διαφθοράς, λόγω του περιορισμένου κόστους που ενδεχομένως έχουν να αντιμετωπίσουν στο πλαίσιο του πολιτικού ανταγωνισμού λόγω έλλειψης πειστικής και αξιόπιστης πολιτικής εναλλακτικής λύσης[25]. Είναι, άλλωστε, γεγονός, πως ο λαός οφείλει να είναι πληροφορημένος, προτού να διαμορφώνει γνώμη και να αποφασίζει[26].

Καθίσταται προφανές, πως η δημοκρατία κατά γενική παραδοχή συνιστά ένα αγαθό του οποίου η ύπαρξη πάντα ενδέχεται να διακυβεύεται. Για αυτό ο δημοκρατικός αναστοχασμός δεν αποτελεί είδος πολυτέλειας. Αντίθετα, η πολιτική μας βούληση οφείλει να διαμορφώνεται μέσα από την κατανόηση και την συνειδητοποίηση των πιθανών απειλών και κινδύνων για την ύπαρξη και τη διατήρηση της δημοκρατίας, αλλά και μέσα από τη στρατηγική χάραξης μιας γενικότερης πορείας για την πολιτική και κοινωνική μας οργάνωση. Τα κόμματα, συνεπώς, εξουσίας για να καταστούν και πάλι ισχυροί πολιτικοί πρωταγωνιστές των πολιτικών εξελίξεων οφείλουν να διαμορφώσουν, αλλά προπαντός να υπογράψουν ένα νέο «κοινωνικό συμβόλαιο» με την ελληνική κοινωνία με ζητούμενο την υπέρβαση της μέχρι τώρα ιδεολογικής τους διαδρομής, πορείας και των πολιτικών τους προγραμμάτων. Ωστόσο είναι αλήθεια εφικτό αυτός ο στόχος, όταν μέχρι στιγμής προκρίνεται μια πολιτική εναντίον της κοινωνίας; Χρειάζεται, οπωσδήποτε, μια δομική πολιτική και οργανωτική αλλαγή, μια επανάσταση, που έπρεπε, όμως, να είχε γίνει ήδη από το 2012, με ζητούμενο την συνολική επανίδρυση των πολιτικών κομμάτων μέσα από διαδικασίες οργάνωσης τους και παραγωγής πολιτικών θέσεων που να εκφράζουν, πραγματικά,  την κοινωνία και τις κοινωνικές τάξεις, που εκπροσωπούν. Διαφορετικά οι ήδη υπάρχοντες πολιτικοί σχηματισμοί, εάν δεν αλλάξουν, θα οδηγηθούν μοιραία σε συρρίκνωση και αυτοδιάλυση, ενώ νέες μορφές οργάνωσης της πολιτικής αντιπροσώπευσης και της αυτονομίας της κοινωνίας θα αναδυθούν κάνοντας σε κάθε τομέα της κοινωνικής δραστηριότητας αισθητή την παρουσία τους[27].

[1] Βλ. Κεσσόπουλο Α. (2025), Ο αντίκτυπος των κρίσεων στην ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση, στο: https://enainstitute.org/event/o-antiktypos-ton-kriseon-stin-evropaiki-oikonomiki-diakyvernisi/ πρόσβαση 13.7.2025

[2]Βλ. Roubini N. (2011), Είναι καταδικασμένος ο καπιταλισμός;, στο: https://www.euro2day.gr/specials/opinions/article/653426/roympini-einai-o-kapitalismos-katadikasmenos.html/  πρόσβαση 22.8.2025.

[3] Βλ. Βλ. Roubini N. (2011), ο.π.

[4] Βλ. Καιρίδη Δ.-Φίλη Κ. (2023), Ανατολική Μεσόγειος: Ολική επαναφορά – Ιστορία και γεωστρατηγική μιας αναδυόμενης περιοχής, Αθήνα: Πατάκης.

[5] Βλ. Κεσσόπουλο Α. (2025), Ο αντίκτυπος των κρίσεων στην ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση, στο: https://enainstitute.org/event/o-antiktypos-ton-kriseon-stin-evropaiki-oikonomiki-diakyvernisi/ πρόσβαση 13.7.2025

[6] Βλ. Βερβεσό Δ. (2025), Το κράτος δικαίου στην Ελλάδα πριν και μετά τα Μνημόνια, στο:  https://www.news247.gr/politiki/d-vervesos-to-kratos-dikaiou-stin-ellada-prin-kai-meta-ta-mnimonia/  πρόσβαση 22.8.2025,   περαιτέρω για το θέμα αυτό δες εκτενέστερα τη μονογραφία του Κριτσίκη Α. (2025), Η ιδεολογικοπολιτική φυσιογνωμία της ΝΔ όπως καταγράφηκε στις Αναθεωρήσεις του Συντάγματος στη Μεταπολίτευση, Αθήνα: Εναλλακτικές εκδόσεις.

[7] Βλ. Καϊδατζή Α.- Γιαννακόπουλο Κ. (2025), Δύο κορυφαίοι πανεπιστημιακοί σχολιάζουν στην «Εφ.Συν.», στο: https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/476520_dyo-koryfaioi-panepistimiakoi-sholiazoyn-stin-efsyn?sfnsn=mo#goog_rewarded / πρόσβαση 31.8.2025.

[8] Βλ. Ταστσόγλου Μ. (2022), Πολιτικός λόγος & νεοφιλελευθερισμός: Η περίπτωση της ελληνικής κρίσης, στο: https://left.gr/news/politikos-logos-neofileleytherismos-i-periptosi-tis-ellinikis-krisis/ πρόσβαση 18.7.2025.

[9] Βλ. Ελευθερίου Κ. (2025), Ποιος θα ενώσει την (κεντρο)Αριστερά; Όρια, εμπόδια και πολιτικές ασυμβατότητες, στο: https://www.anatropinews.gr/2025/06/18/ πρόσβαση 1.9.2025.

[10] Βλ. Ταστσόγλου Μ. (2022), H ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού στον περί Μνημονίων λόγο, Αθήνα: Παπαζήσης, σελ. 272-273.

[11] Βλ. Ταστσόγλου Μ. (2022), ο.π. σελ. 154, 273-274.

[12] Βλ. Plamenatz J. (1981) Ιδεολογία: Έννοια και ιστορία του όρου. Αθήνα: Κάλβος, σελ. 16.

[13] Βλ. Fukuyama F. (1992), Το τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος, Αθήνα: Λιβάνης.

[14] Βλ. Glaser E., Bring back ideology: Fukuyama’s ‘end of history’ 25 years στο: The Guardian, https://www.theguardian.com/books/2014/mar/21/bring-back-ideology-fukuyama-end-history-25-years- πρόσβαση 22.7.2025, Σακελλαρόπουλο Σ. (2025), Ο αντίκτυπος των κρίσεων στην ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση, παρέμβαση στο: https://www.youtube.com/watch?v=nt8zMB_uKlo&embeds_referring_euri=http%3A%2F%2Fwww.spyrossakellaropoulos.com%2F&source_ve_path=MjM4NTE/ πρόσβαση 22.7.2025

[15] Εκτενέστερα ως προς το θέμα του νεοφιλελεύθερου «Μινώταυρου» βλ. Παυλόπουλο Π. (2014), Το δημόσιο Δίκαιο στον αστερισμό της οικονομικής κρίσης, Αθήνα: Α.Α. Λιβάνη σελ. 57-61.

[16] Βλ. Βερναρδάκη Χ. (2023), Πολιτικά κόμματα, εκλογές & κομματικό σύστημα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: εκδ. Σάκκουλα, σελ. 374.

[17] Βλ. Τσακλόγλου Π. (2025), Οικονομική πολιτική στη δεκαετία της κρίσης, στο: Η Ελλάδα και τα Μνημόνια, Δυστυχώς Χρεοκοπήσαμε, Εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», σελ. 53, 57.

[18] Βλ. Λαμπρία Τ. (επιμ.) (1995), Κωνσταντίνος Καραμανλής, Επίλεκτα Κείμενα, Αθήνα: Εστία, σελ. 81 με αναφορά σε γράμμα του Κων/νου Καραμανλή προς τον πρέσβη Ξανθόπουλο-Παλαμία την 1ης Φλεβάρη 1969, το οποίο χαρακτηρίζεται από τον Λαμπρία Τ. «σύντομο, αλλά πυκνό κείμενο εθνικής υπερηφάνειας» ο Κων/νος Καραμανλής υποστηρίζει τα ακόλουθα: «…Οι Έλληνες αφού αποδείχθησαν ιστορικώς ανίκανοι να λειτουργήσουν τη Δημοκρατία, ζητούν από τους Αμερικανούς να αποφασίσουν για τον τρόπο με τον οποίο θα κυβερνηθούν… Το γεγονός δε ότι οι Αμερικανοί δύνανται και οφείλουν εφόσον ανοήτως κατέστησαν και δικό τους το ελληνικό πρόβλημα, να επηρεάσουν τας εν Ελλάδι εξελίξεις, δεν μειώνει τη σημασία του καταντήματος μας…».

[19] Βλ. Βερναρδάκη Χ. (2011), Πολιτικά κόμματα, εκλογές & κομματικό σύστημα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, Σάκκουλα, σελ.4., ομοίως του ιδίου (2006) έργο: 1990-1993. Εσωτερική πολιτική, στο συλλογικό τόμο: Ιστορία των Ελλήνων,  τομ. 14: Σύγχρονος Ελληνισμός. Από το 1949 έως σήμερα, Κεφάλαιο 9, Αθήνα: Δομή, σελ. 325-346, επίσης για τις πολιτικές εξελίξεις της εποχής εκτενέστερα βλ. στο: Λυγερό Σ. (1996), Το παιχνίδι της πολιτικής εξουσίας, Αθήνα: Λιβάνης, κεφ. «Το Πολιτικό Ημερολόγιο», επίσης βλ. συνέντευξη του Πρωθυπουργού την περίοδο εκείνη Ανδρέα Παπανδρέου το 1995 στη Σύνοδο Κορυφής στις Κάννες στις 27/6/1995 στο: https://www.youtube.com/watch?v=fMgUNdmKZpE/ προσπέλαση 14.1.2024 , ο οποίος δηλώνει χαρακτηριστικά σε προσωπική συνέντευξη μετά το πέρας της Συνόδου, ότι: «…δεν είναι εφικτό στο πλαίσιο πλέον της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ιεραρχούν τις κυβερνητικές πολιτικές σύμφωνα με τις κοινωνικές ανάγκες, αλλά αντίθετα σύμφωνα με τις ανάγκες των οικονομικών διευθυντηρίων…».

[20] Βλ. συνέντευξη Α. Παπανδρέου στον Π. Τσίμα στο https://www.youtube.com/shorts/1lz3NZqCdro/ πρόσβαση 3.9.2025.

[21] Βλ. Τσουκαλά Κ. (2025), συνέντευξη εκπροσώπου τύπου του ΠΑΣΟΚ στο: https://pasok.gr/exoyme-allh-antilhpsh-apo-th-neofileleytherh-logikh-ths-kybernhshs/ πρόσβαση 28.8.2025.

[22] Βλ. Βερναρδάκη Χ., (2023), ο.π. σελ. 12.

[23] Βλ. Καλτσώνη Δ., (2016), Τί είναι το κράτος; Τι δημοκρατία χρειαζόμαστε; Αθήνα: Τόπος, σελ. 130-131.

[24] Βλ. Καλτσώνη Δ. (2025), Η τέχνη του πολέμου για την εξουσία, Αθήνα: Τόπος σελ. 256.

[25] Βλ. Ελευθερίου Κ. (2025), Μπορούν τα φαινόμενα διαφθοράς να μεταβάλουν τις πολιτικές προτιμήσεις των ψηφοφόρων;, στο: https://www.naftemporiki.gr/opinion/2004102/mporoyn-ta-fainomena-diafthoras-na-metavaloyn-tis-politikes-protimiseis-ton-psifoforon/  πρόσβαση 11.9.2025.

[26] Βλ. Castro F. (1989), Los derrechos humanos (1959-1988), La Habana: Editora politica, σελ. 101 επ.

[27] Βλ. Βερναρδάκη Χ. (2023), ο.π. σελ. 375, 410-411.

Κριτσίκης Αλέξανδρος

Δικηγόρος, ΔΝ

Σχετικές αναρτήσεις