Βουβονίκος Ευάγγελος Ορέστης
Μεταδιδάκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου, ΔΝ
Το παρόν κείμενο αποτελεί τη γραπτή, αναλυτική απόδοση της εισήγησης του συγγραφέα με το ομότιτλο θέμα στο πλαίσιο του 12ου Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου του Ινστιτούτου Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών με θέμα: «Η διασπορά και το παγκόσμιο σύστημα-Ταυτότητες, πολιτικές, γέφυρες πολιτισμού και παιδείας» (Ηράκλειο, 5-10 Μαΐου 2026).
Περίληψη
Ο χαρακτήρας και το κανονιστικό πλαίσιο θέσπισης της θρησκευτικής εκπαίδευσης αποτέλεσε διαχρονικά αντικείμενο μελέτης και έκφρασης, ενίοτε, αντιτιθέμενων απόψεων στο πλαίσιο, ιδίως, της παιδαγωγικής και της νομικής επιστήμης. Η θρησκευτική εκπαίδευση έχει καταστεί πεδίο συνάντησης ή και σύγκρουσης μεταξύ, αφενός, της προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου και της ανάγκης για πλουραλιστική εκπαίδευση και αφετέρου, κρατικών προτεραιοτήτων με διαφορετική κατεύθυνση. Σε κύριο στόχο της παρούσας έρευνας αναδεικνύεται η διατύπωση θέσεων αναφορικά με το ισχύον status της θρησκευτικής εκπαίδευσης στην ελληνική έννομη τάξη και η διεξαγωγή συζήτησης σχετικά με την αναγκαιότητα προσαρμογής της στα σύγχρονα δεδομένα. Οι παραπάνω αναζητήσεις για τον κύριο σκοπό του παρόντος άρθρου διέρχονται μέσω της απόκρισης σε επιμέρους ερευνητικά ζητούμενα, όπως, μεταξύ άλλων: Ποιες ερμηνευτικές επιλογές υιοθετούνται από τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων; Πώς έχει αποκριθεί στα σχετικά ζητήματα η νομολογία του ΕΔΔΑ;
Λέξεις κλειδιά: θρησκευτική εκπαίδευση, θρησκειολογικό και ομολογιακό πρότυπο θρησκευτικής εκπαίδευσης, Σύνταγμα, ΕΣΔΑ, θεμελιώδη δικαιώματα, νομολογία ΕΔΔΑ, δικαίωμα απαλλαγής
1. Εισαγωγή
Το αυξημένο πολιτικό και, συνακόλουθα, επιστημονικό ενδιαφέρον αναφορικά με τις κατευθύνσεις, το περιεχόμενο και τις επιμέρους εκφάνσεις της θρησκευτικής εκπαίδευσης στο πεδίο των κρατών-μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης φαίνεται να συνδέεται αιτιωδώς με την αντικειμενική τάση επίτασης της διεθνοποίησης των οικονομικών σχέσεων, ιδιαίτερα στον ευρωπαϊκό χώρο. Από το προκείμενο αίτιο απορρέει και η διαμορφούμενη-κατά το διάστημα των τελευταίων δεκαετιών-ένταση της πολιτισμικής και θρησκευτικής πολλαπλότητας των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Σε διάφορα κράτη-μέλη, οι σχεδιασμοί, που άπτονταν του εκάστοτε επιλεγέντος προτύπου θρησκευτικής εκπαίδευσης, συσχετίζονταν με γενικότερες πολιτικές επιλογές, όπως, μεταξύ άλλων, τη διάπλαση ακόμη και των εξωτερικών σχέσεων ενός κράτους, κυρίως με όσα κράτη συνιστούσαν κράτη προέλευσης πρώην μεταναστευτικών πληθυσμών (Kallioniemi & Matilainen, 2011; Λυτσιούση & Τσιούμης, 2022; Μαντζούφας, 2011).
Οι συγκρούσεις ανάμεσα σε φορείς in abstracto προστατευόμενων δικαιωμάτων που είναι πιθανόν να ανακύψουν λόγω κρατικής επιλογής παροχής αυτοτελώς θρησκευτικής εκπαίδευσης στις σχολικές βαθμίδες συνέχεται και με τον χαρακτήρα αυτής της εκπαίδευσης. Όπως είναι γνωστό, επί τη βάσει της διεθνούς εμπειρίας, στην επιστήμη έχουν διακριθεί και υποστηριχθεί δύο, κατά κύριο λόγο, πρότυπα θρησκευτικής εκπαίδευσης: το ομολογιακής και το θρησκειολογικής υφής πρότυπο (Moe, 2019; Τσιτσελίκης, 2019).
Στην περίπτωση της ελληνικής έννομης τάξης, η πρόβλεψη της κατ’ άρθρο 16 παρ. 2 Σ. «ανάπτυξης της θρησκευτικής συνείδησης» αποτέλεσε υπόβαθρο πολιτικών και επιστημονικών προβληματισμών σχετικά με τη διάγνωση του ακριβούς νοήματος της προκείμενης συνταγματικής ρύθμισης. Καθότι, συγχρόνως, στο άρθρο 13 Σ. θεμελιώνεται η θρησκευτική ελευθερία, καθώς και τα συνδεδεμένα με αυτή δικαιώματα (Αιμιλιανίδης, 2024; Ζαμπέτα, 2020; Παπαστάθης, 2007; Σωτηρέλης, 2023). Ωστόσο, όπως επιδιώκεται να καταδειχθεί και στα οικεία σημεία του παρόντος, στην εγχώρια νομολογία (με λίγες εξαιρέσεις) η διατύπωση του άρθρου 16 παρ. 2 Σ. ερμηνεύθηκε ως νομική βάση για την έγερση της υποχρέωσης του κράτους προς οργάνωση και παροχή συστήματος σχολικής, θρησκευτικής εκπαίδευσης με ομολογιακά γνωρίσματα (Σωτηρέλης, 2023; Τσιτσελίκης, 2019; Χρυσόγονος, 2023).
Παραταύτα, θα πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, παράλληλα με την έκδοση των συναφών αποφάσεων από τα εγχώρια δικαστήρια και υπό την παραπάνω γενική κατεύθυνσή τους, τα εγχώρια δικαστήρια θα πρέπει να διαλαμβάνουν-κατά τη διάπλαση των δικανικών τους κρίσεων-και τη φιλική προς το διεθνές και το ευρωπαϊκό δίκαιο ερμηνεία του Συντάγματος. Καθώς, πρόδηλα, και τη σύμφωνη με τις διεθνείς και ευρωπαϊκές ρυθμίσεις της εγχώριας, κοινής νομοθεσίας. Υπό διαφορετική διατύπωση, λόγω των διεθνών δεσμεύσεων του κράτους, οι συναφείς αποφάσεις των εγχώριων δικαστηρίων δύναται να υποβληθούν στην άσκηση δικαστικού ελέγχου εκ μέρους διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων, όπως και συνέβη (για τη μελετώμενη προβληματική), σε ορισμένη έκταση, από το ΕΔΔΑ (Βενιζέλος, 2021, 2025; Ηλιοπούλου-Στράγγα, 2025).
2. Στοιχεία από το εγχώριο νομικό πλαίσιο και τις θέσεις της νομολογίας
2.1. Στο Σύνταγμα και τον ν.1566/1985
Κατά την άποψη η οποία επικράτησε στη νομολογία του ΣτΕ-ασκώντας ακυρωτικό έλεγχο- το άρθρο 16 παρ. 2 Σ. θα πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της διάταξης του άρθρου 3 Σ., στην οποία καθορίζεται η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού ως η «επικρατούσα θρησκεία» (Σωτηρέλης 2023). Απόρροια της εν λόγω πάγιας ερμηνευτικής αντίληψης της νομολογίας συνιστά η κρίση ότι, υπό την κατ’ άρθρο 16 παρ. 2 Σ. διατύπωση της «ανάπτυξης της θρησκευτικής συνείδησης» νοείται η ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης η οποία θα πρέπει να είναι σύμφωνη με το δόγμα της επικρατούσας θρησκείας. Ως εκ τούτων, η παραπάνω ερμηνευτική προσέγγιση συνεπάγεται, στο πλαίσιο της σχολικής εκπαίδευσης, ότι το ειδικό θρησκευτικό μάθημα θα πρέπει, από τα αρμόδια κρατικά όργανα, να οργανώνεται και να παρέχεται φέροντας ομολογιακό χαρακτήρα, σε εκπλήρωση συνταγματικής υποχρέωσης των τελευταίων (Γιαγκάζογλου, 2007; Σωτηρέλης, 2023; Τσιτσελίκης, 2019). Οι ανωτέρω παραδοχές έχουν γίνει αποδεκτές και σε αποφάσεις της συναφούς νομολογίας των διοικητικών δικαστηρίων, αλλά και σε τμήμα της επιστήμης (Αιμιλιανίδης, 2024; Βενιζέλος, 2016; ΔΕφΑθ 2704/1987; ΔΕφΧαν 115/2012;).
Ο προαναφερόμενος συνταγματικά καθοριζόμενος σκοπός της σχολικής εκπαίδευσης εξειδικεύθηκε στην εγχώρια έννομη τάξη, ιδίως, υπό τις διατάξεις του ισχύοντος ν.1566/1985, στον οποίον έχει ενσωματωθεί η οργάνωση του βασικού πλαισίου λειτουργίας της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (Γιαγκάζογλου, 2007). Συναφώς, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.1566/1985 προβλέπεται ότι, μεταξύ άλλων, «οι μαθητές θα πρέπει να διακατέχονται από πίστη προς[…]τα γνήσια στοιχεία της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης.». Η υπό κρίση νομοθετική διατύπωση αποτελεί μέρος αρκετά αφηρημένων ρυθμίσεων του αυτού νόμου σχετικά με τους γενικούς σκοπούς οι οποίοι θα πρέπει να ικανοποιούνται μέσω της σχολικής εκπαίδευσης (Σωτηρέλης, 2023). Σημειώνεται ότι, έως και τον παρόντα χρόνο, το μάθημα των θρησκευτικών-υπό τα προεκτιθέμενα γνωρίσματα-διδάσκεται, ανελλιπώς, στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως υποχρεωτικό για το σύνολο, κατ’ αρχήν, του μαθητικού πληθυσμού. Παρεκτός, όσων ασκούντων τη γονική μέριμνα μαθητών ή ενηλίκων μαθητών αιτήθηκαν και επέτυχαν να λάβουν απαλλαγή από την ως άνω υποχρεωτική παρακολούθηση του μαθήματος, καθώς και των εξαιρέσεων οι οποίες θεμελιώνονται στο νόμο υπέρ συγκεκριμένων κατηγοριών μαθητών προερχόμενων από μειονοτικούς πληθυσμούς (Γιαγκάζογλου, 2007).
Περαιτέρω εξειδίκευση των παιδαγωγικών σκοπών που θα πρέπει να υπηρετούνται διά του μαθήματος των θρησκευτικών εμπεριέχεται στα αναλυτικά προγράμματα σπουδών του μαθήματος. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000-διαμέσου και της εισδοχής της μεθοδολογίας της διαθεματικότητας-υιοθετήθηκαν διάφορα αναλυτικά προγράμματα σπουδών για το εν λόγω μάθημα. Στο σύνολό τους δεν επέδρασαν στην κατεύθυνση μίας εκτεταμένης μεταβολής του χαρακτήρα του μαθήματος, οπότε ο τελευταίος διατηρήθηκε ομολογιακός. Όμως, διαφαίνεται πως προστέθηκαν στοιχεία θρησκειολογικής φύσης στη διδασκόμενη ύλη. Και, ακόμη, στοιχεία διαπολιτισμικής εκπαίδευσης, στο πλαίσιο της ανταπόκρισης στις νέες συνθήκες της επιτεινόμενης κοινωνικής πολλαπλότητας (Γιαγκάζογλου, 2007; Fokas, 2019). Η προκείμενη ύλη διατηρήθηκε καταλαμβάνοντας περιορισμένη έκταση του μαθήματος, όπως συνέβη και με προϊσχύοντα αναλυτικά προγράμματα σπουδών (Τσαπόγας, 2025). Μεταβολές καταγράφηκαν και όσον αφορά το νομικό πλαίσιο διαρρύθμισης των προϋποθέσεων άσκησης του δικαιώματος απαλλαγής από την υποχρεωτική παρακολούθηση του μαθήματος των θρησκευτικών (Fokas, 2019).
Τον δημόσιο διάλογο και τη νομολογία του ΣτΕ απασχόλησαν με μεγαλύτερη ένταση τα προγράμματα σπουδών τα οποία δημοσιεύθηκαν βάσει υπουργικών αποφάσεων που εκδόθηκαν και κατά το χρονικό διάστημα 2016-2017. Εκτός των άλλων, διαμέσου των εν λόγω προγραμμάτων σπουδών επιχειρήθηκε ορισμένη επέκταση των γνωσιοκεντρικών αναφορών σε άλλα, πλην του κρατούντος, θρησκεύματα στα σχολικά εγχειρίδια του μαθήματος των θρησκευτικών, και στις δύο βαθμίδες της σχολικής εκπαίδευσης (Βενιζέλος, 2020). Πάντως, σύμφωνα με γνώμες που εκφράσθηκαν στο πεδίο ιδίως της παιδαγωγικής επιστήμης, η συμπερίληψη πρόσθετων θρησκειολογικής φύσης αναφορών διά των παραπάνω προγραμμάτων σπουδών δεν ήταν επαρκής ούτως ώστε να μεταβληθεί ο χαρακτήρας του θρησκευτικού μαθήματος από ομολογιακός σε θρησκειολογικός. Ενδεικτικά, όπως σημειώνεται από τη Ζαμπέτα (2020): «Πράγματι, επιχειρείται μια αναφορά σε άλλες θρησκείες (σ.σ.: στο αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών όπως είχε διαμορφωθεί μετά τη θέση σε ισχύ των υπουργικών αποφάσεων του 2017). Ωστόσο, η αναφορά αυτή δεν είναι ούτε ισοβαρής, ούτε συστηματική, με την έννοια ότι οι άλλες θρησκείες δεν παρουσιάζονται αυτοτελώς και στην ολότητά τους ως θρησκευτικά συστήματα, αλλά οι όποιες αναφορές είναι περιστασιακές[…]» (Ζαμπέτα, 2020).
Όπως έχει επισημανθεί στην επιστήμη, η γραμματική διατύπωση που επικράτησε για τη ρύθμιση του άρθρου 16 παρ. 2 Σ. συνιστά στοιχείο ισχυρού προβληματισμού αναφορικά με την αποσαφήνιση του νομικού πλαισίου που θα πρέπει να διέπει το εγχώριο σύστημα της θρησκευτικής εκπαίδευσης (ΕΕΔΑ, 2016; Κοντιάδης, 2025). Όπως προαναφέρθηκε, η χρήση της διατύπωσης «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης» ενέχει έντονα αφηρημένο χαρακτήρα, ενόσω συνιστά κρατική υποχρέωση που επιτάσσεται συνταγματικά. Εμφανώς, η επιλογή-στο πλαίσιο των εργασιών της Ε’ Αναθεωρητικής Βουλής-της ισχύουσας συνταγματικής πρόβλεψης του άρθρου 16 παρ. 2 Σ. κρίνεται και σε σχέση με το ιστορικό πλαίσιο της υιοθέτησής της. Υπενθυμίζεται ότι, στο αντίστοιχο άρθρο 16 παρ. 2 του προϊσχύσαντος Συντάγματος 1952 η οργάνωση της μέσης σχολικής εκπαίδευσης τέθηκε υπό το σκοπό της συμφωνίας της με τις ιδεολογικές κατευθύνσεις του αποκαλούμενου «ελληνοχριστιανικού πολιτισμού» (Παπαστάθης, 2007). Πρωτίστως για πολιτικοκοινωνικούς λόγους, η ανωτέρω-όλως φορτισμένη αξιακά-πρόβλεψη εγκαταλείφθηκε υπό την ισχύ του Συντάγματος 1975. Επιπρόσθετα, θα ευρισκόταν σε ολική αναντιστοιχία ειδικά με το πλέγμα διατάξεων κατοχύρωσης των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο ισχύον Σύνταγμα (Δημαράς, 2013).
Ωστόσο, και παρά την αισθητή πρόοδο που υπήρξε σε σύγκριση με την αντίστοιχη διατύπωση του άρθρου 16 παρ. 2 του προϊσχύοντος Συντάγματος 1952 (Κονιδάρης & Ανδρουτσόπουλος, 2025; Παπαστάθης, 2007), η χρήση της ισχύουσας διατύπωσης-απαράλλακτα από το 1975-διαφαίνεται πως θα μπορούσε να προκαλέσει ερμηνευτικά ζητήματα. Ήδη, ως προς τη συστηματική της συσχέτιση με την κατ’ άρθρο 13 Σ. κατοχύρωση της αρχής της θρησκευτικής ελευθερίας. Αλλά και όσον αφορά το εύρος των υποχρεώσεων του ελληνικού κράτους που συνάγονται από το διεθνές συμβατικό δίκαιο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
2.2. Ειδικότερα από την εγχώρια νομολογία
Όπως προαναφέρθηκε, η κρατούσα γνώμη (παρότι, συχνά με έκφραση μειοψηφιών) στη νομολογία των εγχώριων δικαστηρίων έθεσε, παγίως, το κανονιστικό περιεχόμενο του άρθρου 16 παρ. 2 Σ. υπό το πρίσμα της κατ’ άρθρο 3 Σ. έννοιας της «επικρατούσας θρησκείας». Η προκείμενη θέση εντοπίζεται, μάλιστα, ανά διαφορετικά χρονικά διαστήματα. Βάσει αυτής της κατεύθυνσης, κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο ομολογιακός χαρακτήρας του μαθήματος των θρησκευτικών κατοχυρώνεται από τον προαναφερόμενο συνδυασμό συνταγματικών διατάξεων. Επιπλέον, απαιτείται επαρκής αριθμός ωρών διδασκαλίας του μαθήματος αυτού, προκειμένου να εκπληρώνεται η κατ’ άρθρο 16 παρ. 2 Σ. δέσμευση του κράτους για «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης» των μαθητών. Ενώ, το ratione personae πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος απαλλαγής από την παρακολούθηση του μαθήματος των θρησκευτικών κρίθηκε ότι δεν καταλαμβάνει και τους μαθητές ή τους ασκούντες τη γονική μέριμνα αυτών που ασπάζονται το δόγμα της επικρατούσας θρησκείας. Αντίστοιχα, στο ratione materiae πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 16 παρ. 2 Σ. αξιολογήθηκε ότι υπάγεται και η συμμετοχή των μαθητών σε εξωδιδακτικές δραστηριότητες με θρησκευτικό ή εκκλησιαστικό χαρακτήρα, η οποία εκτιμήθηκε, συναφώς, ως μέρος των κατά τα προηγούμενα κρατικών υποχρεώσεων (Λυτσιούση & Τσιούμης, 2022; Τσιτσελίκης, 2019).
Έτσι, ενδεικτικά, σύμφωνα με το σκεπτικό που έγινε δεκτό στην ΣτΕ 3356/95 καταγράφονται τα παρακάτω ερμηνευτικά σχόλια: ««[…]οι μαθητές είναι υποχρεωμένοι να μετέχουν στις σχολικές θρησκευτικές εκδηλώσεις, όπως είναι η καθημερινή προσευχή και ο εκκλησιασμός και να παρακολουθούν το μάθημα των θρησκευτικών, το οποίον, όπως είναι αυτονόητο, εν όψει των εκτεθέντων, πρέπει να διδάσκεται στα σχολεία σύμφωνα με τις αρχές της ορθόδοξης χριστιανικής θρησκείας (βλ. ΣτΕ 3533/86) και επί ικανόν αριθμόν ωρών διδασκαλίας εβδομαδιαίως.». Όμοια κατεύθυνση υιοθετήθηκε και από την ΣτΕ 2176/1998, στο αιτιολογικό της οποίας εμπεριέχονται, εκτός των άλλων, και τα εξής: «Προκειμένου να τύχει εφαρμογής η διάταξις του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος και να καταστεί δυνατή η ανάπτυξις, εις επαρκή βαθμόν, της θρησκευτικής συνειδήσεως των μαθητών συμφώνως προς τας αρχάς της ορθοδόξου χριστιανικής πίστεως, επιβάλλεται όπως η Πολιτεία εξασφαλίζει την διδασκαλίαν του μαθήματος των θρησκευτικών επί ικανόν αριθμόν ωρών διδασκαλίας εβδομαδιαίως[…]» (Δημαράς, 2013; Πινακίδης, 1999; Τσαπόγας, 2025).
Στο πλαίσιο της υποβολής στην άσκηση ακυρωτικού ελέγχου των προεκτιθέμενων υπουργικών αποφάσεων του διαστήματος 2016-2017, στις ΣτΕ 660 και 926/2018 κρίσεις της Ολομέλειας, έγιναν δεκτά-κατά πλειοψηφία και με ταυτόσημο περιεχόμενο-και τα εξής σχόλια στο σκεπτικό αυτών των αποφάσεων: «[…] (σ.σ.: το μάθημα των θρησκευτικών) να περιλαμβάνει οπωσδήποτε, με σαφήνεια και πληρότητα, τα δόγματα, τις ηθικές αξίες και τις παραδόσεις της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού, χωρίς να καλλιεργεί αμφιβολίες ως προς τα εν λόγω στοιχεία που συγκροτούν την ορθόδοξη χριστιανική πίστη, ούτε να προκαλεί σύγχυση με τη διδασκαλία άλλων δογμάτων και θρησκειών[…]Η διδασκαλία των ανωτέρω στοιχείων είναι συμβατή με την, καθιερούμενη στη διάταξη της § 1 του άρθρου 13 Σ, απαραβίαστη θρησκευτική ελευθερία[…]» (Αιμιλιανίδης, 2024; Πικραμένος, 2020; Τσιτσελίκης, 2019; Χρυσόγονος, 2023).
Πάντως, στην εγχώρια νομολογία έχει εκφρασθεί και αντίθετη γνώμη. Σημαντική έχει θεωρηθεί η συμβολή προς αυτήν την κατεύθυνση της γνωμοδοτικής κρίσης του ΣτΕ η οποία περιλήφθηκε στο ΣτΕ Πρακτικό Επεξεργασίας 347/2002. Κατά την εν λόγω κρίση, η ορθή ερμηνευτική προσέγγιση του ζητήματος ερείδεται στη συστηματική ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 16 παρ. 2 Σ. και 13 παρ. 1 Σ.: συναφώς, βάσει και της εν λόγω ερμηνευτικής μεθόδου, κρίνεται εσφαλμένη η λήψη υπόψιν διατάξεων του οργανωτικού μέρους του Συντάγματος (εν προκειμένω του άρθρου 3 Σ.) με σκοπό την ερμηνεία διατάξεων που τίθενται στην ύλη του Συντάγματος για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Προς επίρρωση επίσης της παραπάνω γνώμης, από τον γνωμοδοτικό σχηματισμό του ΣτΕ αξιοποιείται, ορθά, η παραπομπή στις προβλέψεις του άρθρου 9 ΕΣΔΑ (Τσιτσελίκης, 2019; Χρυσόγονος, 2023). Όπως διαλήφθηκε, εκτός των άλλων, στο υπό αναφορά Πρακτικό Επεξεργασίας: «Με τις διατάξεις της παραγρ. 1 του ανωτέρω άρθρου 13 του Συντάγματος, οι οποίες είναι θεμελιώδεις, ως μη υποκείμενες, σύμφωνα με το άρθ. 110 παρ. 1 αυτού, σε αναθεώρηση, προστατεύεται η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, ως ειδικότερη εκδήλωση της θρησκευτικής ελευθερίας, και καθιερώνεται η θρησκευτική ισότητα, δηλαδή η ίση μεταχείριση, ανεξάρτητα από θρησκευτικές πεποιθήσεις, στην απόλαυση όχι μόνο των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, αλλά όλων των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η έννομη τάξη.».
Παραπλήσια επιχειρηματολογία υιοθετήθηκε, πιο πρόσφατα, και από τη μειοψηφούσα γνώμη στη ΣτΕ Ολ 660/2018. Σε αυτήν τη γνώμη επισημάνθηκε, κατ’ αρχάς, ο οριακός χαρακτήρας που οφείλει να διέπει την άσκηση του ακυρωτικού ελέγχου εκ μέρους του ΣτΕ. Σύμφωνα με τη μειοψηφούσα γνώμη, η πλειοψηφία της ανωτέρω απόφασης θα ήταν ορθότερο-και από δικονομική άποψη-να αφίσταται από λεπτομερή ανάλυση επί του περιεχομένου, όχι μόνο των συναφών με το περιεχόμενο των προγραμμάτων σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών, αλλά και επί του περιεχομένου των αντίστοιχων σχολικών εγχειριδίων. Κατά κύριο λόγο, ωστόσο, στη γνώμη της μειοψηφίας της απόφασης προβλήθηκε ότι, δεν είναι συμβατή με το κανονιστικό περιεχόμενο του άρθρου 13 παρ. 1 Σ. η οργάνωση και παροχή ομολογιακού μαθήματος θρησκευτικών στην εγχώρια έννομη τάξη, χωρίς, συγχρόνως, να έχει καθιερωθεί η δυνατότητα απαλλαγής από τη διδασκαλία του. Χωρίς, μάλιστα, η ανωτέρω δυνατότητα να δύναται να εκπληρωθεί υπό την πρόσθετη υποχρέωση του δικαιούχου να επικαλείται ορισμένη αιτιολογία (Αιμιλιανίδης, 2024; Σταυρόπουλος, 2018; Σωτηρέλης, 2018; Τσιτσελίκης, 2019; Χρυσόγονος, 2023).
2.3. Από τη νομολογία του ΕΔΔΑ
Αναφορικά με τη θρησκευτική εκπαίδευση πλέον σχετικές είναι οι διατάξεις οι οποίες εμπεριέχονται αφενός στο άρθρο 9 ΕΣΔΑ (εν γένει προστασία της ελευθερίας της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας). Και αφετέρου, του άρθρου 2 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην ΕΣΔΑ.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ (και παλαιότερα και της Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Συμβουλίου της Ευρώπης), το κατ’ άρθρο 9 ΕΣΔΑ κατοχυρούμενο δικαίωμα στη θρησκεία αναπτύσσεται σε δύο κύρια δικαιώματα: στο δικαίωμα στην κατοχή ή μη θρησκευτικών πεποιθήσεων (και στη μεταβολή των πεποιθήσεων αυτών) και στο δικαίωμα άσκησης ή μη στην πράξη των θρησκευτικών πεποιθήσεων Αφετηριακή επί των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη θεμελίωση της αρχής της θρησκευτικής ελευθερίας θεωρείται η απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Kokkinakis κατά Ελλάδας (1993) (Ανδρουτσόπουλος, 2023; Καστανάς, 2025).
Στο άρθρο 2 πρ.πρ.Πρωτ. ΕΣΔΑ προβλέπονται τα ακόλουθα: «Ουδείς δύναται να στερηθή του δικαιώματος όπως εκπαιδευθή. Παν κράτος εν τη ασκήσει των αναλαμβανομένων υπ’ αυτού καθηκόντων επί του πεδίου της μορφώσεως και της εκπαιδεύσεως θα σέβεται το δικαίωμα των γονέων όπως εξασφαλίζωσι την μόρφωσιν και εκπαίδευσιν ταύτην συμφώνως προς τας ιδίας αυτών θρησκευτικάς και φιλοσοφικάς πεποιθήσεις.». Σύμφωνα με την κρατήσασα ερμηνεία στην επιστήμη και τη νομολογία, στο πρώτο εδάφιο του ανωτέρω άρθρου κατοχυρώνεται το γενικό δικαίωμα στην εκπαίδευση. Ενώ, στο δεύτερο εδάφιο αυτού κατοχυρώνεται το δικαίωμα των γονέων να εξασφαλίζουν την εκπαίδευση των τέκνων τους σύμφωνα προς τις θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις τους. Τα εν λόγω δικαιώματα έχουν κριθεί ότι ευρίσκονται σε σχέση άμεσης αλληλεξάρτησης. Συγκεκριμένα, το δικαίωμα το οποίο εμπεριέχεται στο δεύτερο εδάφιο φέρει, ειδικότερα, παραπληρωματικό χαρακτήρα έναντι του γενικού δικαιώματος που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο. Συνεπώς, το κατ’ άρθρο 2, εδ. β’ πρ.πρ.Πρωτ. ΕΣΔΑ δικαίωμα των γονέων ερείδεται, κατ’ αρχήν, επί του γενικού δικαιώματος στην εκπαίδευση. Γενικό σκοπό των προβλέψεων που περιλαμβάνονται στο άρθρο 2 πρ.πρ.Πρωτ. ΕΣΔΑ συνιστά η ανάληψη της δέσμευσης εκ μέρους των κρατών-μερών της Σύμβασης για τη μη εισαγωγή, από τις εσωτερικές αυτών αρχές, κρατικών εκπαιδευτικών συστημάτων στα οποία να ενυπάρχουν στοιχεία προσηλυτιστικού ή δογματικού χαρακτήρα εκπαίδευσης (Σταυρινάκη, 2025; Σωτηρέλης, 1993).
Ερμηνεύοντας, έτσι, τις παραπάνω ρυθμίσεις και ιδιαίτερα το άρθρο 2, εδ. β’ πρ.πρ.Πρωτ. ΕΣΔΑ, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι συνάγεται η αρχή του πλουραλισμού ως προς τη σχολική εκπαιδευτική διαδικασία. Όπως η αρχή αυτή έχει νομολογηθεί από το Δικαστήριο, στην αρμοδιότητα των εσωτερικών αρχών ως προς τη διαμόρφωση των σχολικών προγραμμάτων σπουδών, τίθεται ως όριο, η προϋπόθεση τα σχολικά προγράμματα σπουδών να μη φέρουν προσηλυτιστικό ή κατηχητικό περιεχόμενο. Αντίθετα, τα παραπάνω προγράμματα θα πρέπει να έχουν σχεδιασθεί κατά τρόπο ώστε, να διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα, ο πλουραλισμός και η κριτική ανάλυση επί των γνώσεων ή και των πληροφοριών οι οποίες μεταδίδονται στους μαθητές. Πρόκειται για κεντρική κατεύθυνση της νομολογίας των δικαιοδοτικών οργάνων της Σύμβασης. Ήδη, στην απόφασή του για την υπόθεση Kjeldsen, Busk Madsen and Pedersen κατά Δανίας (1976) το ΕΔΔΑ-προσεγγίζοντας το κανονιστικό περιεχόμενο του άρθρου 2, εδ. β’ πρ.πρ.Πρωτ. ΕΣΔΑ-διέγνωσε την ασυμβατότητα με το δίκαιο της ΕΣΔΑ σχολικής διδασκαλίας η οποία θα φέρει χαρακτήρα μονομερούς, δογματικής ενστάλλαξης γνώσεων και πληροφοριών. Συναφώς, το προαναφερόμενο δικαίωμα των ασκούντων τη γονική μέριμνα ανηλίκων εκτιμάται και υπό το πρίσμα της κανονιστικής σημασίας της αρχής της κρατικής ουδετερότητας η οποία θα πρέπει να τηρείται εντός του σχολικού περιβάλλοντος, συνιστώντας δέσμευση των κρατών-μερών της ΕΣΔΑ που συνάγεται από τη Σύμβαση (Κτιστάκη, 2017).
Σε παρεμφερή κατεύθυνση, από το ΕΔΔΑ, στην απόφασή του για την υπόθεση Campbell and Cosans κατά Ηνωμένου Βασιλείου (1982), έγινε δεκτή η ερμηνευτική προσέγγιση των διατάξεων του άρθρου 2 πρ.πρ.Πρωτ. ΕΣΔΑ, όχι μόνο επί τη βάσει του εκάστοτε κρατικού συμφέροντος, αλλά και υπό το πρίσμα των άρθρων 8 ΕΣΔΑ, 9 ΕΣΔΑ και 10 ΕΣΔΑ (Κτιστάκις, 2004). Οι ανωτέρω παραδοχές ενυπάρχουν και σε άλλα, συναφή κείμενα του διεθνούς συμβατικού δικαίου για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (Γιαγκάζογλου, 2007).
Λαμβάνοντας υπόψιν και τα προεκτιθέμενα πορίσματα της νομολογίας του, το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης του ΕΔΔΑ εξέδωσε την απόφασή του για την υπόθεση Folgerø κλπ. κατά Νορβηγίας (2007). Εν προκειμένω, βάσει των πραγματικών περιστατικών τα οποία ήχθησαν ενώπιόν του, το Δικαστήριο προέβη αφενός στην αξιολόγηση απόφασης των αρμόδιων εσωτερικών αρχών του καθ’ ου κράτους-μέρους με την οποία τροποποιήθηκαν σχολικά προγράμματα σπουδών, ώστε υπό το αυτό μάθημα να διδάσκεται τόσο το δόγμα του κρατούντος θρησκεύματος όσο και γνωστικά αντικείμενα με γνωσιοκεντρικό χαρακτήρα, όπως είναι το μάθημα της φιλοσοφίας. Αφετέρου, υπέβαλε στην άσκηση του δικαστικού του ελέγχου και το επίσης τροποποιηθέν, εσωτερικό νομικό πλαίσιο για την απαλλαγή από την υποχρεωτική διδασκαλία του παραπάνω μαθήματος (Moe, 2019, Πανούσης, 2026). Κατά την κρίση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης, το προστατευτικό πεδίο του δικαιώματος των γονέων για σεβασμό των θρησκευτικών και των φιλοσοφικών τους πεποιθήσεων καταλαμβάνει και μαθήματα που φέρουν ακόμη και θρησκειολογικό ή φιλοσοφικό περιεχόμενο. Έτσι, η εισδοχή του νέου μαθήματος στα σχετικά σχολικά προγράμματα σπουδών δε μπορούσε να αποκλεισθεί ότι συμμμορφωνόταν με τις υποχρεώσεις που συνάγονται για το καθ’ ου κράτος-μέρος ιδίως από το άρθρο 2 πρ.πρ.Πρωτ. ΕΣΔΑ. Επιπρόσθετα, από το Τμήμα διαπιστώθηκε το δυσεφάρμοστο στην πράξη της άσκησης του δικαιώματος απαλλαγής από την παρακολούθηση του παραπάνω μαθήματος. Βάσει αυτών, κρίθηκε ότι συνέτρεχε παραβίαση των δικαιωμάτων των προσφευγόντων από το καθ’ ου κράτος-μέρος (Βάγιας, 2019; Βενιζέλος, 2016; Moe, 2019).
Πάντως, από την κατά το ΕΔΔΑ ερμηνευτική προσέγγιση του κανονιστικού περιεχομένου του άρθρου 2 πρ.πρ.Πρωτ. ΕΣΔΑ προκύπτουν και σημαντικοί περιορισμοί για το προστατευτικό πεδίο του δικαιώματος σεβασμού των πεποιθήσεων των γονέων. Συναφώς, η προστασία του εν λόγω δικαιώματος, υπόκειται στην προστασία του γενικού δικαιώματος στην εκπαίδευση, η οποία λογίζεται ως προέχουσα στην υπό κρίση νομολογία. Η παραδοχή αυτή συνεπάγεται ότι, οι μαθητές δεν είναι, κατ’ αρχήν, επιτρεπτό να εξαιρεθούν από την παρακολούθηση του συνόλου ή τμήματος των υποχρεωτικών προγραμμάτων σπουδών της σχολικής εκπαίδευσης, χωρίς την προηγούμενη διαπίστωση συνδρομής σπουδαίου λόγου. Δικαιολογητική βάση για τα ανωτέρω συνιστά η σπουδαιότητα της προφύλαξης του αγαθού της συμμετοχής-με καθολικό χαρακτήρα-στην εκπαιδευτική διαδικασία (Πικραμένος, 2020).
Στο πλαίσιο αυτό, στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου διαφάνηκε η απόδοση ιδιαίτερης σημασίας ως προς το περιθώριο το οποίο θα πρέπει να αναγνωριστεί υπέρ των κρατών-μερών της Σύμβασης όσον αφορά την αρμοδιότητα αυτών να προβαίνουν στην οργάνωση και την παροχή των σχολικών προγραμμάτων σπουδών. Δηλαδή, στο άρθρο 2, εδ. α’ πρ.πρ.Πρωτ. ΕΣΔΑ φαίνεται να θεμελιώνονται τα διευρυμένα περιθώρια των κρατών-μερών της ΕΣΔΑ όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τη διαμόρφωση των κατευθύνσεων και του εξειδικευμένου περιεχομένου των προγραμμάτων σπουδών της σχολικής εκπαίδευσης (Σταυρινάκη, 2025).
Τον δημόσιο και τον επιστημονικό διάλογο απασχόλησε εντατικά η κρίση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης του ΕΔΔΑ για την υπόθεση Lautsi κλπ. κατά Ιταλίας (2011). Βάσει αυτής της απόφασης, οι αρχές της κρατικής ουδετερότητας και του πλουραλισμού που θα πρέπει να τηρούνται και στο πεδίο της σχολικής εκπαίδευσης δεν πλήττονται από το κρατικό μέτρο της ανάρτησης και της διατήρησης εντός των σχολικών αιθουσών του συμβόλου του Εσταυρωμένου. Συναφώς, το εν λόγω κρατικό μέτρο αξιολογήθηκε ότι υπάγεται στο περιθώριο εκτίμησης του καθ’ ου κράτους-μέρους. Υπό διαφορετική διατύπωση, από το δικαίωμα των γονέων στο σεβασμό των πεποιθήσεών τους κρίθηκε ότι δεν απέρρεε δέσμευση του καθ’ ου κράτους-μέρους για διαμόρφωση του σχολικού περιβάλλοντος υπό την οπτική αυτών των πεποιθήσεων. Ωστόσο, στη συγκεκριμένη δικαιοδοτική κρίση-αντίθετη προς την προηγηθείσα απόφαση του Δεύτερου Τμήματος επί της ίδιας υπόθεσης (2009)-λήφθηκαν υπόψιν και στοιχεία πλουραλισμού που ενυπήρχαν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, στο σύστημα της σχολικής εκπαίδευσης του καθ’ ου κράτους-μέρους. Όπως ήταν, μεταξύ, άλλων, η απουσία υποχρεωτικής διδασκαλίας ομολογιακού θρησκευτικού μαθήματος (Πανούσης, 2026; Peroni, 2011).
2.4. Οι εγχώριες νομοθετικές μεταβολές μετά τις ΣτΕ Ολ 1749-1750/2019 και Ολ 1478-1480/2022
Στη νομολογία και την επιστήμη ο προβληματισμός σε σχέση με το δικαίωμα απαλλαγής από την κατ’ αρχήν υποχρεωτική θρησκευτική εκπαίδευση έχει συνδεθεί με την-κατά μία γνώμη-αναγκαιότητα πρόβλεψης εναλλακτικού μαθήματος, έναντι του τυχόν ομολογιακού θρησκευτικού μαθήματος.
Συγκεκριμένα, με τις ΣτΕ Ολ 1749-1750/2019 και Ολ 1478-1480/2022 διαλαμβάνεται η κανονιστική επίδραση των διατάξεων των άρθρων 9 ΕΣΔΑ και 2 πρ.πρ. Πρωτ. ΕΣΔΑ στην εγχώρια έννομη τάξη, όσον αφορά το σύστημα της θρησκευτικής εκπαίδευσης. Σύμφωνα με μέρος των κρίσεων που εμπεριέχονται στις παραπάνω αποφάσεις της Ολομέλειας του ΣτΕ, θα πρέπει να παρέχεται εναλλακτικό προς τα θρησκευτικά μάθημα και στις δύο βαθμίδες της σχολικής εκπαίδευσης. Το εναλλακτικό μάθημα δε θα πρέπει να φέρει ομολογιακό περιεχόμενο. Συνάγεται, δηλαδή, κρατική υποχρέωση προς οργάνωση και παροχή ισότιμου προς τα θρησκευτικά μαθήματος, το οποίο θα προσφέρεται σε όσους μαθητές έχουν απαλλαγεί νόμιμα από την παρακολούθηση του θρησκευτικού μαθήματος, υπό την πρόσθετη προϋπόθεση της συγκέντρωσης ενός ελάχιστου αριθμού αιτούντων την απαλλαγή ανά τάξη. Κατά την παραπάνω νομολογία, εκτός άλλων νομικών βάσεων, η εν λόγω κρατική υποχρέωση ερείδεται τόσο στη θεσμική εγγύηση της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους, όσο και στη συναγόμενη από το άρθρο 16 παρ. 2 Σ. υποχρέωση του κράτους για οργάνωση και παροχή εκπαίδευσης με καθολικό χαρακτήρα, στην οποία θα περιλαμβάνεται και η επιμέρους εκπαίδευση ως προς το θρησκευτικό φαινόμενο. Συναξιολογήθηκε, στο πλαίσιο αυτό, και η πάγια θέση της νομολογίας του ΕΔΔΑ υπέρ της διαμόρφωσης κρατικών συστημάτων εκπαίδευσης τα οποία θα πρέπει να διέπονται εν συνόλω από τη διασφάλιση του πλουραλιστικού χαρακτήρα των μεταδιδόμενων γνώσεων (Ζαμπέτα, 2020; Πικραμένος, 2020; Μαντζούφας, 2011).
Επιπρόσθετα, σε λογική ακολουθία των ως άνω διαλαμβανόμενων, στην παρακολούθηση του εναλλακτικού μαθήματος θα πρέπει να δύνανται να μετάσχουν και μαθητές οι οποίοι πρεσβεύουν το Ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα και έχουν αιτηθεί προηγουμένως την εξαίρεσή τους από το μάθημα των θρησκευτικών (Αιμιλιανίδης, 2024; Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, 2022; Χρυσόγονος, 2023). Κατά τις προεκτιθέμενες αποφάσεις, ως απώτατο χρονικό σημείο έως το οποίο τα αρμόδια κρατικά όργανα θα όφειλαν να εκπληρώσουν την παραπάνω υποχρέωσή τους είχε ορισθεί το σχολικό έτος 2022-2023 (Χρυσόγονος, 2023).
Οι προαναφερόμενες κρίσεις της Ολομέλειας του ΣτΕ όσον αφορά τις προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος απαλλαγής από το θρησκευτικό μάθημα φαίνεται να ενισχύονται και από τις αντίστοιχες κρίσεις του ΕΔΔΑ στην απόφασή του για την υπόθεση Papageorgiou κατά Ελλάδας (2019). Με βάση αυτήν την απόφαση, εκτιμήθηκε ως μη πλήρως συμβατό το εσωτερικό νομικό πλαίσιο που ίσχυε-κατά τον κρίσιμο χρόνο-όσον αφορά την άσκηση του δικαιώματος εξαίρεσης από την κατ’ αρχήν υποχρεωτική παρακολούθηση του μαθήματος των θρησκευτικών. Αναφορικά, ιδίως, με την ύπαρξη διακινδύνευσης ακούσιας αποκάλυψης των θρησκευτικών πεποιθήσεων των προσφευγόντων (Τσαπόγας, 2025).
Στις υποχρεώσεις τις οποίες οφείλει να εκπληρώσει το ελληνικό κράτος συγκαταλέγεται επίσης, όπως προαναφέρθηκε αμέσως παραπάνω, η μεταβολή του συστήματος χορήγησης απαλλαγών από την κατ’ αρχήν υποχρεωτική παρακολούθηση του μαθήματος των θρησκευτικών. Το δικαίωμα για χορήγηση εξαίρεσης θα πρέπει να προβλεφθεί και υπέρ όσων μαθητών πρεσβεύουν το δόγμα της επικρατούσας θρησκείας. Σε συνάρτηση με τη μεταβολή αυτή, το διαδικαστικό πλαίσιο για την επίτευξη της εξαίρεσης από το θρησκευτικό μάθημα θα πρέπει να αποσυνδεθεί ολικά από τη συμπερίληψη δήλωσης με την οποία-έστω και κατά τρόπο έμμεσο-ο φορέας του δικαιώματος υποβάλλεται, ακούσια, σε αποκάλυψη των θρησκευτικού χαρακτήρα πεποιθήσεών του (Ανδρουτσόπουλος, 2018, 2023; Ζαμπέτα, 2020; Πικραμένος, 2020).
Λόγω και της παρέλευσης του σχολικού έτους 2022-2023, δηλαδή άπρακτης της ταχθείσας από το ΣτΕ προθεσμίας, υποβλήθηκαν νέες αιτήσεις ακύρωσης ενώπιον του ΣτΕ. Πράγματι, βάσει, μεταξύ άλλων, των ΣτΕ 1175/2025 και 1176/2025 κρίθηκαν αιτήσεις ακύρωσης οι οποίες κατατέθηκαν προκειμένου να ελεγχθούν τα αρμόδια κρατικά όργανα, όσον αφορά τον βαθμό συμμόρφωσης των αρμόδιων αυτών οργάνων με το περιεχόμενο των ΣτΕ Ολ 1749-1750/2019 και Ολ 1478-1480/2022, δηλαδή με τη διάγνωση της κρατικής υποχρέωσης προς εισαγωγή εναλλακτικού μαθήματος, αντί της αποκλειστικής διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών. Με τις ΣτΕ 1175/2025 και 1176/2025 διατάχθηκε η συμμόρφωση των αρμόδιων κρατικών οργάνων ως προς την ολοκλήρωση των απαιτούμενων ενεργειών, με σκοπό την εισαγωγή του εναλλακτικού μαθήματος, κατ’ απώτατο χρονικό όριο, έως και τις 31.08.2025. Στη βάση αυτών των πρόσφατων εξελίξεων, εκ μέρους των αρμόδιων εσωτερικών αρχών καταγράφεται η εκκίνηση της διοικητικής διαδικασίας προκειμένου, από το σχολικό έτος 2026-2027, να έχει επιτευχθεί η εισδοχή του εναλλακτικού μαθήματος στις σχολικές βαθμίδες εκπαίδευσης. Ως νέο μάθημα στα σχολικά προγράμματα σπουδών έχει ορισθεί το μάθημα της «Ηθικής».
Ωστόσο, θα πρέπει, ορθότερα, να διατηρηθεί ο προβληματισμός για το σε ποια έκταση υλοποιείται η προαναφερόμενη συμμόρφωση των εγχώριων κρατικών οργάνων με τις προεκτιθέμενες αποφάσεις του ΣτΕ και ιδίως με την υιοθετούμενη από το ΕΔΔΑ ερμηνευτική προσέγγιση των συναφών διατάξεων της ΕΣΔΑ. Νομικά ελαττώματα εντοπίζονται ειδικά σε σχέση με τις κανονιστικές ρυθμίσεις για την άσκηση του δικαιώματος απαλλαγής από το θρησκευτικό μάθημα, ο πυρήνας των οποίων διατηρείται σε ισχύ επί σειρά ετών: με τη δεσμευτική συμπερίληψη στη συναφή υπεύθυνη δήλωση του αιτούντος ότι δεν πρεσβεύει το δόγμα της επικρατούσας θρησκείας αφενός δυσχεραίνεται η άσκηση του υπό κρίση δικαιώματος από τους ακολούθους του δόγματος αυτού· αφετέρου, ο φορέας του δικαιώματος θα πρέπει να προβεί σε έμμεση αποκάλυψη των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, ώστε να δύναται να επιτύχει την εξαίρεσή του (Fokas, 2019).
3. Ως προς το περιεχόμενο του εναλλακτικού μαθήματος
Το προβλεπόμενο μάθημα «Ηθικής», πάντως, δεν επάγεται ότι θα πρέπει να διαθέτει θρησκειολογικό περιεχόμενο. Αυτό συνάγεται ιδίως βάσει του συναφούς μέρους του σκεπτικού των αποφάσεων ΣτΕ Ολ 1749-1750/2019. Κρίθηκε επ’ αυτού, μεταξύ άλλων, ότι: «Το ισότιμο μάθημα μπορεί να είναι σχετικό με το γνωστικό αντικείμενο της Ηθικής, το οποίο δύναται να συμβάλει στην επίτευξη διδακτικών και ανθρωπολογικών στόχων[…]». Διαφαίνεται, έτσι, ότι από την Ολομέλεια του ΣτΕ η επιδιωκόμενη συμμόρφωση του κοινού νομοθέτη με τις νομολογιακές κατευθύνσεις του ΕΔΔΑ καταλείπεται, έως έναν βαθμό, στην ευχέρεια του τελευταίου, σε σχέση με την κατεύθυνση ή το περιεχόμενο των προγραμμάτων σπουδών που πρόκειται να τεθούν σε εφαρμογή με σκοπό την οργάνωση και παροχή του νέου μαθήματος.
Λαμβάνοντας υπόψιν υποθέσεις που ήχθησαν και ενώπιον του ΕΔΔΑ, θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι, η εισδοχή εναλλακτικού μαθήματος χωρίς ομολογιακό περιεχόμενο δεν έχει καταστεί αναμφίλεκτη κρατική επιλογή. Είναι ενδεικτικά προς τούτο, εκτός των άλλων, και τα πραγματικά περιστατικά τα οποία υποβλήθηκαν στην κρίση του ΕΔΔΑ, στη σημαντική απόφασή του για την υπόθεση Folgerø κλπ. κατά Νορβηγίας. Δεδομένου του ότι, οι αναλαμβανόμενες βάσει της ΕΣΔΑ κρατικές υποχρεώσεις δεν εξαντλούνται στην οργάνωση της εισδοχής εναλλακτικού μαθήματος, αλλά συμπεριλαμβάνουν, ιδίως, την τήρηση των αρχών της ουδετερότητας και της αντικειμενικότητας κατά την κατοχύρωση της διαδικασίας άσκησης του δικαιώματος εξαίρεσης, την πρόσληψη κατάλληλα εκπαιδευμένου διδακτικού προσωπικού, την οργάνωση της ενημέρωσης των ενδιαφερομένων σχετικά με το νέο μάθημα και καθαυτήν την ισχύ του δικαιώματος εξαίρεσης κλπ. (Alberts, 2019).
Εντονότερο προβληματισμό προκαλούν διαπιστώσεις στην αλλοδαπή επιστήμη σχετικά με το ουσιαστικό περιεχόμενο το οποίο προσέλαβε, σε ορισμένες εκδοχές του, το εναλλακτικό μάθημα. Σύμφωνα με τις σχετικές παραδοχές, η καθιέρωση, ως εναλλακτικής, της μη ομολογιακής θρησκευτικής εκπαίδευσης δε συνιστά αυτοτελώς παράγοντα πλήρους αποβολής της μονομερούς ενστάλλαξης γνώσεων και πληροφοριών στις βαθμίδες της σχολικής εκπαίδευσης (Alberts, 2019). Μεταξύ άλλων, έχει καταγραφεί η εκδοχή της συμπερίληψης θετικών και όχι ουδέτερων αξιολογικών κρίσεων για το δόγμα του κρατούντος θρησκεύματος ακόμη και στο πλαίσιο προγραμμάτων σπουδών μη ομολογιακών μαθημάτων (Alberts, 2019).
4. Συμπερασματικές παρατηρήσεις
Η γραμματική διατύπωση του άρθρου 16 παρ. 2 Σ. επελέγη ουσιαστικά κατά τη χρονική περίοδο μετάβασης από το δικτατορικό καθεστώς και την επαναφορά σε προσωρινή ισχύ του Συντάγματος 1952 στην ισχύ του νέου Συντάγματος 1975. Η εν λόγω διατύπωση αποτέλεσε σχετικά βελτιωμένη εκδοχή της αντίστοιχης του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος 1952. Ωστόσο, συνιστά-και η εν λόγω ρύθμιση-αντανάκλαση του συσχετισμού δυνάμεων και άλλων πολιτισμικών γνωρισμάτων κυρίως της πρώτης περιόδου ισχύος του Συντάγματος 1975. Στη διατύπωση εξακολουθεί να υφίσταται ο προκαθορισμός σκοπών, οι οποίοι θα πρέπει να ικανοποιούνται διαμέσου κυρίως της νομοθετικής και κανονιστικής τους εξειδίκευσης (Αιμιλιανίδης, 2024).
Από τη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων της ΕΣΔΑ-και ιδίως του ΕΔΔΑ-συνάγεται, ως πάγια θέση, η απαίτηση από τα κράτη-μέρη της Σύμβασης για την εφαρμογή των αρχών της ουδετερότητας και του πλουραλισμού στις βαθμίδες της σχολικής εκπαίδευσης (Ανδρουτσόπουλος, 2023). Ωστόσο, λόγω και της σταθερής ερμηνευτικής μεθόδου την οποία ακολουθεί, το Δικαστήριο επέλεξε, και σε ένδικες υποθέσεις που άπτονταν συστημάτων θρησκευτικής εκπαίδευσης, να καταλείπει σημαντικά περιθώρια εκτίμησης υπέρ των κρατών-μερών της ΕΣΔΑ (Βάγιας, 2019; Βενιζέλος, 2016; Moe, 2019).
Το πρώτον από το σχολικό έτος 2026-2027 αναμένεται να ενταχθεί στις δύο βαθμίδες της ελληνικής σχολικής εκπαίδευσης εναλλακτικό μάθημα προς το μάθημα των θρησκευτικών. Στην εγχώρια έννομη τάξη, το τελευταίο εξακολουθεί να φέρει ομολογιακό πρωτίστως περιεχόμενο, επί τη βάσει της κρατούσας, συνδυαστικής ερμηνείας των άρθρων 3 Σ. και 16 παρ. 2 Σ. (Τσαπόγας, 2025). Η εισαγωγή του εναλλακτικού μαθήματος συντελείται-εφόσον ολοκληρωθεί-υπό το πρίσμα της εκπλήρωσης διεθνών υποχρεώσεων του ελληνικού κράτους. Υπενθυμίζεται, ωστόσο, ότι, από το ΣτΕ οι κρίσεις περί της εισδοχής της «Ηθικής» ως του εναλλακτικού μαθήματος παραπέμπουν, ορθότερα, σε επιβεβαίωση ορισμένης διακριτικής ευχέρειας του εγχώριου, κοινού νομοθέτη, όσον αφορά τον ακριβή καθορισμό των αντίστοιχων αναλυτικών προγραμμάτων σπουδών. Ενόψει και του απαιτούμενου οριακού χαρακτήρα του ακυρωτικού δικαστικού ελέγχου.
Αντίθετα, εκ μέρους του εγχώριου νομοθέτη δε φαίνεται να εξετάσθηκε το ενδεχόμενο της επιλογής οργάνωσης και παροχής ενός ενιαίου μαθήματος περί το θρησκευτικό φαινόμενο, το οποίο θα έφερε, κατά βάση, θρησκειολογικό περιεχόμενο. Στο πλαίσιο της ελληνικής επιστήμης, έχει προταθεί (με ισχυρή επιχειρηματολογία) η μετάβαση του συστήματος της θρησκευτικής εκπαίδευσης από το ομολογιακό προς μίας μορφής ήπιου θρησκειολογικού προτύπου (Σωτηρέλης, 1993). Κατά την προσέγγιση η οποία-ενίοτε υπόρρητα-διαφαίνεται να έχει υιοθετηθεί εκ μέρους του εγχώριου νομοθέτη, ακόμη και τυχόν πρόβλεψη της κατά τα προηγούμενα ήπιας μετάβασης θα ήταν αρκετά πιθανό να προσκρούει στην κρατούσα ερμηνευτική προσέγγιση των σχετικών συνταγματικών διατάξεων.
Καταληκτικά, η επιλογή συγκρότησης της σχολικής εκπαίδευσης περί το θρησκευτικό φαινόμενο θα πρέπει να εξετασθεί-και όσον αφορά την περίπτωση της ελληνικής έννομης τάξης-υπό νέο πρίσμα, με κριτήριο και τις νεότερες επιστημονικές εξελίξεις. Έτσι, πιθανή αποδοχή του θρησκειολογικού προτύπου οργάνωσης και παροχής της θρησκευτικής εκπαίδευσης θα εμπεριείχε, εκτός των άλλων, το πλεονέκτημα της αποφυγής προαναφερθέντων προβλημάτων, που θα μπορούσαν να ανακύψουν κατά την επικείμενη υλοποίηση της εισδοχής του νέου, εναλλακτικού μαθήματος της «Ηθικής». Όμως, όπως έχει επισημανθεί ορθά και στην εγχώρια επιστήμη (Κοντιάδης, 2025), η ασφαλέστερη κατοχύρωση της παραπάνω πρότασης μεταβολής του εκπαιδευτικού προτύπου προϋποθέτει την υποβολή σε αναθεώρηση ιδίως της πρόβλεψης του άρθρου 16 παρ. 2 Σ.
Βιβλιογραφία (Βιβλιογραφικές αναφορές)
Ελληνόγλωσση
Αιμιλιανίδης, Α. (2024). Άρθρο 13 Συντάγματος. Στο Σ. Βλαχόπουλος, Ξ. Κοντιάδης, Γ. Τασόπουλος (επιμέλεια), Σύνταγμα-Ερμηνεία κατ’ άρθρο (σελ. 236 επ). Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.
Ανδρουτσόπουλος, Γ. (2023). Το άρθρο 9 της Ε.Σ.Δ.Α. υπό το φως των νεότερων πορισμάτων της νομολογίας του Ε.Δ.Δ.Α. (2018-2023). Δημόσιο Δίκαιο, 8, 14 επ. chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://www.dimosiodikaio.gr/wp-content/uploads/dd/2023/1/dd_2023_1_androutsopoulos.pdf.
Ανδρουτσόπουλος, Γ. (2018). Οι Ανεξάρτητες Αρχές για ζητήματα θρησκείας (Συνήγορος του Πολίτη-Αρχή Προστασίας Δεδομένων). Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας.
Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (2022). Γνωμοδότηση 2/2022. chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://www.dpa.gr/sites/default/files/2022-08/gnomodotisi%202_2022.pdf.
Βάγιας, Μ. (2019). Κατ’ άρθρον ερμηνεία της ΕυρΣΔΑ και των Πρωτοκόλλων. Στο Π. Νάσκου-Περράκη (συλλογικό), Δικαιώματα του Ανθρώπου-Παγκόσμια και περιφερειακή προστασία (θεωρία-νομολογία). Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας.
Βενιζέλος, Ε. (2025). Η πολυεπίπεδη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο Ε. Βενιζέλος (επιστημονική διεύθυνση), Χ. Ανθόπουλος, Λ. Παπαδοπούλου (επιστημονική επιμέλεια), Το ελληνικό Σύνταγμα-Κατ’ άρθρο ερμηνεία, Τόμος I, Άρθρα 1-25 (σελ. 122 επ). Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας.
Βενιζέλος, Ε. (2021). Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου. Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας.
Βενιζέλος, Ε. (2020). Η αμφιθυμία της πρόσφατης νομολογίας γύρω από τη θρησκευτική ελευθερία και το μάθημα των θρησκευτικών-Ο εσωτερικός διάλογος στο Σ.τ.Ε. και οι αποκλίσεις από τη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α. Νομοκανονικά, 1, 19 επ.
Βενιζέλος, Ε. (2016). Το συνταγματικό και διεθνές νομικό πλαίσιο της διδασκαλίας των θρησκευτικών και το δικαίωμα εξαίρεσης από αυτή. https://www.evenizelos.gr/speeches/conferences-events/407-conferencespeech2016/5299-2016-04-01-17-47-28.html.
Γιαγκάζογλου, Σ. (2007). Το μάθημα των θρησκευτικών στη δημόσια εκπαίδευση. Φυσιογνωμία, σκοποί, περιεχόμενοι, νέα βιβλία, διαθεματική προσέγγιση, ευρωπαϊκή προοπτική, θεολογία της ετερότητας. http://www.pi-schools.gr/lessons/religious/analekta/30.pdf.
Δημαράς, Α. (2013). Ιστορία της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης-Το ‘’ανακοπτόμενο άλμα’’ (Τάσεις και αντιστάσεις στην ελληνική εκπαίδευση 1833-2000). Αθήνα: Μεταίχμιο.
ΕΕΔΑ (2016). Δήλωση της ΕΕΔΑ με αφορμή την εφαρμογή των Προγραμμάτων Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών στα σχολεία. https://www.nchr.gr/2020-02-26-05-51-20/48-thriskeftiki-eleftheria/245-dilosi-tis-eeda-me-aformi-tin-efarmogi-ton-programmaton-spoudon-tou-mathimatos-ton-thriskeftikon-sta-sxoleia.html.
Ζαμπέτα, Ε. (2020). Ο χαρακτήρας του μαθήματος των θρησκευτικών: κοσμικός ή ομολογιακός; ΤοΣ, 1-2, 481 επ.
Ηλιοπούλου-Στράγγα, Τ. (2025). Στο Αφιέρωμα: «Η πολυεπίπεδη προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η επίμονη σημασία του εθνικού Συντάγματος». ΕφημΔΔ, 1, 108 επ.
Καστανάς, Η. (2025). Άρθρο 9 ΕΣΔΑ. Στο Λ. Α. Σισιλιάνος, (διεύθυνση έκδοσης), Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου-Ερμηνεία κατ’ άρθρο (σελ. 534 επ). Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.
Κονιδάρης, Ι., Ανδρουτσόπουλος, Γ. (2025). Άρθρο 3 Συντάγματος. Στο Ε. Βενιζέλος (επιστημονική διεύθυνση), Χ. Ανθόπουλος, Λ. Παπαδοπούλου (επιστημονική επιμέλεια), Το ελληνικό Σύνταγμα-Κατ’ άρθρο ερμηνεία, Τόμος I, Άρθρα 1-25 (σελ. 48 επ). Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας.
Κοντιάδης, Ξ. (2025). Τι πρέπει να αλλάξει στο Σύνταγμα; 40 ερωτήσεις και απαντήσεις για τη νέα συνταγματική αναθεώρηση. Αθήνα: Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου-Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου (ηλεκτρονική έκδοση).
Κτιστάκη, Σ. (2017). Η αρχή της δικαστικής αμεροληψίας υπό την επίδραση της νομολογίας του ΕΔΔΑ. Δικαιώματα του Ανθρώπου, 73, 525 επ.
Κτιστάκις, Γ. (2004). Θρησκευτική ελευθερία και Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλας.
Λυτσιούση, Σ., Τσιούμης, Κ. (2022). Θρησκευτική Εκπαίδευση και Δημοκρατία. file:///C:/Users/User/Downloads/9130-24372-1-PB%20(3).pdf.
Μαντζούφας, Π. (2011). Θρησκεία και εκπαίδευση. Το ιστορικό και συνταγματικό πλαίσιο της θρησκευτικής εκπαίδευσης https://www.constitutionalism.gr/2034-triskeia-kai-ekpaideysi-to-istoriko-kai-syntagmati/.
Πανούσης, Α. (2026). Κρίσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για τη θρησκευτικότητα της εκπαίδευσης Κρίσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για τη θρησκευτικότητα της εκπαίδευσης | Δίκαιο και Κοινωνία.
Παπαστάθης, Χ. (2007). Εκκλησιαστικό Δίκαιο-τεύχος πρώτο. Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας, β’ έκδοση.
Πικραμένος, Μ. (2020). Το μάθημα των θρησκευτικών σε μία σύγχρονη φιλελεύθερη δημοκρατία. Νομοκανονικά, 1, 31 επ.
Πινακίδης, Γ. (1999). Μονομερείς ερμηνευτικές προσεγγίσεις στο όνομα της ‘’επικρατούσας’’ θρησκείας-Με αφορμή την 2176/98 απόφαση του ΣτΕ, Στ’ Τμήμα. ΤοΣ, 6, 1095 επ.
Σταυρινάκη, Τ. (2025). Πρώτο Πρωτόκολλο Άρθρο 2, ΕΣΔΑ. Στο Λ. Α. Σισιλιάνος, (διεύθυνση έκδοσης), Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου-Ερμηνεία κατ’ άρθρο (σελ. 956 επ). Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.
Σταυρόπουλος, Γ. (2018). Το μάθημα των θρησκευτικών υπό το φως της πρόσφατης απόφασης 660/2018 του Συμβουλίου της Επικρατείας. https://www.constitutionalism.gr/stavropoulos-mathima-thriskeutikon-ste-660-2018/.
Σωτηρέλης, Γ. (1993). Θρησκεία και εκπαίδευση (Κατά το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση)-Από τον κατηχητισμό στην πολυφωνία. Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλας.
Σωτηρέλης, Γ. (2023). Κοσμικό κράτος, θρησκευτική ελευθερία και εκπαίδευση στην προκρούστεια κλίνη της «επικρατούσας θρησκείας». Αθήνα: Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου-Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου (ηλεκτρονική επανέκδοση).
Τσαπόγας, Μ. (2025). Η «ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης» ως σκοπός της παιδείας. chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://www.dianeosis.org/wp-content/uploads/2025/07/protaseis_anatheorisis_syntagmatos-thriskevmata.pdf.
Τσιτσελίκης, Κ. (2019). Η θρησκεία στα σχολεία: Τα συνταγματικά και διεθνή όρια. https://www.constitutionalism.gr/2019-12-tsitselikis-thriskeia-sholeio/.
Χρυσόγονος, Κ. (2023). Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα. Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας, ε’ έκδοση.
Ξενόγλωσση
Alberts, W. (2019). Religious Education as Small ‘i’ Indoctrination: How European Countries Struggle with a Secular Approach to Religion in Schools. CEPS Journal, 9 (4), 53-72 https://doi: 10.26529/cepsj.688.
Fokas, E. (2019). Stuck in the middle with Papageorgiou: Missed or new opportunities? https://strasbourgobservers.com/2019/11/27/stuck-in-the-middle-with-papageorgiou-missed-or-new-opportunities/.
Kallioniemi A., Matilainen, M. (2011). Headmaster’s Conceptions of the Fininish Religious Education-Solution from the Perspective of Human Rights. Nordidactica Journal of Humanities and Social Science Education, 2, 1-14 www.kau.se/nordidactica.
Moe, C. (2019). Religious Symbols in Public Schools as Teachable Controversies in Religious Education. CEPS Journal, 9 (4), 91-108 https://doi: 10.26529/cepsj.693.
Peroni, L. (2011). Lautsi v. Italy: Possible Implications for Minority Religious Symbols. https://strasbourgobservers.com/2011/03/31/lautsi-possible-implications-for-minority-religious-symbols/.




