Απόσπασμα του βιβλίου
Νίκος Παναγιωτόπουλος «Απρόσωπες εξομολογήσεις, Ένας κοινωνικός αποστάτης ως κοινωνιολόγος», Εκ. Παπαζήσης, 2026, σς.56-61.
(….) Ζώντας τα πρώτα χρόνια της θεμελιώδους διαμόρφωσης και συγκρότησης της πρωτογενούς ταυτότητας μου μέσα σ’ένα περιβάλλον που κυριαρχούσε η ανάγκη, γνώρισα πρακτικά πως είναι αυτή ακριβώς η ανάγκη που ωθεί τις λαϊκές τάξεις σε μια πραγματιστική και λειτουργιστική «αισθητική» η οποία απορρίπτει το αλυσιτελές και το «άσκοπο» των μορφικών ασκήσεων και κάθε είδους «τέχνης για την τέχνη», πως είναι αυτή ακριβώς, επίσης, στη ρίζα όλων των επιλογών της καθημερινής ύπαρξης και μιας τέχνης του ζην που τους επιβάλλει να τα «μετρούν όλα», «να προσέχουν τα πάντα» και να αποκλείουν σαν «τρέλες» τις καθαυτό αισθητικές προθέσεις. Γνωρίζοντας στη πράξη ένα σύμπαν όπου δε διέθετε κανείς σχεδόν καμία (εξ)ασφάλιση, όπου, για να το πω με μια λέξη που σημαίνουν χιλιάδες, «δεν έπρεπε να αρρωστήσεις», και όπου όλες οι αδυναμίες «δεν είναι τίποτα, σήκω και προχώρα», ενσωμάτωσα, μέσα και μέσω όλων αυτών των «κάνε ό,τι πρέπει» και «αυτό δεν είναι για μας» το γούστο της ανάγκης, μια οικονομία των πρακτικών που βασιζόταν στην αναζήτηση του «πρακτικού», και στην απορριπτική στάση του «έλα-έλα» απέναντι στα «πολλά πολλά», στα «καμώματα», στις «κόνξες» και στις «τσιριμόνιες». Μιλώ για αυτή την οικονομία η οποία, αρχή όλων αυτών των «ανορθολογικών», όπως τις χαρακτηρίζουν ακόμα τα κυρίαρχα κανονιστικά πρότυπα, επιλογών (για παράδειγμα, η προτίμηση για τα φαντεζί ψιλολοϊδια και τα φανταχτερά μπιχλιμπίδια και μπιμπελό που τα αγοράζει κανείς «για ένα τίποτα», με «ψιλά» από τα πάσης φύσεως «ψιλικά», αυτά που «κτύπαγαν στο μάτι», το τίποτα για να φανεί το «ψευδοόλο»,το «ψευδοπλήρες», να γεμίσει το κενό με το τίποτα, το ένα πάνω στο άλλο, ….), διαπνέεται από μια πρόθεση ξένη στους συνήθεις αισθητιστές, και συγκεκριμένα την πρόθεση να επιτύχεις χωρίς μεγάλο κόστος το μέγιστο «εφέ» («αυτό θα κάνει πολύ εφέ»), διατύπωση η οποία για το αστικό γούστο είναι ο ορισμός της έλλειψης καλής αγωγής, δηλαδή της χυδαιότητας και της ακαμψίας. Μαθήματα, μέσα και μέσω του εκπληκτικού ρεαλισμού των εργατικών στρωμάτων μέσα στα οποία γνώριζα το κόσμο που καθοριζόταν από ένα κλειστό σύμπαν δυνατοτήτων, τα οποία με προστάτευσαν πολλές φορές αργότερα, όπως, για να το συσχετίσω με το αντικείμενο που εδώ διαχειρίζομαι, ενάντια στην επίκληση των επιπτώσεων της πολιτισμικής αδράνειας ή της «πολιτισμικής καθυστέρησης» των λαϊκών τάξεων, τα οποία ως ερμηνευτικά σχήματα, ουσιοκρατικής έμπνευσης, που διδασκόμουν αργότερα εφαρμοζόντουσαν ως εξελιξιαρχικό σχήμα που επέτρεπε στους κυρίαρχους να αντιλαμβάνονται το δικό τους ιστορικά κατασκευασμένο τρόπο ύπαρξης ή πράξης ως το πραγματοποιημένο δέον είναι. Είναι αυτές εμπειρίες και αυτά τα παθήματα μέσα σε αυτό το κοινωνικό περιβάλλον, τα οποία με ώθησαν και με στήριξαν αργότερα, μέσα σε τελείως αντίθετα συγκείμενα να κατανοήσω χωρίς καμία δυσκολία (και να αντιμετωπίσω στη συνέχεια ορθολογικά και παραγωγικά τις συνέπειες αυτής της διερώτησης) πως η λαϊκή αξιοδότηση της σωματικής δύναμης την οποία τόσο είχα υπερασπιστεί ως παιδί και έφηβος, ως θεμελιακής διάστασης του ανδρισμού και όλων όσα τον παράγουν και τον στηρίζουν, όπως είναι τα «δυνατά» τρόφιμα και ποτά, ή οι σκληρές εργασίες και ασκήσεις που απαιτούσαν «μπράτσα», «κουράγιο» και «λεβεντιά», επιβεβαιωνόμενη στα «αργά και βαριά ζειμπεκικα», αποτελεί την αναμεταφραση του γεγονότος ότι η εργατική τάξη εξαρτά την κοινωνική της ύπαρξη από μια εργασιακή δύναμη την οποία οι νόμοι της πολιτιστικής αναπαραγωγής και της αγοράς της εργασίας περιστέλλουν, περισσότερο απ’ ό,τι για οποιαδήποτε άλλη τάξη, στη μυϊκή δύναμη. Είχα, πράγματι, κατά τη διάρκεια της σύνταξης αυτού του βιβλίου στη διάθεση μου πάρα πολλές εικόνες από παρελθούσες εμπειρίες μου, πλούσιο φωτογραφικό υλικό που μου επέτρεπε μέσω της κοινωνιολογικής αποκωδικοποίησης του να το χρησιμοποιήσω ως ερευνητικό υλικό και να προωθήσω τη θεωρητική μου ανάλυση: λ.χ όλες αυτές τις «αφιλόκαλες» πολιτισμικές καταναλώσεις των λαϊκών τάξεων οι οποίες δεν συσχετιζόντουσαν μόνο με την έλλειψη πολιτισμικού κεφαλαίου ικανού να παράσχει τα εργαλεία οικειοποίησης των νομίμων πολιτιστικών έργων, και άρα στην έλλειψη οικειότητας με αυτά, αλλά και ενίοτε με συμβολικές στρατηγικές αναπαραγωγής των ίδιων των μελών των λαϊκών τάξεων, με στρατηγικές κοινωνιοδικίας των τάξεων αυτών· είχα, για παράδειγμα ακόμα, στη διάθεση μου όλες αυτές τις μορφές αμηχανίας, δισταγμού και άρνησης που εμφάνιζαν σε τυχαίες συναντήσεις με μορφικές αναζητήσεις του πρωτοποριακού θεάτρου (λ.χ στις καλοκαιρινές θεατρικές δημοτικές παραστάσεις που επισκεπτόντουσαν εν είδη βραδινού περιπάτου..) ή της μη παραστατικής ζωγραφικής, ή και απλώς της κλασικής μουσικής, συγγενείς και φίλοι από τη γενέθλια γη μου· όλες αυτές τις σκηνές όπου η βαθιά προσδοκία συμμετοχής τους, η θέληση τους να μπουν στο παιχνίδι, ταυτιζόμενοι με τις χαρές και τις λύπες των ηρώων των έργων των οποίων ήταν «θεατές», συγκινημένοι, ενδιαφερόμενοι για τη μοίρα τους, ασπαζόμενοι τους στόχους τους και τα ζητήματα, τους τίμιους σκοπούς τους, στηρίζονταν σε μια μορφή ρεαλιστικής επένδυσης, «ήρθαμε εδώ για να διασκεδάσουμε», «άξιζε τα λεφτά τους»), που τους ωθούσε να μην αποδέχονται τις μορφικές αναζητήσεις και τα καθαυτό καλλιτεχνικά αποτελέσματα, τελικά, σε μια οικονομία της ανάγκης που δομούσε τη ζωή τους και έκανε το καλλιτεχνικό έργο να φαίνεται πλήρως αιτιολογημένο, ανεξάρτητα από την τελειότητα με την οποία πληροί την αμιγώς καλλιτεχνική του λειτουργία του, μόνο αν το παριστώμενο πράγμα άξιζε το κόπο στα μάτια τους. Είχα στο μυαλό μου πολλά «λαϊκά θεάματα» που είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με τρόπο φυσικό, αυτά δηλαδή που παρείχαν τα δυνατότητα και της ατομικής συμμετοχής του θεατή στο θέαμα και τη συλλογική συμμετοχή στη γιορτή με αφορμή το θέαμα, όπως το τσίρκο, το κατς, το μποξ και διάφορα άλλα θεάματα που είχα παρακολουθήσει στην επαρχία, όπως τα διάφορα πανηγύρια, με τις συλλογικές εκδηλώσεις που πυροδοτούσαν και τις εντυπωσιακές επιδείξεις που προσέφεραν, όπως το κέφι της μουσικής, η ζωντάνια της δράσης, η ζέση των «μουσικών» («για τα πανηγύρια»), αλλά και οι επιθεωρησιακές σκηνές όπου οι μορφές του κωμικού και κυρίως όσες αντλούσαν τα αποτελέσματά τους από την παρωδία ή τη «χοντρή» σάτιρα των «επωνύμων», «των μεγάλων», έδιναν σε μένα και στους δικούς μου την αίσθηση της γιορτής, της ελευθεροστομίας και της «πλάκας», προσφέροντας όχι μόνο άμεσες ικανοποιήσεις που τόσο είχαμε ανάγκη (αυτά τα ηχηρά γέλια που δήλωναν πως «λυθήκαμε απόψε στα γέλια», «δεν έμεινε νεφρό», «ξεσκάσαμε και εμείς λίγο») αλλά και την αναγκαία ψευδαίσθηση πως έστω και για μια στιγμή ήρθαν ( και μπορούν να έρθουν) στον κοινωνικό κόσμο τα πράγματα «τούμπα», ανατρέποντας τους συμβατικούς και κόσμιους τρόπους που μας έβαζαν συνεχώς «στη θέση μας». Κοντολογίς, γνώριζα στο πετσί μου πριν το γνωρίσω θεωρητικά πως η λαϊκή «αισθητική» είναι μια κυριαρχημένη «αισθητική», που είναι ακατάπαυστα αναγκασμένη να προσδιορίζεται σε σχέση με τις κυρίαρχες αισθητικές, πως τίποτα δεν είναι πιο ξένο από τη λαϊκή συνείδηση όσο η ιδέα μιας «αισθητικής τέρψης» η οποία θα ήταν «ανεξάρτητη από την ευαρέσκεια των αισθήσεων», και πως, τελικά, αυτό είναι το θεμέλιο του “βάρβαρου γούστου”, το γούστο του Βοιωτού, της κακομοιριάς και της αχαροσύνης, στο οποίο αναφέρονται πάντα αρνητικά οι πλέον αντιθετικές μορφές της κυρίαρχης αισθητικής, και το οποίο δεν αναγνωρίζει παρά μόνο τη πρακτική, τη ρεαλιστική, δηλαδή τη ταπεινή παράσταση αντικειμένων προσδιορισμένων από την ομορφιά τους, από την κοινωνική τους αναγκαιότητα ή τον άμεσα χρηστικό τους συμβολισμό.
Συχνά ένιωθα την βαθιά ανάγκη να δανειστώ στοιχεία από τη πόζα του Τόμας Μπερχαρντ και να περιγράψω λεπτομερώς μια -μια από αυτές τις «σκηνές-εικόνες» που μου ήταν πολύτιμη στη κοινωνιολογική μου ανάλυση, όπως, αυτή, για παράδειγμα, κατά την οποία ως νέος διανοούμενος «πολλά υποσχόμενος, άρτι αφιχθείς από παρισίους», όπως χαριτολογώντας έλεγαν κάποιοι καθιερωμένοι ακαδημαϊκοί τότε γενναιόδωρα, τόλμησα να αισθανθώ, φυσικά, σε ένα κύκλο γνωστών διανοουμένων οι οποίοι σε μια τυχαία συζήτηση και σ’ ένα ανάλογο οικολογικό πλαίσιο υποστήριζαν τη συνδρομή του ρεμπέτικου στην ελληνική μουσική, και να χορέψω ένα «βαρύ ζεϊμπέκικο» όπως το έλεγαν και όπως μου το είχαν μάθει από παιδί στα μηχανουργεία του λιμανιού του Πειραιά από ανθρώπους της «φυλακής» και «της εξορίας» για να καταδείξω πως η εμπειρία μου αυτή, ως αντικείμενο αλλοδοξίας που βίωσα από τις ρητές και μη αντιδράσεις της παρέας μου εκείνη τη βραδιά, κατέστησε αίφνης απόλυτα συνειδητή τη λογική του ταξικού ρατσισμού εις βάρος των λαϊκών τάξεων που είχα πρακτικά βιώσει ως παιδί αλλά και τον αυθεντικό ορισμό του διανοουμενίστικου λαϊκισμού που τόσο με οδήγησε η επιστημονική μου κατάρτιση να απαξιώσω.(…)
Σύντομο Βιογραφικό
Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας του Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Εθνολογία στη Γαλλία. Υπήρξε μαθητής και στη συνέχεια στενός συνεργάτης του Γάλλου κοινωνιολόγου Pierre Bourdieu, στο ίδρυμα του οποίου είναι σήμερα Αντιπρόεδρος. Ιππότης των Γραμμάτων και των Τεχνών της Γαλλικής Δημοκρατίας, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος έχει διδάξει σε πολλά πανεπιστήμια του εξωτερικού, είναι επιστημονικός συνεργάτης ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων της Ελλάδας και του εξωτερικού, μέλος συντακτικών επιτροπών διεθνών επιστημονικών περιοδικών και επιθεωρήσεων, και εκδότης και διευθυντής της ετήσιας τρίγλωσσης επιθεώρησης κοινωνικών ερευνών Κοινωνικές Επιστήμες (ΚΕ).




