Ευάγγελου Ορέστη Βουβονίκου, Μεταδιδάκτορος Παντείου Πανεπιστημίου-Δ.Ν. ΕΚΠΑ
Η μελέτη βασίζεται στο εισαγωγικό κεφάλαιο της διδακτορικής διατριβής του γράφοντος με θέμα: «Η απαγόρευση των κομματικών εκδηλώσεων των δικαστικών λειτουργών σύμφωνα με την ελληνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία και νομολογία» (εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2022), που εκπονήθηκε στη Νομική Σχολή ΕΚΠΑ, υπό την επίβλεψη του Καθηγητή κ. Σ. Βλαχόπουλου. Η παρούσα ανάπτυξη συνιστά επικαιροποιημένη και επαυξημένη εκδοχή των εν λόγω εισαγωγικών παρατηρήσεων.
Περίληψη
Αντικείμενο της μελέτης συνιστά η πραγμάτευση της έννοιας της αποκαλούμενης πολιτικής ουδετερότητας της κρατικής εξουσίας, με έμφαση στη συσχέτιση αυτής με τη θέση της δικαστικής λειτουργίας στα συστήματα κρατικής οργάνωσης. Επισημαίνονται για το λόγο αυτό ορισμένες εκφάνσεις από την ιστορική εξέλιξη του φαινομένου και ιδιαίτερα από την ύστερη περίοδο του φεουδαλικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού έως και την μεταπολεμική περίοδο του αστικού κοινοβουλευτισμού. Στη μελέτη γίνονται προσπάθειες ανάδειξης ορισμένων αιτίων, καθώς των πρακτικών επιπτώσεων της εφαρμογής του εν λόγω πολιτειολογικού πλάσματος. Το πολιτειολογικό φαινόμενο της αρχής της πολιτικής ουδετερότητας εξακολούθησε να υποστηρίζεται έως και πρόσφατα, στο πλαίσιο, μεταξύ άλλων, και της εγχώριας επιστήμης, παρά τις αξιοσημείωτες προσπάθειες αποδόμησής του.
Ι. Η αρχή της πολιτικής ουδετερότητας της κρατικής εξουσίας
Α. Προδιάθεση
Ως κύρια δικαιολογητική βάση για τη θέση εκτεταμένων περιορισμών στην κτήση ή και την άσκηση των πολιτικής φύσης δικαιωμάτων και στην κατηγορία των δικαστικών λειτουργών αναδείχθηκε η αρχή της πολιτικής ουδετερότητας της κρατικής εξουσίας. Αυτό το θεωρητικό υπόβαθρο θα πρέπει να εκτιμηθεί πως τέμνει την κρατήσασα εγχώρια ερμηνευτική προσέγγιση των συναφών κανόνων του τυπικού συνταγματικού δικαίου και της αντίστοιχης κοινής νομοθεσίας, υπό τη σαφή επίδραση των ανάλογης κατεύθυνσης και χρονικώς προηγούμενων επεξεργασιών της αλλοδαπής επιστήμης. Πρόκειται για δέσμη συνεκτικών τοποθετήσεων υπό μορφή προσιδιάζουσα σε προερμηνευτική επιλογή, συνυφασμένων με την ύπαρξη συγκεκριμένων ιδεολογικοπολιτικών πεποιθήσεων, τα πορίσματα των οποίων καθόρισαν, σε αξιοπρόσεκτη έκταση, την επεξεργασία του κανονιστικού περιεχομένου αρκετών προβλέψεων του οργανωτικού, κατά κύριο λόγο, μέρους του εγχώριου Συντάγματος (Β. ΚΟΝΔΥΛΗΣ, 1994· Ν. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ, 1990)[1].
Οι τοποθετήσεις εκ μέρους των υποστηρικτών της κρατούσας θέσης διαφάνηκε να επικεντρώνονται στο πεδίο του δικαίου των δημοσίων υπαλλήλων, εδραζόμενες στη συναρτώμενη και ειδικότερη θεωρητική κατασκευή της πολιτικής ουδετερότητας της δημόσιας διοίκησης ή και της λεγόμενης κομματικής ουδετερότητας, με αναφορά στην κατηγορία της δημοσιοϋπαλληλίας, τόσο λόγω του μεγέθους του δημοσιοϋπαλληλικού σώματος όσο και λόγω της ύπαρξης ισχυρών αμφισβητήσεων ως προς την ορθότητα της θεωρητικής αυτής προσέγγισης για την προκείμενη κατηγορία πολιτών (Σ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ, 1987· Ε. ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Χ. ΧΡΥΣΑΝΘΑΚΗΣ, 2007· Δ. ΚΟΡΣΟΣ, 1987· Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ, 1994· Χ. ΧΡΥΣΑΝΘΑΚΗΣ, 1993· Π. ΔΑΓΤΟΓΛΟΥ, 2004)[2]. Ενώ ως κύριο νομικό έρεισμα της αρχής της πολιτικής ουδετερότητας στο πλαίσιο της εγχώριας συνταγματικής έννομης τάξης λογίζεται η πρόβλεψη στη διάταξη του άρθρου 103§1 εδ. α’ Σ., σύμφωνα με την οποία: ‹‹Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θέλησης του Κράτους και υπηρετούν το Λαό· οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην Πατρίδα›› (Γ. ΔΡΟΣΟΣ, 1982)[3]. Σημειώνεται ότι, στην αυτή κατεύθυνση περιστράφηκαν και οι δικανικές κρίσεις σειράς δικαστικών αποφάσεων από την εγχώρια νομολογία (Ν. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ, 1994· Διοικ. Εφ. Αθ. 320/1980· ΣτΕ 1715/1983· ΑΠ 1684/86)[4].
Οι παραγόμενες δεσμεύσεις από την υιοθέτηση της αρχής της πολιτικής ουδετερότητας της κρατικής εξουσίας θεωρείται, ωστόσο, πως καταλαμβάνουν τη δραστηριότητα των φορέων των λειτουργιών του κράτους εν συνόλω, καθιστώντας, κατά αυτή την εκδοχή, την ως άνω αρχή ένα ‘’μόνιμον στοιχείον εν τη κρατική οργανώσει’’ (Α. ΤΑΧΟΣ, 1981)[5]. Σε επίπεδο συνταγματικής θεωρίας, από την ως άνω αρχή φέρεται να διέπονται, προεχόντως, η συμπεριφορά και η δράση των χαρακτηριζόμενων ως άμεσων οργάνων του κράτους[6], διακριτικό γνώρισμα των οποίων είναι ότι ο προσδιορισμός του νομικού status αυτών προβλέπεται, κατά τρόπο ευθύ, στις αντίστοιχες συνταγματικές διατάξεις (Α. ΡΑΪΚΟΣ, 2008· Βουλή των Ελλήνων, Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή, 2001)[7]. Συγκεκριμένα, ως προς την κατηγορία των δικαστικών λειτουργών, το περιεχόμενο της συνταγματικώς θεσπιζόμενης αρχής της δικαστικής ανεξαρτησίας επιχειρείται να συναξιολογηθεί και από την ερμηνεία ενός αυτόνομου, θεωρητικά επεξεργασθέντος πλέγματος νομικής και δεοντολογικής φύσης κανόνων οι οποίοι υπολαμβάνονται ως όροι τήρησης της αρχής της πολιτικής ουδετερότητας, με έρεισμα των ανωτέρω κατευθύνσεων στο πλαίσιο του θετικού συνταγματικού δικαίου να λογίζεται το κανονιστικό περιεχόμενο του άρθρου 29§3 εδ. α’ Σ. (Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ, 1993· Δ. ΡΑΪΚΟΣ, 2008· Μ. ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΣ, 1993)[8]. Επιπροσθέτως, η δικαστική λειτουργία επιλέχθηκε να διαρθρωθεί, και στην περίπτωση της ελληνικής έννομης τάξης, ως μορφή αυτονομημένης πολιτειακής λειτουργίας σε σχέση με τις έτερες, συντεταγμένες κρατικές λειτουργίες (νομοθετική και εκτελεστική, στις οποίες αποδίδεται το χαρακτηριστικό του ‘’πολιτικού χαρακτήρα’’ σαν διαφοροποιό εν συγκρίσει με τη δικαστική), δομούμενη υπό σύστημα εσωτερικής, διαβαθμισμένης ιεραρχικής εξάρτησης και συγκροτούμενη από φορείς οι οποίοι διαθέτουν εξειδικευμένη νομική εκπαίδευση και τοποθετούνται βάσει συγκεκριμένα ρυθμιζόμενης διαδικασίας (Μ. ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΣ, 2018)[9]. Τούτο και διότι, υφίσταται, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, η διάσταση ανάμεσα στον «δημοκρατικά νομιμοποιημένο νομοθέτη» και τον «τεχνοκρατικά νομιμοποιημένο δικαστή» (Η. ΚΟΥΒΑΡΑΣ, 2023)[10].
Έπονται η εγγύτερη εξέταση της υπό κρίση αρχής, με έμφαση στο ιστορικό και ιδεολογικό πλαίσιο υιοθέτησής της, καθώς και η επεξεργασία θέσεων κριτικής αποτίμησης αυτής.
Β. Ιστορική προέλευση και περιεχόμενο της αρχής της πολιτικής ουδετερότητας
Η εισαγωγή και θεμελίωση της αρχής της πολιτικής ουδετερότητας της κρατικής εξουσίας δυνατόν να συνδεθεί με τις θεωρητικές επεξεργασίες κατά τη διάρκεια της περιόδου επικράτησης της απόλυτης μοναρχίας ως της τότε κύριας πολιτειακής μορφής (ιδίως στον ευρωπαϊκό χώρο), επί τη βάσει ύπαρξης ισχυρών, ακόμη, στοιχείων φεουδαλικής κοινωνικοοικονομικής οργάνωσης. Ο μοναρχικός θεσμός ανάγεται στον κεντρικής σημασίας φορέα άσκησης και διαχείρισης της κρατικής εξουσίας και φέρεται να συγκροτεί ένα συνολικό μηχανισμό εποπτείας ή και διαμεσολάβησης έναντι των υπαρκτών ανταγωνιστικών σχέσεων της κοινωνικής βάσης. Η κύρια κρατική δραστηριότητα απορρέει από τη διατακτική εξουσία του απόλυτου μονάρχη και επιδιώκεται να ταυτισθεί με τις ανελαστικές κατευθύνσεις αυτής της εξουσίας. Η ένταση στο βαθμό συγκέντρωσης των κρατικών αρμοδιοτήτων υπέρ του προσώπου – φορέα της απόλυτης μοναρχίας επιχειρείται να αποδοθεί μέσω της θέσης περί ουδετερότητας του μοναρχικού θεσμού. Λογιζόμενη συνέπεια της εν λόγω ουδετερότητας είναι και το ότι, οι επιμέρους διαχειριστικού περιεχομένου παρεμβάσεις της δημόσιας διοίκησης όφειλαν να θεωρηθούν πολιτικώς ουδέτερες, αφιστάμενες κινήτρων πολιτικού χαρακτήρα. Κατά την αυτή περίοδο, η θέση των κρατικών διοικητικών οργάνων διακρινόταν από την άμεση ιεραρχική υποταγή αυτών στο πλέγμα εξουσιών του προσώπου – φορέα της απόλυτης μοναρχίας. Η νομική σχέση η οποία συνέδεε την κρατική υπαλληλία με το μοναρχικό θεσμό περιγράφεται ως σχέση πλήρους ενσωμάτωσης ή και ταύτισης των φορέων των δημοσίων υπηρεσιών στις επιλογές της διατακτικής εξουσίας του μονάρχη, θεμελιωμένη στο περιεχόμενο του καλούμενου ως ‘’όρκου πίστεως’’ προς το φορέα του μοναρχικού θεσμού. Θεωρητικό επακόλουθο της αντίληψης περί του πολιτικώς ουδέτερου μοναρχικού θεσμού αποτέλεσε η εδραίωση του πολιτειολογικού πλάσματος της πολιτικά ουδέτερης δράσης των κρατικών υπαλλήλων, ως φορέων οι οποίοι φέρεται να αντιπροσωπεύουν, ευθέως, τις κατευθύνσεις και αποφάσεις της κυρίαρχης μοναρχικής εξουσίας (Β. ΚΟΝΔΥΛΗΣ, 1994· Σ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ, 1987· Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ, 2000· R. ZIPPELIUS, 1975)[11].
Η πολιτευματική μεταβολή από την μορφή της απόλυτης μοναρχικής εξουσίας και έτερων ανάλογης υφής πολιτειακών καταστάσεων σε αυτήν της συνταγματικής μοναρχίας κατά το 19ο αιώνα αντιστοιχεί ιστορικά στην προηγηθείσα, σταδιακή υπέρβαση του φεουδαλικού κοινωνικού σχηματισμού και στην αντικατάσταση αυτού από την εδραίωση των σχέσεων του κεφαλαιοκρατικού σχηματισμού. Στο επίπεδο των πολιτειακών δομών κυριαρχεί το χαρακτηριστικό της συγκρότησης νέων εθνικών κρατών, υπό μορφή σχετικά ενιαίας εσωτερικής και εξωτερικής υπόστασης, εν αντιθέσει με τον κερματισμό ή τον ιδιαίτερο συγκεντρωτισμό (αναλόγως) των επιμέρους κρατικών οντοτήτων κατά τη διάρκεια της προηγηθείσας περιόδου. Στη χρονική αυτή περίοδο, παρά το γεγονός ότι επικρατεί η βούληση περιορισμού του εύρους των αρμοδιοτήτων του φορέα του μοναρχικού θεσμού και της ανάδειξης νέων κρατικών οργάνων, ο μονάρχης εξακολουθεί να κατέχει την τυπική ιδιότητα του αρχηγού του κράτους, εδραζόμενη μάλιστα σε πλέγμα σημαντικών αρμοδιοτήτων (C. SCHMITT, 1957· Π. ΣΤΟΥΤΣΚΑ, 1992· F. NEUMANN, 1996· Β. ΠΑΠΑΓΡΗΓΟΡΙΟΥ, 2006· D. EASTWOOD, 1999)[12]. Στο ανωτέρω ιστορικό πλαίσιο, καθίσταται σαφής η ανάγκη αξιοποίησης της υπαρκτής αντίληψης περί της άσκησης πολιτικώς ουδέτερης διοίκησης εκ μέρους του μονάρχη, παρά τις επελθούσες μεταβολές στο πολιτειακό και νομικό εποικοδόμημα. Από τις σχετικές θεωρητικές επεξεργασίες αποδίδεται, σταθερά, στη μοναρχική εξουσία η ιδιότητα του ουδέτερου και αμέτοχου ρυθμιστή του κρατούντος πολιτεύματος και του κοινωνικού καθεστώτος και, συνακόλουθα, του ανεπηρέαστου φορέα από αντιπαραθέσεις ή και συγκρούσεις οικονομικού και πολιτικού χαρακτήρα. Σύμφωνα με τις απόψεις ενός από τους θεωρητικούς του αστικού φιλελευθερισμού των αρχών του 19ου αιώνα B. Constant, ο μονάρχης, με την ιδιότητα του επικεφαλής των κρατικών δομών, απέχει των κοινωνικών διεργασιών και διαφορών, την αυτή στάση δε οφείλουν να τηρούν και οι λειτουργοί και υπάλληλοι των διοικητικών υπηρεσιών, καθόσον η υπηρεσία αυτών αντανακλά με άμεσο τρόπο το περιεχόμενο της βούλησης του μονάρχη, δηλαδή του πολιτικώς ουδέτερου αρχηγού της κρατικής εξουσίας. Σε σύγκριση με τις λοιπές λειτουργίες της κρατικής εξουσίας, ο μοναρχικός θεσμός προσκτάται το γνώρισμα θεσμού ο οποίος εκ καθαυτής της ‘’φύσης’’ του δύναται να ασκεί αρμοδίως έλεγχο στους λοιπούς κρατικούς σχηματισμούς, με στόχευση την αποτροπή εκδήλωσης αποκλίσεων από το επιφαινόμενο της ενιαίας κρατικής βούλησης (Α. ΜΑΝΕΣΗΣ, 1961 – 1965· Α. ΤΑΧΟΣ, 1981· Ν. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ, 1990· Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ, 2010· Θ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ, 2016· Κ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΣ, 2014)[13]. Στην υπό μελέτη δε χρονική περίοδο ο μοναρχικός θεσμός εξακολουθεί να αποτελεί αξιόλογη παράμετρο συγκαθορισμού της κρατικής βούλησης. Χαρακτηριστικά, το νομικό πλαίσιο το οποίο διαμορφώνεται υπό την ισχύ του πρωσικού Συντάγματος 1850 καθιστά την εξουσία του προσώπου – φορέα της μοναρχίας διατακτική, συγκεντρωτική και σε απόλυτο βαθμό αυτοδύναμη.
Οι υπό κρίση θεωρητικές κατασκευές απαντώνται και συγκροτούν την κρατούσα θέση στο πεδίο της συνταγματικής θεωρίας και του υπό διαμόρφωση δημοσίου δικαίου και σε επόμενες ιστορικές περιόδους. Περίπτωση αξιοποίησης αυτών αποτελεί και η θεσμοθέτηση της μετάβασης από τη μοναρχική στην κοινοβουλευτική αρχή κατά τις διατάξεις του μετεπαναστατικού γερμανικού Συντάγματος 1919, με τη θέση σε ισχύ του οποίου εγκαθιδρύεται η λεγόμενη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Διά αυτών, ως επικεφαλής της κρατικής εξουσίας εισάγεται ο θεσμός του Προέδρου του Reich. Υπό πλέγμα συνταγματικών ρυθμίσεων, ωστόσο, σύμφωνα με το οποίο, ο Πρόεδρος του Reich καθίσταται το ανώτατο κρατικό όργανο και ο κύριος φορέας ρυθμιστικής και εξισορροπητικής παρέμβασης στο πλαίσιο λειτουργίας του πολιτεύματος, αναλαμβάνοντας, συγχρόνως, τη νομική υποχρέωση να παραμένει αυστηρά αμέτοχος των κομματικών αντιπαραθέσεων και εναλλαγών, καθώς και των αντιτιθέμενων ενεργειών εκ μέρους αντίπαλων κοινωνικών τάξεων και συμφερόντων (Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ, 1973· Ν. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ, 1990· W. LEISNER, 1994· F. NEUMANN, 1996· Α. ΤΑΧΟΣ, 1981)[14]. Κατά την πρόβλεψη του προαναφερθέντος Συντάγματος και οι έχοντες ιδιότητα δημοσίου υπαλλήλου υποχρεούνται να απόσχουν από κάθε μορφή κομματικής ένταξης ή δραστηριότητας, εφόσον συνιστούν όργανα του διαμορφωμένου σαν πολιτικώς ουδέτερου κράτους (Α. ΤΑΧΟΣ, 1981· Σ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ, 1987)[15].
Βάσει της προηγηθείσας επισκόπησης παρατηρείται ότι, η θεωρητική κατασκευή της ουδετερότητας ταυτίσθηκε από την κρατήσασα αντίληψη με την έννοια της επιβολής του σκοπού της αποχής ή αποδέσμευσης ευρύτατων τμημάτων της κρατικής υπαλληλίας από την όποια μορφή εξωτερίκευσης της πολιτικής συνείδησης. Κατά ισχυρά υποστηριζόμενη και ορθότερη άποψη, η αρχή της πολιτικής ουδετερότητας οφείλει να εξετασθεί υπό την οπτική και έτερων, ιδεολογικά φορτισμένων αντιλήψεων, των οποίων και αποτελεί έκφραση. Πρόκειται, ιδίως, για τη θέση περί της ‘’απολύτου διάκρισης’’ της οντότητας του κράτους από τους σχηματισμούς του κοινωνικού συνόλου, ειδικότερα δε από τη λειτουργία και τα μορφώματα της οικονομικής βάσης και τις μορφές συλλογικής οργάνωσης των κοινωνών.
Συναφώς κατά την κρινόμενη θεώρηση, κάθε έκφανση του κρατικού φαινομένου (σε επίπεδο όρων νομικής θέσμισης αλλά και πολιτικής πρακτικής), όχι μόνο ευρίσκεται σε διαχωρισμό αλλά και σε αντιδιαστολή σε σχέση με τη λειτουργία του οικονομικού τρόπου παραγωγής καθώς και τις εκδηλώσεις της κοινωνίας, κύρια από τις περιπτώσεις των οργανωμένων συσσωματώσεων αυτής. Η οντότητα του κράτους εμφανίζεται, διά της αναλυόμενης αντίληψης, να συνιστά το αποκλειστικό πεδίο διαφύλαξης του στόχου της λεγόμενης ‘’αναγκαίας ενότητας στο εσωτερικό του έθνους’’. Για την υλοποίηση αυτού του σκοπού προϋποτίθεται η θέσπιση αντίστοιχης υφής κρατικών οργάνων. Δηλαδή, οργάνων με δράση προσηλωμένη, αυστηρά, στην πραγμάτωση των κρατικών στόχων. Η ικανοποίησή τους φέρεται να ωφελεί, δυνητικά, το γενικό κοινωνικό σύνολο, εφόσον αυτοί οι στόχοι τίθενται και προσδιορίζονται εκ μέρους της πολιτικώς αμερόληπτης και αμέτοχης κρατικής εξουσίας. Στην τελευταία προσδίδονται, εν τέλει, τα γνωρίσματα ενός α-ιστορικού φαινομένου, μη δυνάμενου να υποστεί μεταβολές λόγω κοινωνικοοικονομικών μετεξελίξεων, όπως και αυτό της απέχουσας, λεγόμενης ‘’τρίτης’’ δύναμης, με ικανότητα ανάληψης διαιτητικών παρεμβάσεων. Η λήψη μέτρων παρέμβασης από την καθόλου κρατική εξουσία προκρίνεται, ωστόσο, υπό το συγκεκριμένο πλαίσιο της εξασφάλισης συνθηκών ομαλής αναπαραγωγής της κυρίαρχης μορφής οικονομίας. Αντιθέτως, οι διάφορες κοινωνικές συσσωματώσεις περιγράφονται να αναπτύσσουν δραστηριότητες στις οποίες φέρεται να περικλείεται ο ‘’κίνδυνος’’ πρόκλησης αποσταθεροποίησης της λειτουργίας του εκάστοτε κρατούντος καθεστώτος, λόγω ενδεχόμενων στοχεύσεων αυτών των συσσωματώσεων με ανατρεπτικό ή ακόμη και επαναστατικό περιεχόμενο. Στην υπό έρευνα περίοδο με σοβαρές οξύνσεις των οικονομικών ανισοτήτων, η κοινωνία εμφανίζεται να διέπεται από διαρκείς αντιθέσεις, οι επιπτώσεις των οποίων δε θα έπρεπε να επεκτείνονται στις πάγιες κρατικές δομές. Προς ταύτα και η εξωτερικευόμενη συμπεριφορά των κρατικών λειτουργών και υπαλλήλων (οι οποίοι αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της οντότητας του κράτους, επιφορτισμένοι με το καθήκον ‘’εκτέλεσης της βούλησής του’’) επιβάλλεται να διέπεται από κανόνες ανάλογους της πολιτικώς ουδέτερης και αμέτοχης διοικητικής δράσης (R. ZIPPELIUS, 1975· Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ, 1973· Σ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ, 1987· Ν. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ, 1990· Γ. ΣΚΟΥΛΑΣ, 1996· Π. ΦΟΥΝΤΕΔΑΚΗ, 1987· M. MIAILLE, 1983· Κ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ, 1986)[16].
Η θεωρία για την αναγκαιότητα διαχωρισμού των δομών και των σκοπών του κράτους και αυτών της κοινωνίας ή του λαού προσλαμβάνει ένα συνεκτικό και συστηματικό χαρακτήρα κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, περίοδος ισχύος ακόμη των μοναρχικών πολιτευμάτων και της μοναρχικής αρχής. Διευκολύνεται η εμπέδωση της βασικής πολιτικής στόχευσης, δηλαδή της ανάδειξης της κρατικής εξουσίας σαν υποτιθέμενης δύναμης εξισορρόπησης αντιθέσεων, καθώς και ενιαίας έκφρασης του συνόλου των συμφερόντων του έθνους. Την περίοδο αυτή είναι δυνατή η συγκεκριμενοποίηση της πολιτικής της ‘’ενότητας κράτους και έθνους’’ στο πρόσωπο – φορέα του μοναρχικού θεσμού, στον επικεφαλής της κρατικής εξουσίας (D. TSATSOS, M. MORLOK, 1982· Α. ΤΑΧΟΣ, 1981)[17]. Όπως προεκτέθηκε, οι υποστηρικτικές των ως άνω αντιλήψεων τοποθετήσεις, καθώς και τα αντίστοιχα νομικά μορφώματα, αξιοποιούνται και κατά την επόμενη χρονική περίοδο – στον 20ό αιώνα – στην οποία εδραιώνονται και επεκτείνονται ο κεφαλαιοκρατικός κοινωνικός σχηματισμός και τα πολιτεύματα αστικού χαρακτήρα[18].
Κύρια συμβολή στις απόπειρες θεωρητικής θεμελίωσης της διαστολής κρατικής εξουσίας και κοινωνικού συνόλου εισφέρεται και από το καθαυτό πεδίο της νομικής επιστήμης, πρωτίστως λόγω της ανάπτυξης του ρεύματος του νομικού θετικισμού, από την περίοδο του 19ου αιώνα και εξής, παράλληλα με τη σταδιακή ισχυροποίηση του θεσμού των αστικών κοινοβουλευτικών σωμάτων. Η εδραίωση των θέσεων του νομικού θετικισμού συντελείται κατά τη διάρκεια επικράτησης των δυνάμεων της αστικής τάξης στους σχετικά νεοπαγείς αντιπροσωπευτικούς θεσμούς. Πρόταγμα συνιστά, εν προκειμένω, η θέση ότι, το εκάστοτε ενέργημα ερμηνείας των κανόνων δικαίου οφείλει να πραγματώνεται στη βάση αποκλειστικώς νομικών ερμηνευτικών μεθόδων. Στις αντιλήψεις του ρεύματος ιδιαίτερα του γερμανικού νομικού θετικισμού εντάσσεται, συνακόλουθα, η προσπάθεια αποδόμησης των όποιων τάσεων για συγκερασμό ή συνύπαρξη μεταξύ στοιχείων δεοντικών (κανόνων δικαίου με νομικά δεσμευτική ισχύ) και οντολογικών ή εξωνομικών (εξουσιαστικές και ανταγωνιστικές σχέσεις εντός της αυτής κοινωνίας), μέσω και της θεωρητικής κατασκευής της υποτιθέμενης πληρότητας των νομικών ρυθμίσεων. Κρίνεται, δηλαδή, αναγκαίος ο διαφορισμός δικαίου (τόσο στο επίπεδο της θέσπισης όσο και σε αυτό της ερμηνείας) και πολιτικής πρακτικής (Π. ΣΟΥΡΛΑΣ, 1989)[19]. Υπό την αναλυόμενη οπτική, κάθε μορφή κρατικής δραστηριότητας παρίσταται σαν υποκείμενη αποκλειστικά στην παραγόμενη δεσμευτικότητα των τεθειμένων κανόνων δικαίου, εντεταγμένη, με σταθερότητα, στο πεδίο του νομικού δέοντος. Με διαφορετική διατύπωση, η υπό κρίση θετικιστική προσέγγιση διακρίνεται από την άρνηση απόδοσης στο δίκαιο, καθώς και, κατ’ επέκταση, στην κρατική εξουσία, του γνωρίσματος του πολιτικού φαινομένου· συμβάλλοντας, μεταξύ έτερων παραγόντων, στην τάση προφύλαξης και αναπαραγωγής των προϋφιστάμενων σχέσεων οικονομίας και εξουσίας. Το περιεχόμενο των κανόνων δικαίου φέρεται να χαρακτηρίζεται από αρτιότητα και αυθυπαρξία, σύστοιχα γνωρίσματα της φερόμενης αντικειμενικότητας των κρατικών δράσεων[20]. Η πραγμάτωση, δε, της δικαστικής λειτουργίας θα πρέπει να συμπλέκεται, άρρηκτα – όπως και οι λοιπές λειτουργίες – με την αποφυγή συνεκτίμησης των ‘’απρόσφορων’’ πολιτικά φορτισμένων, αξιολογικών κριτηρίων (Π. ΣΟΥΡΛΑΣ, 1989)[21].
Οι προαναφερθείσες θέσεις φαίνεται, μάλλον, να συμπυκνώνονται, κατά τρόπο διακριτό, στη διατύπωση (στο πλαίσιο, πάντοτε, των επεξεργασιών του γερμανικού νομικού θετικισμού) της θεωρίας περί της νομικής προσωπικότητας του κράτους. Την κρατική εξουσία διέπει το πρωτεύον γνώρισμα της κυριαρχίας, αποτέλεσμα δε αυτού του γνωρίσματος είναι η κρατική διοίκηση να διαθέτει την καλούμενη ως ‘’αρμοδιότητα της αρμοδιότητας’’ (‘’Kompetenz – Kompetenz’’). Σε αυτή τη βάση, δεν καταλείπεται κάποιο περιθώριο για ουσιαστικό ετεροπροσδιορισμό της κρατικής βούλησης (R. HERZOG, 1971)[22]. Διά αυτής της κατασκευής, σκοπείται η κρατική εξουσία να προσλάβει έναν αμιγώς νομικό και διαρκή χαρακτήρα, συνιστώντας αυτοτελές υποκείμενο δικαίου και αφιστάμενη από την επιρροή οποιασδήποτε μορφής αξιακού συστήματος. Στην τελολογική της προβολή η προκείμενη θεωρία συμβάλλει, αναμφίβολα, στην απόδοση α-ιστορικών χαρακτηριστικών στην κρατική εξουσία (Α. ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ, 1994· R. HERZOG, 1971)[23].
Περαιτέρω, ως ευθεία απόρροια του ιδεολογήματος περί της αυστηρής διάκρισης κρατικής εξουσίας και κοινωνικών συσσωματώσεων θεωρήθηκε και η από μέρους τόσο των κρατικών οργάνων όσο και της κρατούσας θεωρίας του δημοσίου δικαίου αρνητική αντιμετώπιση των πολιτικών ομαδοποιήσεων και, ειδικότερα, της κατηγορίας των πολιτικών κομμάτων. Εκ νέου, η σύλληψη του κομματικού φαινομένου ως αξιολογικά αρνητικού ή ακόμη και ως εν δυνάμει επικίνδυνου φαινομένου εντοπίζεται, ιστορικά, στην περίοδο μετάβασης από το πολίτευμα της απόλυτης μοναρχίας σε αυτό της συνταγματικής μοναρχίας, καθώς και κατά τη νεότερη περίοδο, τουλάχιστον έως και τη λήξη της περιόδου του μεσοπολέμου[24]. Ο προρρηθείς τρόπος αντιμετώπισης εξειδικεύθηκε στο πεδίο των ευρωπαϊκών έννομων τάξεων διά της επιβολής ρυθμίσεων έως και ολικής στέρησης της ανάπτυξης κομματικής δράσης, ιδιαίτερα έως και την περίοδο έναρξης του Α’ παγκοσμίου πολέμου (Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ, 1992)[25]. Η καλλιέργεια εχθρικών αντιλήψεων έναντι της κομματικής λειτουργίας και της εκδήλωσης πραγματικής, οργανωμένης συλλογικά, δραστηριότητας φαίνεται να εδράζεται στη θέση σύμφωνα με την οποία, το πολιτικό κόμμα, αποτελώντας προωθημένη από οργανωτική μορφή έκφανση της κοινωνικής βάσης, πολλαπλασιάζει τις πιθανότητες ‘’διακινδύνευσης’’ σχετικά με τις συνθήκες σταθερότητας της κυρίαρχης κρατικής εξουσίας. Ο σκοπός της επίτευξης ‘’ενότητας κράτους και έθνους’’ θεωρείται πως τίθεται υπό σοβαρή αμφισβήτηση, καθόσον η αντιπαράθεση σε επίπεδο αντίπαλων πολιτικών κομμάτων προσκτάται, αντικειμενικά, διαστάσεις όξυνσης. Οι όροι δράσης των πολιτικών κομμάτων και, ιδιαίτερα, οι συνέπειες αυτής συγκροτούν μέρος της αντικειμενικής βάσης αμφισβήτησης του συναφούς πλάσματος της ‘’πολιτικής ενότητας της κοινωνίας ή του λαού’’. Καταγράφεται, ωστόσο, και ισχυρή τάση διαφορισμού αναφορικά με την νομική μεταχείριση του κομματικού φαινομένου στην πληρότητα των εκφάνσεων αυτού, καθότι των περιοριστικών κρατικών και νομοθετικών επιλογών εκφεύγουν πολιτικά κόμματα (κατά τις σχετικές ιστορικές περιόδους) τα οποία διέθεταν υποστηρικτική πολιτική και ιδεολογική στρατηγική προς τη διατήρηση του εδραιωθέντος οικονομικού και κοινωνικού συσχετισμού δυνάμεων (Ν. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ, 1990· Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ, 2010· D. GRIMM, 1994)[26]. Στη σύγχρονη περίοδο, χωρίς να απολείπεται, από μέρους της κρατούσας θεωρίας, η υποστήριξη της ανωτέρω επιχειρηματολογίας, η απόκρουση της συνύφανσης των φορέων των κρατικών υπηρεσιών με την ανάπτυξη κομματικού χαρακτήρα δράσης διασυνδέεται με ζητήματα διασφάλισης της αμερόληπτης λειτουργίας των οργάνων της δημόσιας διοίκησης (Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ, 1980)[27].
Η μετάβαση στο κεφαλαιοκρατικό οικονομικό καθεστώς και, εν συνεχεία, στα ανάλογης δομής πολιτεύματα (υπό τη λειτουργία αστικών αντιπροσωπευτικών θεσμών) διακρίνεται, συνεπώς, από την ύπαρξη ισχυρής και γενικής τάσης αποδοχής πολιτειολογικών και νομικών κατασκευών προγενέστερων περιόδων (M. MIAILLE, 1983)[28]. Υπό την κύρια επιδίωξη διασφάλισης της θέσης της νέας κυρίαρχης τάξης (με προεξάρχον γνώρισμα την ανάγκη ισχυρής προστασίας του δικαιώματος της ατομικής ιδιοκτησίας), η αρχή της πολιτικής ουδετερότητας (με το σύνολο των πιθανών εκφάνσεών της) επιχειρείται να υποστασιοποιηθεί και να ενταχθεί στην εκάστοτε έννομη τάξη, με τη μορφή ισχυόντων και συγκεκριμένων, τόσο συνταγματικών όσο και κοινών, κανόνων δικαίου. Διακριτή εκδήλωση αυτής της ένταξης συνιστά η καθιέρωση νομικών απαγορεύσεων στο πλαίσιο δράσης των κρατικών οργάνων έναντι ιδεολογιών το περιεχόμενο των οποίων κρίθηκε πως απέληγε, εν δυνάμει, στην ανάληψη έως και ‘’ανατρεπτικής’’ πολιτικής δραστηριότητας. Στην κατεύθυνση αυτή, η κρατική υπαλληλία όφειλε – επί ποινή και πειθαρχικής φύσης κυρώσεων – να αποστασιοποιείται από κάθε διάσταση συμμετοχής σε οργανωμένη κοινωνική δομή, σε συνάρτηση με το ήδη ισχύον αυστηρό πλέγμα διατάξεων στέρησης της κτήσης των stricto sensu πολιτικών δικαιωμάτων. Πρόκειται για την πρόβλεψη ως ανεπίτρεπτης της δράσης με συνδικαλιστικό περιεχόμενο. Εκτιμήθηκε, δηλαδή, πως, η, μέσω της συνδικαλιστικής δράσης των κρατικών υπαλλήλων, ‘’εισδοχή’’ στις κρατικές δομές της αντιπαράθεσης με τους φορείς της πολιτικής εξουσίας θα υπονόμευε ουσιαστικά τις συνθήκες ιεραρχικής υποταγής των υπαλλήλων και της ομαλής και διαρκούς λειτουργίας των δημοσίων υπηρεσιών. Κυρίως, όμως, συνέτρεχε το ενδεχόμενο διευκόλυνσης των προϋποθέσεων διάδοσης ιδεολογικών θέσεων αντίπαλων της κρατούσας (Α. ΤΑΧΟΣ, 1981· Ν. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ, 1990· Σ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ, 1987)[29].
Γ. Η νομική κατασκευή της ‘’ειδικής κυριαρχικής σχέσης’’
Σε άμεση συνύφανση με το προπεριγραφέν ιστορικό και κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο ευρίσκεται και η προβληματική της θεωρίας περί των λεγόμενων ‘’ειδικών σχέσεων εξουσίασης’’ ή, άλλως, ‘’ειδικών κυριαρχικών σχέσεων’’ (besonderes Gewaltverhältnis), προϊόν κατά κύριο λόγο των επεξεργασιών της γερμανικής επιστήμης του δημοσίου δικαίου. Η ένταση του βαθμού πολυπλοκότητας αναφορικά με τη σύσταση και λειτουργία αναμορφωμένων ή νέων δημοσίων δομών σε συνδυασμό, πρωτίστως, με τους όρους μεταβολής της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας της περιόδου μετά το μέσον του 19ου αιώνα (Α. ΤΑΧΟΣ, 1981· Σ. ΛΥΤΡΑΣ, 1989)[30] κατέστησαν αντιληπτή την αναγκαιότητα μίας πλέον συστηματικής και κατά το δυνατόν ενιαίας αντιμετώπισης των έννομων σχέσεων συνταγματικού χαρακτήρα οι οποίες όφειλαν να ιδρυθούν μεταξύ των κρατικών υπηρεσιών και των κρατικών λειτουργών και υπαλλήλων. Στην προκείμενη αντιμετώπιση υπήχθη, σαφώς, η κατηγορία των λειτουργών των εκάστοτε δικαιοδοτικών μηχανισμών, ως φορείς μίας εκ των κύριων κρατικών λειτουργιών (H. FANGMANN, U. ZACHERT, 1986)[31].
Στο βασικό περιεχόμενο της υπό εξέταση νομικής κατασκευής εντάσσεται η κατά το δίκαιο σύσταση δύο ‘’ειδών’’ νομικών status των κοινωνών: αυτού της ‘’γενικής σχέσης εξουσίας’’ (allgemeines Gewaltverhältnis) και αυτού της ‘’ειδικής σχέσης εξουσίας’’. Πρόκειται για την περιγραφή της διαφοροποιούμενης νομικής φύσης η οποία φέρεται να διέπει τη μορφή σύνδεσης των κοινωνών με τα όργανα της κρατικής εξουσίας. Στο ‘’είδος’’ της ειδικής σχέσης συγκαταλέγονται, κατά κανόνα, οι έχοντες ιδιότητα κρατικού λειτουργού ή υπαλλήλου, ενώ η γενική σχέση εξουσίας συνιστά το νομικό περίγραμμα της σχέσης η οποία γεννάται μεταξύ των λοιπών κοινωνών με τους κρατικούς φορείς. Η υπαγωγή στο εκάστοτε νομικό status συνδέεται με την παραγωγή συγκεκριμένων εννόμων αποτελεσμάτων. Συναφώς, οι συνδεόμενοι με την κρατική εξουσία μέσω της ειδικής κυριαρχικής σχέσης οφείλουν να αποδεχθούν τη σε σημαντική έκταση εισαγωγή περιορισμών ως προς τα ζητήματα της άσκησης ή ακόμη και της κτήσης συνταγματικώς προβλεπόμενων δικαιωμάτων, κατά βάση όσων σχετίζονται με τη δυνατότητα ανάπτυξης εκδηλώσεων με πολιτικό ή εν δυνάμει πολιτικό περιεχόμενο. Εν αντιθέσει με τα δεδομένα που ίσχυαν – σε επίπεδο βεβαίως μίας τυπικού χαρακτήρα εξασφάλισης – για τις λοιπές κατηγορίες κοινωνών. Λογική προϋπόθεση των ανωτέρω είναι η θέση σε ισχύ έντονα διαφοροποιημένου και σύνθετου νομικού πλαισίου για όσα πρόσωπα κρίνεται επιβεβλημένη η υπαγωγή τους σε λεγόμενη ειδική σχέση εξουσίας, παρά τις τοποθετήσεις εκ μέρους της μεταγενέστερης συνταγματικής επιστήμης σχετικά με τον καθορισμό ορίων των περιορισμών των θεμελιωδών δικαιωμάτων (W. LEISNER, 1994· Π. ΔΑΓΤΟΓΛΟΥ, 2004)[32]. Από την κρινόμενη θεωρία συναγόταν ακόμη και δυνητική επιβολή περιορισμών ως προς την άσκηση των συνταγματικών δικαιωμάτων όσων εντάσσονται σε ειδικό νομικό καθεστώς, μέσω εκχώρησης ευρείας διακριτικής ευχέρειας των οργάνων της κρατικής διοίκησης, δηλαδή χωρίς να απαιτείται προηγούμενο έρεισμα σε ισχύοντα νόμο, λόγω της τόσο ‘’ιδιάζουσας’’ καθιδρυόμενης σχέσης μεταξύ της κρατικής εξουσίας και των υπό κρίση υποκειμένων δικαίου (Ν. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ, 1992)[33]. Η θεμελίωση αυτής της εξαιρετικά ιδιαίτερης, προσωπικής, νομικής θέσης ειδικά των κρατικών λειτουργών και υπαλλήλων αποδίδεται στην επιδίωξη προληπτικής, το πλείστον, αποτροπής ενεργημάτων τα οποία δυνατόν να προκαλέσουν διακινδύνευση της, κατά τα λοιπά, ομαλά εξελισσόμενης εσωτερικής κατάστασης των κρατικών δομών ή και διάτρηση της εξωτερικά εμφανιζόμενης σταθερότητας της κρατικής εξουσίας.
Διαγιγνώσκεται, επομένως, με σαφήνεια ότι, η κατασκευή της θεωρίας της ‘’ειδικής κυριαρχικής σχέσης’’ δύναται να αποδοθεί ως βασική απόπειρα εκνομίκευσης και εξειδίκευσης της αρχής της πολιτικής ουδετερότητας της κρατικής εξουσίας στο συγκεκριμενοποιημένο πεδίο των σχέσεων αυτής με την κρατική υπαλληλία (Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ, 1987· Ν. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ 1990, 1994· Ν. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ, 1994)[34]. Βάσει της υπό μελέτη θεωρητικής κατασκευής, αναπτύσσεται μία εξόχως στενή σχέση μεταξύ των κρατικών λειτουργών και υπαλλήλων και των δομών του κρατικού μηχανισμού. Προκειμένου να επιτευχθεί η ανταπόκριση στις απαιτήσεις λειτουργίας της φερόμενης σαν πολιτικά ουδέτερης κρατικής διοίκησης, οι υπαγόμενοι στο status της ειδικής υπαλληλικής σχέσης υποχρεούνται να τηρούν απαρέγκλιτα νομικά δεσμευτικούς κανόνες, τόσο στο χρονικό και το τοπικό πλαίσιο άσκησης των ανατεθειμένων σε αυτούς καθηκόντων όσο, όμως, και εκτός του πλαισίου αυτού. Κατ’ επέκταση, οφείλουν να ακολουθούν στάση αυστηρής αποχής από το πεδίο των υφιστάμενων κοινωνικών ή πολιτικών αντιπαραθέσεων. Καθότι, στο πλέγμα των εξωτερικών υλικών επενεργειών, οι λειτουργοί ή υπάλληλοι δρουν ως οργανικά συνδεδεμένοι με τους φορείς των ανώτατων αξιωμάτων της κρατικής εξουσίας. Η υπό αναφορά οργανική σύνδεση συνιστά αντανάκλαση και της ιδεολογικής αντίληψης περί της ορθότητας του διαχωρισμού της κρατικής εξουσίας από την κοινωνία ή και τον λαό. Η αυστηρή διάκριση επιχειρήθηκε να προσκτηθεί, πλέον, ένα σχετικά σαφέστερο περιεχόμενο, διαμέσου κυρίως των προσδιοριζόμενων κανόνων εξωυπηρεσιακής συμπεριφοράς, οι οποίοι επιβάλλονται στην κατηγορία της κρατικής υπαλληλίας. Διευκολύνεται, συναφώς, η αντιπαραβολή της νομικής θέσης των εχόντων ιδιότητα κρατικού λειτουργού ή υπαλλήλου με αυτήν των υπόλοιπων κοινωνών, ενώ δυνατόν να επιτευχθεί και η πλήρης κανονιστική ή και πραγματική αδυναμία των υπαγόμενων στην υπαλληλική σχέση να επιλέξουν να αντιταχθούν στις κατευθύνσεις οι οποίες ορίζονται στις αποφάσεις της κρατικής εξουσίας (Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ, 1987· Ν. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ 1990)[35]. Σημειώνεται ακόμη το γεγονός ότι, και η θεωρία της ‘’ειδικής κυριαρχικής σχέσης’’ επιζεί της μετάβασης από την περίοδο ισχύος της μοναρχικής αρχής στην ισχύ της κοινοβουλευτικής αρχής (Κ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΣ, 2006· Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ, 1987)[36].
Δ. Εγγύτερη αναφορά ως προς την αρχή ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας
Αναφορικά με τον καθορισμό της νομικής αξιολόγησης συμπεριφορών στην περίπτωση της εξεταζόμενης κατηγορίας προσώπων περιγράφεται, συχνά, ως επιπρόσθετο έρεισμα της αιτιολόγησης του πολιτικώς ουδέτερου χαρακτήρα της κρατικής υπόστασης η κανονιστική ισχύς της αρχής ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας. Στο πλαίσιο και του εγχώριου πολιτεύματος, η εν λόγω αρχή αποτελεί οργανωτική βάση αυτού. Είναι, ακόμη, μη υποκείμενη στη λειτουργία της αναθεωρητικής βουλής, συνιστώντας το θεσμικό παρακολούθημα της ευρύτερης αρχής της τριμερούς διάκρισης των κρατικών λειτουργιών (η οποία, επίσης, ανάγεται παγίως σε οργανωτική βάση του πολιτεύματος), ενώ ανάγεται σε συμπροσδιοριστικό στοιχείο της έννοιας της δίκης, στην ισχύουσα δικονομική έννομη τάξη. Οι όροι εφαρμογής της μελετώμενης αρχής πληρώνονται στο ενδεχόμενο κατά το οποίο ο φορέας του δικαστικού λειτουργήματος μορφώνει ολοκληρωμένο δικανικό συλλογισμό (με μείζονα, ελάσσονα πρόταση και συμπέρασμα) χωρίς την άσκηση οποιασδήποτε μορφής επιρροών. Ο οργανωτικός και λειτουργικός χαρακτήρας του διαχωρισμού βάσει τόσο θετικών κανόνων δικαίου όσο και ουσιαστικών πραγματολογικών δεδομένων δεν καθιερώνεται στην απόλυτη μορφή αλλά υφίσταται σχετικοποίηση, διαμέσου του συστήματος διασταύρωσης των κρατικών λειτουργιών[37].
Εν προκειμένω παρατηρητέα τα ακόλουθα. Το ιστορικό υπόβαθρο και σχετικά με την αφετηρία διάπλασης της αρχής της διάκρισης των κρατικών λειτουργιών (και της άμεσα συνυφασμένης με αυτήν αρχής ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας) ανάγεται στη χρονική περίοδο της μετάβασης από την πολιτειακή μορφή της απόλυτης μοναρχίας σε αυτήν της συνταγματικής μοναρχίας (H. NAWIASKY, 1955· Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ, 2000)[38]. Όπως προπαρατέθηκε, πρόκειται για περίοδο καταγραφής σημαντικών συγκρουσιακών καταστάσεων μεταξύ των φορέων της μοναρχικής εξουσίας και των νεοπαγών αστικών θεσμών αντιπροσώπευσης. Η αρχή της διάκρισης των κρατικών λειτουργιών προσκτάται ισχύ θετικού κανόνα δικαίου, το πρώτον, στο Σύνταγμα των ΗΠΑ του 1787 (Μ. ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΣ, 2002· Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ, 1999)[39]. Συνάγεται, άλλως, κοινό χρονικό πλαίσιο εκκίνησης για την καθιέρωση των προσεγγίσεων των ανωτέρω αρχών με το πολιτειολογικό φαινόμενο της πολιτικής ουδετερότητας του κράτους.
Κατά την υπό προσέγγιση περίοδο, σε κύριο γνώρισμα της δικαστικής λειτουργίας επιχειρήθηκε να αναδειχθεί η ανάγκη απόλυτου (οργανικού και λειτουργικού) διαφορισμού της από τις έτερες λειτουργίες του κράτους. Συγχρόνως, το δικαστικό λειτούργημα προκρίνεται να υπηρετείται στη βάση συγκεκριμένων κανόνων, προβάλλεται, δηλαδή, ένας αμιγώς τεχνικός χαρακτήρας αυτού. Περαιτέρω, για τους φορείς της δικαστικής λειτουργίας δεν καταλείπονται περιθώρια συναξιολόγησης στοιχείων ή πεποιθήσεων εξωδικαιϊκών, πέραν δηλαδή των γενικώς αποδεκτών νομικών ερμηνευτικών μεθόδων και αποτελεσμάτων, ενόσω το κανονιστικό πλέγμα δραστηριοποίησής τους επιτάσσει την υιοθέτηση αμερόληπτης συμπεριφοράς, ιδίως κατά το στάδιο του σχηματισμού των δικανικών συλλογισμών. Επιπλέον, στη δικαστική λειτουργία αναλογεί η δραστηριότητα ειδικότερης εφαρμογής των κύριων νόμιμων μέσων υλοποίησης του κρατικού καταναγκασμού, διά της καθιέρωσης του κατ’ αρχήν υποχρεωτικού χαρακτήρα των δικαστικών αποφάσεων. Σύμφωνα με τους προαναφερθέντες άξονες, η καθιέρωση της ανεξάρτητης υπόστασης της δικαστικής λειτουργίας θεωρήθηκε σύστοιχη με την αναγκαιότητα διασφάλισης αυτής από ενδεχόμενη άσκηση επιρροής με χρήση αθέμιτων μέσων από μέρους των λοιπών κρατικών λειτουργιών. Επιπρόσθετα, η περιγραφόμενη προστασία επεκτείνεται και έναντι επιρροών οι οποίες προέρχονται από το πεδίο του δικαστικού συστήματος, υπό μορφή ασκούμενων επιδράσεων σε βάρος δικαστικών λειτουργών από φορείς του δικαστικού λειτουργήματος οι οποίοι και κατέχουν, συχνά, συγκεκριμένη ιδιότητα στη διοίκηση των εσωτερικών υποθέσεων της δικαστικής λειτουργίας[40]. Αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί, επιγραμματικά, ως η βασική κατανόηση του περιεχομένου της μελετώμενης αρχής, η οποία επιχειρήθηκε να προσλάβει την τελική αυτής μορφή, ιστορικά, υπό την ευθεία επιρροή της αρχής της πολιτικής ουδετερότητας της κρατικής εξουσίας (Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ, 1987· Δ. ΔΗΜΟΥΛΗΣ, 2002· H. NAWIASKY, 1955· Α. ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ, 1999· S. SHETREET, 1976· J. ADENITIRE, 2012)[41].
Η προρρηθείσα προσέγγιση συνεφέλκεται με την ύπαρξη ενός αντικειμενικού δεδομένου: ο σχηματισμός των αποφάσεων οι οποίες απορρέουν από τους φορείς της δικαστικής λειτουργίας (και έχουν, ως επί το πλείστον, τη μορφή της δικανικής κρίσης) εδράζεται στην ερμηνευτική διάπλαση ισχυόντων κανόνων δικαίου ή και ορισμένων δικαιϊκών αρχών στο πεδίο διαρρύθμισης ειδικότερων βιοτικών συμβάντων, άλλως, στην πραγμάτωση των νομικών συλλογισμών (A. STONE, 2000· C. GUSY, 1991)[42]. Επιπλέον, στην τυπική διάσταση της εκάστοτε γενόμενης έννομης σχέσης της δίκης, ο δικαστικός λειτουργός φέρεται να κατέχει τη θέση του ‘’αμέτοχου’’ φορέα κρατικής λειτουργίας ενόψει της επίλυσης της ένδικης διαφοράς (K. STERN, 1980)[43]. Στο πλαίσιο άσκησης του δικαστικού λειτουργήματος αξιολογείται, ακόμη, η δράση κρατικών θεσμών. Πρόκειται για νοητικές διεργασίες οι οποίες φέρουν, αναντίρρητα, επιστημονικό και νομικοτεχνικό χαρακτήρα. Πεδίο εφαρμογής της νομικής και, ειδικότερα, της δικαστικής ερμηνείας είναι το εκάστοτε σύστημα κανόνων δικαίου, σύστημα σε σημαντικό βαθμό αυτονομημένο και εξαναγκαστικώς επιβαλλόμενο στο κοινωνικό περιβάλλον ως πλέγμα δεοντικών κανόνων συμπεριφοράς. Και στο μέτρο κατά το οποίο οι φορείς της δικαστικής λειτουργίας προβαίνουν σε διάπλαση δικαίου, το παραγόμενο ερμηνευτικό αποτέλεσμα υπόκειται, υποχρεωτικά, σε τεθειμένους, ήδη, κανόνες δικαίου, λόγω των πρωτοβουλιών των έτερων κρατικών λειτουργιών, υπό το πλαίσιο των σχέσεων ιεραρχίας τυπικής ισχύος στο εσωτερικό της εκάστοτε έννομης τάξης (Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ, 1987· Δ. ΡΑΪΚΟΣ, 2008· K. STERN, 1980)[44].
Τα αναφερθέντα γνωρίσματα της άσκησης του δικαστικού λειτουργήματος αξιοποιήθηκαν, σε διαχρονική βάση, από την κυρίαρχη θέση εντός των νομικών επιστημόνων, με σκοπό την ενίσχυση του πλάσματος περί της ορθότητας του αυστηρού διαχωρισμού δικαίου και πολιτικής και, εν γένει, κρατικού φαινομένου και κοινωνικής εξέλιξης. Καθότι, σε πλείστες περιπτώσεις η κύρια επίδραση ή έστω η συναξιολόγηση κοινωνικοπολιτικών στοχεύσεων κατά τη δράση των φορέων της νομοθετικής και της εκτελεστικής λειτουργίας δεν είναι εφικτό να υποτιμηθεί, υποστηρίζεται από την κρινόμενη αντίληψη ότι ο χαρακτήρας της δικαστικής λειτουργίας έγκειται, ακριβώς, στη σαφή αποστασιοποίηση από ανάλογου περιεχομένου σκοπούς η κριτήρια (Δ. ΔΗΜΟΥΛΗΣ, 2002· A. STONE, 2000)[45].
Κατά τα προεκτεθέντα, η δικαστική λειτουργία ως η λεγόμενη ‘’τρίτη’’ κρατική λειτουργία απολήγει να συνιστά και έναν οιονεί εξισορροπητικό μηχανισμό, ενόψει της όποιας διείσδυσης στοιχείων με πολιτικά χαρακτηριστικά στη δραστηριότητα των δύο άλλων κρατικών λειτουργιών. Υπό διαφορετική διατύπωση, ακόμη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες στη διαμόρφωση της βούλησης του νομοθετικού σώματος ή και των οργάνων της δημόσιας διοίκησης εμφιλοχωρούν σαφή κίνητρα υπηρέτησης συγκεκριμένης πολιτικής ή κομματικής ιδεολογίας, η υποβολή των συνεπειών αυτής της βούλησης στο διακριτό και α-πολιτικό μηχανισμό της δικαστικής λειτουργίας ελαχιστοποιεί την επίδραση αυτών. Το δεοντολογικό πρότυπο του ουδέτερου από εξωνομικές επιρροές φορέα του δικαστικού λειτουργήματος και, εν συνόλω, της δικαστικής λειτουργίας ως της κατ’ εξοχήν ‘’τεχνικής’’ κρατικής λειτουργίας συναποτελούν ειδοποιά αυτής γνωρίσματα εν συγκρίσει με τις έτερες λειτουργίες, επί τη βάσει των οποίων φαίνεται να ενισχύθηκε η πολιτική και θεωρητική αντίληψη για την πολιτική ουδετερότητα της κρατικής εξουσίας (Δ. ΡΑΪΚΟΣ, 2008)[46].
II. Η αντίκρουση της κρατούσας θεωρίας και οι βάσεις τεκμηρίωσης του πλασματικού χαρακτήρα της κατασκευής της πολιτικώς ουδέτερης κρατικής εξουσίας
Διά των εκτεταμένων μεταβολών στο πεδίο των κοινωνικοοικονομικών σχέσεων και, παρεπόμενα, της μακρόχρονης διαδικασίας ανάδειξης της ανάγκης νομικής διασφάλισης δικαιωμάτων με πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο, καταγράφεται αξιόλογη ιδεολογική και επιστημονική κινητικότητα από τα μέσα, ήδη, του 19ου αιώνα, με στόχο, εκτός των άλλων, την άρθρωση κριτικών ή και αποδομητικών προσεγγίσεων ως προς τις θεωρητικές κατασκευές εμφάνισης της κρατικής εξουσίας υπό τη μορφή του α-πολιτικού και του α-ιστορικού φαινομένου. Στις αναπτύξεις οι οποίες ακολουθούν, και για τους σκοπούς του παρόντος πονήματος, παρατίθεται μέρος των ανωτέρω κατευθύνσεων, διακεκριμένων σε όσων το περιεχόμενο επικεντρώνεται σε αρχές της νομικής δογματικής και σε εκείνων οι οποίες εμφορούνται από την συνθετικού χαρακτήρα αντιπαραθετική δομή σε σχέση με τις εδώ αποκρουόμενες θέσεις. Για την περίπτωση της προκείμενης οιονεί συστηματοποίησης διευκρινίζονται αφενός η ανάδειξη της ανάλυσης των εξελίξεων στην εγχώρια συνταγματική επιστήμη. Αφετέρου ότι, στη δεύτερη ‘’κατηγορία’’ θεωριών προέχουσα σημασία λαμβάνουν όσες εξ’ αυτών υιοθετούν το μαρξιστικής κατεύθυνσης πολιτειολογικό πρότυπο ερμηνείας της κρατικής εξουσίας και των θεσμικά οριζόμενων δικαιοδοτικών μηχανισμών.
Α. Η κριτική αντιμετώπιση εκ μέρους της εγχώριας συνταγματικής θεωρίας
Άξια ιδιαίτερης παρατήρησης συνιστά η αντίδραση η οποία αναπτύχθηκε στο πλαίσιο της εγχώριας συνταγματικής επιστήμης έναντι της παλαιότερα κρατήσασας θέσης ως προς τον προβληθέντα σαν ουδετεροποιημένο πολιτικώς χαρακτήρα, πρωτίστως, του κράτους (υπό την έννοια της φύσης της κρατικής εξουσίας) και των οργάνων της δημόσιας διοίκησης, δευτερευόντως δε για τη φύση του δικαστικού λειτουργήματος. Η προκείμενη αντίδραση ερείδεται στην επίκληση αφενός των σύγχρονων κοινωνικοπολιτικών όρων βάσει των οποίων ασκείται η κρατική εξουσία από τους φορείς αυτής και αφετέρου, στη διαφοροποιημένη ερμηνευτική αξιοποίηση πάγιων συνταγματικά προβλεπόμενων αρχών και συνταγματικών κανόνων δικαίου. Η υπερκείμενη σε τυπική δύναμη συνταγματική τάξη προσεγγίζεται, δε, υπό τη μεικτή αυτής υπόσταση, συγχρόνως νομική και πολιτική και, συναφώς, ως προϊόν των διαμορφωμένων πολιτικών συσχετισμών, με έμφαση κατά το χρόνο ενέργειας της συντακτικής εξουσίας (Δ. ΔΗΜΟΥΛΗΣ, 1992· Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ, 2006)[47]. Παρατηρήθηκε η σχέση αλληλόδρασης μεταξύ των προκρινόμενων προς συνταγματοποίηση ρυθμίσεων και των επιπτώσεων της κανονιστικής εμβέλειας των συνταγματικών κανόνων στη γενική κοινωνική κατάσταση (Β. ΡΩΤΗΣ, 1998· Α. ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ, 1985· Κ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ, 1999)[48]. Με χρονική αφετηρία τις εργασίες της Ε’ Αναθεωρητικής Βουλής θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, οι επιλογές σε επίπεδο αναθεωρητικής διαδικασίας και κοινής νομοθεσίας ανταποκρίθηκαν, σε ορισμένο βαθμό, προς το περιεχόμενο των υπό εξέταση κριτικών επισημάνσεων, μέσω της μερικής άμβλυνσης του βαθμού αυστηρότητας των ρυθμίσεων περιορισμού του εύρους άσκησης των υπό κρίση πολιτικών δικαιωμάτων κατά τα προηγούμενα έτη. Ως κοινή συνισταμένη των ακολούθως παρατιθέμενων κριτικών αναλύσεων επισημαίνεται η ανάδειξη των στοχεύσεων από την πρόκριση της αρχής της πολιτικής ουδετερότητας της κρατικής εξουσίας. Πρόκειται, σύμφωνα με την προκείμενη κριτική προσέγγιση, για την τάση θεωρητικοποίησης μίας διαρκούς κρατικής προτεραιότητας, την αξιοποίηση, δηλαδή, ενός επιπρόσθετου θεωρητικού ‘’σχήματος’’ με σκοπό την απομείωση κινδύνων σε συνάρτηση με το γενικό στόχο της διατήρησης του κρατικού οικοδομήματος (M. DUVERCER, 1985)[49]. Η απολογητική προς την αρχή της πολιτικής ουδετερότητας θέση προβάλλοντας, σε διαχρονική βάση, τον αυτόνομο και αμιγώς τεχνικό χαρακτήρα της εξωτερικευμένης δράσης των οργάνων των κρατικών λειτουργιών απολήγει σε άτοπο, καθόσον είναι ανέφικτη η αποστασιοποίηση από την υπηρέτηση συγκεκριμένων πολιτικού χαρακτήρα σκοπών (και τέτοιο χαρακτήρα φέρει η προαναφερθείσα δράση). Ο μη αξιολογικά και μη πολιτικά ουδέτερος χαρακτήρας διέπει, επομένως, τη φύση του συνόλου των κρατικών λειτουργιών, μεταξύ αυτών, τη δημοσιοϋπαλληλική δραστηριότητα και τις ενέργειες των φορέων της δικαστικής λειτουργίας. Στη βάση των εν λόγω δεδομένων υποστασιοποιείται και η υπαρκτή συσχέτιση κρατικής εξουσίας και κοινωνικών δυνάμεων (Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ, 1980)[50].
Ειδικότερα, υπό την ισχύ ακόμη στο ελληνικό δίκαιο διατάξεων αυστηρού περιορισμού στην κτήση ή και άσκηση δικαιωμάτων με πολιτικό χαρακτήρα, τμήμα της εγχώριας θεωρίας προκρίνει την ανάδειξη προβληματισμού αναφορικά με τον τρόπο και το περιεχόμενο της σχηματιζόμενης κρατικής βούλησης. Στην κατεύθυνση αυτή υποστηρίχθηκε ότι, υπό συνθήκες ισχύος της αρχής του πολυκομματισμού στο εγχώριο πολίτευμα, η κυβέρνηση – το πρωταρχικό όργανο εισήγησης και εφαρμογής των πράξεων της εκτελεστικής λειτουργίας – συγκροτείται, με νομικούς και πραγματικούς όρους, από ένα ή περισσότερα λειτουργούντα πολιτικά κόμματα, διατηρώντας συγχρόνως την απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Απόρροια αυτού του κρατούντος ‘’σχήματος’’ σχέσεων μεταξύ των οργάνων της εκτελεστικής και της νομοθετικής λειτουργίας αποτελεί η θέσπιση κανόνων δικαίου σχεδόν κάθε επιπέδου τυπικής ισχύος, αντίστοιχων προς την βούληση της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας, δηλαδή προς τις κύριες οικονομικές και ιδεολογικοπολιτικές επιλογές του πολιτικού κόμματος ή των πολιτικών κομμάτων εκ των οποίων συγκροτείται το άμεσο όργανο της κυβέρνησης. Επομένως, κρίνεται εσφαλμένη η θέση σύμφωνα με την οποία, η διαμόρφωση της κυβερνητικής και, εν γένει, της κρατικής βούλησης επιτυγχάνει την ικανοποίηση του ‘’γενικού συμφέροντος’’, καθόσον τέτοιου είδους συμφέρον δεν υφίσταται, και μόνο λόγω του γεγονότος της αναπόφευκτης μεσολάβησης των κομματικών ανταγωνισμών (Α. ΤΑΧΟΣ, 1981· Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ, 1987)[51]. Ευρύτερα, στη γενικευμένη διαδικασία αναγνώρισης ή και θεσμοποίησης του πολιτικού κόμματος σε επίπεδο συνταγματικών έννομων τάξεων στην περίοδο μετά τη λήξη του Β’ παγκοσμίου πολέμου, όπως και στο factum της διαρκούς συμπλοκής των κομματικών λειτουργιών και αποφάσεων με τις ενέργειες των διάφορων πολιτειακών οργάνων, συμπυκνώνεται η ορθότητα της υπέρβασης της αυστηρής διάκρισης κρατικής εξουσίας και κοινωνικών διεργασιών, και οφείλεται η επαλήθευση του ανεδαφικού χαρακτήρα της νομικά καθοριζόμενης απαίτησης περί πολιτικώς ουδέτερης δράσης των φορέων των κρατικών λειτουργημάτων και υπηρεσιών (D. TSATSOS, M. MORLOK, 1982· T. MAUNZ, R. ZIPPELIUS, 1983)[52].
Η υπό κρίση απλή στην κατανόησή της παραδοχή επέτρεψε σε αξιόλογο μέρος της συνταγματικής επιστήμης να διαγνώσει ότι κρατικοί λειτουργοί και υπάλληλοι εκπληρώνουν τα ανατεθειμένα σε αυτούς καθήκοντα, υλοποιώντας κανόνες δικαίου με προστακτικό και απαγορευτικό περιεχόμενο, οι οποίοι θεσπίζονται, όμως, με συγκεκριμένη ιδεολογικοπολιτική στόχευση (Α. ΤΑΧΟΣ, 1981· C. SCHMITT, 1957· Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, 1986· Χ. ΣΕΒΑΣΤΙΔΗΣ, 2019)[53]. Πρόκειται για μία συνεχή και αντικειμενικά υπαρκτή κατάσταση, ανεξαρτήτως του βαθμού υποκειμενικής συνειδητότητας και συμμετοχής από μέρους του προσωπικού φορέα του δημόσιου λειτουργήματος ή καθήκοντος. Εκάστοτε κανόνας δικαίου, ανεξαρτήτως της κανονιστικής αυτού υφής, φέρει και πολιτική διάσταση (C. SCHMITT, 1955)[54]. Ο προσωπικός φορέας δε διαθέτει, κατά κανόνα, διακριτική ευχέρεια ελέγχου του ουσιαστικού περιεχομένου ή και του βαθμού δεσμευτικότητας των από τα νομοθετικά όργανα τεθειμένων κανόνων δικαίου, έναντι δε των κυρίως αξιακά και ιδεολογικά φορτισμένων ισχυόντων κανόνων – και είναι αυτοί οι οποίοι εντάσσονται στη συνταγματική έννομη τάξη[55] – η δέσμευσή του προς την τήρηση αυτών είναι ιδιαιτέρως αυστηρή. Σχετικά με τους φορείς του δικαστικού λειτουργήματος, παρά την ύπαρξη σαφώς ευρύτερου περιθωρίου πραγμάτωσης νομικών κρίσεων επί ισχυόντων κανόνων δικαίου, και στην περίπτωση αυτών των φορέων παράγεται νομική δέσμευση ως προς την ορθή εφαρμογή του τεθειμένου δικαίου, υπό την επιρροή των προαναφερθεισών σκοπιμοτήτων (H. NAWIASKY, 1955)[56]. Η κριτική ανάλυση της ευρύτερης αυτής προσέγγισης απολήγει στο περαιτέρω συμπέρασμα ότι, οι ευρισκόμενοι σε ειδική σχέση εξουσίας προς το νομικό πρόσωπο του κράτους δύνανται να τηρούν αξιολογική ουδετερότητα αποκλειστικά προς την πολιτική ή και κομματική δράση δυνάμεων οι οποίες αντιπολιτεύονται την κυβέρνηση, καθόσον δεσμεύονται εκ της ιδιότητάς τους[57] να συμβάλουν, κατά νομοτελειακό τρόπο, στην πραγμάτωση των πολιτικών και ιδεολογικών σκοπών της κυβερνητικής πλειοψηφίας (Α. ΤΑΧΟΣ, 1981· Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ, 1993)[58].
Με σκοπό την επίρρωση των ανωτέρω θεμελιωδών παραδοχών, οι αποδεχόμενοι την κριτική αντιμετώπιση προκρίνουν ως νομικό έρεισμα των προκείμενων θέσεων την κανονιστική ισχύ πρωταρχικών αρχών ή ρυθμίσεων του εγχώριου Συντάγματος. Τον πυρήνα της νομικής αιτιολόγησης συγκροτεί το περιεχόμενο της δημοκρατικής αρχής και, κατά κύριο λόγο, η ερμηνευτική ανασημασιοδότηση της αρχής αυτής[59]. Στη σχετική βιβλιογραφία, συμπεριλαμβάνονται, συχνά, προς ενίσχυση της κριτικής προσέγγισης οι διατάξεις των άρθρων 5§1 Σ. (κατοχύρωση, επιγραμματικά, του δικαιώματος ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και συμμετοχής στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας) και 29§1 Σ. (καθιέρωση του δικαιώματος ελεύθερης ίδρυσης και συμμετοχής σε πολιτικά κόμματα). Στις ρυθμίσεις των προηγούμενων άρθρων περιλαμβάνονται εγγυητικού χαρακτήρα εκφάνσεις υπαγόμενες στο κανονιστικό περιεχόμενο της δημοκρατικής αρχής (Κ. ΜΑΥΡΙΑΣ, 2005· Ι. ΚΑΜΤΣΙΔΟΥ, 2011)[60].
Ειδικότερα, επισημάνθηκε ότι, η επίκληση της νομικής κατασκευής της ειδικής κυριαρχικής σχέσης – ακόμη και εάν δεν αμφισβητείται καθαυτή – είναι εσφαλμένο, νομικά, να απολήγει στην υιοθέτηση ενός πλήρως αυτονομημένου status στη σχέση των κρατικών λειτουργών και υπαλλήλων με το κράτος, σε τέτοια έκταση ώστε να ελλοχεύει ο κίνδυνος ουσιαστικής αναίρεσης του προστατευτικού πεδίου θεμελιωδών δικαιωμάτων από τις ανωτέρω κατηγορίες πολιτών. Συγκεκριμένα, από το περιεχόμενο των μεταξύ τους σύμφυτων θεμελιωδών συνταγματικών αρχών της δημοκρατικής αρχής και της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας (δυνάμει του άρθρου 1§§1 και 2 του ισχύοντος Συντάγματος, αντιστοίχως) παράγεται η δεσμευτική επέκταση της πρόβλεψης του ενεργητικού εκλογικού δικαιώματος στο σύνολο των πολιτών του κράτους (παρεκτός των κατά περιοριστική απαρίθμηση καθοριζόμενων περιπτώσεων), όπως και η επιβολή της υποχρέωσης στα κρατικά όργανα προς εξασφάλιση των όρων κτήσης και άσκησης και έτερων υπό στενή και υπό ευρεία έννοια πολιτικών δικαιωμάτων (Α. ΤΑΧΟΣ, 1981· Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ, 1973· Κ. ΜΑΥΡΙΑΣ, 2005· Ν. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ, 1990)[61]. Στην κανονιστική ισχύ της δημοκρατικής αρχής ανάγονται, συνεπώς, η πρόσδοση κανονιστικού περιεχομένου στην πραγμάτωση της συμμετοχής στις κρατικά διευθυνόμενες διεργασίες ανάδειξης πολιτειακών οργάνων, καθώς και η αναγκαιότητα στενής ερμηνείας των τιθέμενων περιορισμών των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων με περιεχόμενο την αξίωση πολιτικής συμμετοχής, τόσο ως προς την έκταση της αντικειμενικής εμβέλειάς τους όσο και ως προς το υποκειμενικό πεδίο ισχύος τους (Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ, 1980· Ξ. ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ, 2000)[62].
Παράλληλα, παρατηρήθηκε ότι, στο σύστημα των ισχυουσών συνταγματικών διατάξεων, από τον ερμηνευτικό συνδυασμό της γενικής διάταξης του άρθρου 5§1 Σ. και αυτής του άρθρου 29§1 Σ. περί του δικαιώματος ίδρυσης ή και συμμετοχής σε πολιτικό κόμμα καθίσταται αδιαμφισβήτητη η θέση του δημοσίου λειτουργού και υπαλλήλου ως φορέα πολιτικής φύσης δικαιωμάτων (Ν. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ, 2001)[63]. Με αναφορά στη ρύθμιση για την κατοχύρωση της ελεύθερης συμμετοχής στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι, η άσκηση δικαιωμάτων συναφών προς την συμμετοχή στις πολιτικού χαρακτήρα διεργασίες αποκτά δεσπόζουσα σημασία εν σχέσει με τις έτερες προβλεπόμενες εκδηλώσεις του υπό κρίση δικαιώματος. Επομένως, ο βαθμός εξασφάλισης της συγκεκριμένης διάστασης της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας οφείλει να είναι ευρύς (Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ, 1980)[64]. Επιπρόσθετο ερμηνευτικό επιχείρημα υπέρ των δικαιοπολιτικών και νομικών ισχυρισμών της εξεταζόμενης προσέγγισης αντλείται και από την, το πρώτον στην εγχώρια έννομη τάξη, αναγωγή του θεσμού του πολιτικού κόμματος σε συνταγματικώς προβλεπόμενο, διά των διατάξεων του άρθρου 29§1 Σ.
Στις αποδομητικές προς την αρχή της πολιτικής ουδετερότητας της κρατικής εξουσίας αναφορές συγκαταλέγεται, ακόμη, η σημασία της ισχύος της αρχής της νομιμότητας, από την οποία παράγεται δέσμευση ως προς τους φορείς των κρατικών λειτουργιών και υπηρεσιών. Κρατικοί λειτουργοί και υπάλληλοι αναλαμβάνουν από το χρονικό σημείο της τυπικής ανάθεσης σε αυτούς των καθηκόντων τους τη γενική υποχρέωση τήρησης της εγχώριας νομοθεσίας, στην οποία οφείλουν να ερείδονται το σύνολο των πράξεων, παραλείψεων και αποχών των κρατικών οργάνων. Κατ’ επέκταση, προσδιορίζεται ως μη ανταποκρινόμενη σε συγκεκριμένο νομικό καθήκον η τήρηση μίας επιπρόσθετα επιβαλλόμενης υποχρέωσης (ήτοι, της πολιτικώς ουδέτερης άσκησης των λειτουργημάτων ή των δημοσιοϋπαλληλικών καθηκόντων), ενόσω είναι σε ισχύ νομοθετήματα ειδικού περιεχομένου, επί τη βάσει των οποίων καθορίζονται ακριβέστερα οι προϋποθέσεις της νόμιμης εκπλήρωσης των παραπάνω καθηκόντων. Επακόλουθη των προηγούμενων θέσεων υπήρξε και η διατύπωση της αντίληψης για επαναπροσέγγιση και της κατασκευής της ‘’ειδικής κυριαρχικής σχέσης’’. Η φύση αυτής κρίνεται ορθό να μεταβληθεί και το περιεχόμενό της να εδράζεται σε αμιγώς λειτουργικό κριτήριο. Κατά συνέπεια, οι κρατικοί λειτουργοί και υπάλληλοι να θεωρείται ότι οφείλουν να τηρούν το σύνολο των δεσμεύσεων τις οποίες αναλαμβάνουν λόγω της ιδιότητας ή της θέσης αυτών, είτε κατά τα χρονικά διαστήματα εκτέλεσης της ανατεθειμένης εργασίας είτε οποτεδήποτε υπάρχει επίγνωστη αναφορά ή αξιοποίηση της απονεμηθείσας ιδιότητάς τους ως φορέων άσκησης κρατικών καθηκόντων. Διά αυτού του νέου προσδιορισμού της καθιδρυόμενης νομικής σχέσης με το κράτος, σκοπείται η ουσιαστική εξασφάλιση συνθηκών επιτρεπόμενης έκφρασης του πολιτικού φρονήματος των εχόντων τις κρίσιμες ιδιότητες (Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ, 1980· Α. ΤΑΧΟΣ, 1981· Ν. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ, 1990)[65].
Β. Η μαρξιστική κατεύθυνση ως προς πτυχές του κρατικού φαινομένου
Η ουσιαστική αποδόμηση και ανάδειξη του φαινομενικού περιεχομένου της αρχής της πολιτικής ουδετερότητας της κρατικής εξουσίας επιτυγχάνεται, με πειστικό τρόπο, μέσω της αποδοχής της συνθετικού χαρακτήρα εναντίωσης σε ανάλογης μορφής θεωρητικές ή νομικές κατασκευές. Η ενεστώσα αναφορά σχετίζεται με τις διαπιστώσεις οι οποίες απορρέουν από την κατεύθυνση της μαρξιστικής πολιτειολογίας. Καθόσον από το εν λόγω συνεκτικό πλέγμα θεωρίας εκπορεύεται η θεμελίωση της ανάλυσης ως προς τη γενική ουσία του σκοπού ύπαρξης της κρατικής υπόστασης, υπό την υλιστική σύλληψη των όρων μεταβολής των παραγωγικών σχέσεων ανά εκάστοτε χρονική περίοδο[66].
Συγκεκριμένα, το κρατικό φαινόμενο σύμφωνα με τη μαρξιστική πολιτειολογία οφείλει να εξετάζεται ως προϊόν της ευρύτερης ιστορικής εξέλιξης. Απορρίπτεται με κατηγορηματικότητα η απόδοση στην οποιασδήποτε μορφής κρατική εξουσία του γνωρίσματος της α-ιστορικότητας. Η κρατική υπόσταση, καθώς και η συναρτώμενη σε αυτήν δομή, συνιστούν άμεσα παρακολουθήματα της εκάστοτε μορφής της κοινωνικής οργάνωσης. Η προσέγγιση της κοινωνίας στο πλαίσιο της μαρξιστικής κατεύθυνσης αποσκοπεί, εκτός των άλλων, στην περιγραφή αυτής ως ενιαίου συστήματος αντικειμενικά εξελισσόμενων ανθρώπινων σχέσεων. Το εν λόγω συνεκτικό σύνολο διαρθρώνεται λόγω της αδιάσπαστης ενότητας στην οποία ευρίσκονται οι επιμέρους οικονομικές, πολιτικές και νομικές σχέσεις. Οι ανωτέρω γενικές διαγνώσεις απορρέουν από τη σοβαρή εμβάθυνση στην οποία προέβησαν κατά τις συναφείς αναλύσεις τους οι Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, σε σχέση με τη μελέτη των πρωταρχικής σημασίας αιτίων ως προς την εμφάνιση και εδραίωση του κρατικού φαινομένου, όπως και του αλληλένδετου φαινομένου των εξουσιαστικών σχέσεων. Υπό την προσέγγιση των Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, οι εν λόγω διεργασίες οφείλονται στην ιστορικά προηγούμενη εμφάνιση της διάκρισης των τάξεων, στην ύπαρξη έντονων ανταγωνιστικών σχέσεων μεταξύ αυτών. Περαιτέρω, το ιστορικό φαινόμενο της διαπάλης μεταξύ των κοινωνικών τάξεων έλκει την εξήγησή του στο επίπεδο του τρόπου λειτουργίας της οικονομικής βάσης, δηλαδή του τρόπου διασύνδεσης των παραγωγικών δυνάμεων και των παραγωγικών σχέσεων εκάστοτε κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού. Η φύση των παραγωγικών σχέσεων προσδιορίζεται κατά πρωταρχική σημασία από τις σχέσεις ιδιοκτησίας επί των μέσων παραγωγής. Η κοινωνική τάξη στην ιδιοκτησία της οποίας ευρίσκονται, εκάστοτε, τα μέσα παραγωγής αποκτά και διατηρεί, ως παρεπόμενη συνέπεια, και την ουσιαστική πρωτοβουλία στη συγκρότηση της κρατικής εξουσίας, καθορίζοντας, κυριαρχικά, τη φύση και τη γενική σκοπιμότητα αυτής (Γ. ΠΛΕΧΑΝΩΦ, 1988· G. POLITZER, 1975· Γ. ΡΟΥΣΗΣ, 1994· Ν. ΠΟΥΛΑΝΤΖΑΣ, 1985)[67]. Καθόσον ο λόγος της θεμελίωσης της κρατικής εξουσίας έγκειται στην πραγματοποίηση των γενικών και επιμέρους σκοπών της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης, θέσεις υποστηρικτικές προς την ουδετερότητα του κράτους και, εν γένει, προς τον αυστηρό διαχωρισμό κρατικής εξουσίας και κοινωνικής οργάνωσης δε διαθέτουν επιστημονικό έρεισμα, συνιστώντας αποτέλεσμα πολιτικού χαρακτήρα επιλογής, υπό τη μορφή της θεωρητικής και, κατ’ επέκταση, της νομικής κατασκευής, και υπό τη σαφή στόχευση της απόκρυψης των αληθών όρων αναπαραγωγής της κοινωνικής και κρατικής συγκρότησης (M. MIAILLE, 1983· Γ. ΡΟΥΣΗΣ, 1994)[68]. Οι εν λόγω κατασκευές εντάσσονται στην ευρύτερη, αστική απολογητική αντίληψη – η οποία και αποκρούεται, με σφοδρότητα, από την εδώ εξεταζόμενη θεωρητική προσέγγιση – ότι δηλαδή, η οργάνωση της κρατικής εξουσίας φέρεται να συντελείται υπό τη στόχευση της ικανοποίησης του λεγόμενου γενικού συμφέροντος των κοινωνών. Έννοια η οποία, σύμφωνα με τη μαρξιστική κατεύθυνση, συνιστά αφενός κοινό μάλλον στοιχείο μεταξύ αστικών, ιδεαλιστικών θεωριών περί της εξήγησης των κρατικών θεσμών αφετέρου, πλάσμα καθόλα αναντίστοιχο με την αληθή φύση και άσκηση της ταξικά προσανατολισμένης κρατικής εξουσίας (G. POLITZER, 1975)[69].
Ευρύτερα, ακόμη και η θεσμική κατοχύρωση δικαιωμάτων συμμετοχής σε πολιτικά σώματα υπό το πλαίσιο του αστικού κοινοβουλευτισμού, δε θεωρείται ικανός όρος ώστε να αναιρεθεί η εν γένει τυπικός χαρακτήρας των δικαιωμάτων αυτών. Το φαινόμενο αυτό συνιστά απόρροια καθεαυτής της φύσης του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και της επίπτωσης της αποξένωσης των παραγωγών από το κοινωνικό προϊόν της παραγωγής τους. Οι κατά τα προηγούμενα διαμορφωμένες σχέσεις στην οικονομική βάση αντανακλώνται και στις θεσμικές εκφάνσεις του εκάστοτε πολιτικού εποικοδομήματος, καθιστώντας την εν τοις πράγμασι αδυναμία των κοινωνών να ασκήσουν ουσιαστικού χαρακτήρα παρεμβάσεις στη βούληση της κρατικής εξουσίας αποτέλεσμα όχι μόνον τεχνικού χαρακτήρα προβλημάτων άμεσης αντιπροσώπευσης (Γ. ΡΟΥΣΗΣ, 2022)[70].
Στη μαρξιστική θεωρία και, ειδικότερα, στο πλαίσιο της μαρξιστικής πολιτειολογίας είναι δυνατόν να αποδοθεί και μία συστηματικού χαρακτήρα κριτική μελέτη του δικαιϊκού φαινομένου, με αξιοπρόσεκτες καταγραφές σε βασικά έργα των Κ. Μαρξ, Φ. Ένγκελς και Β. Λένιν. Σε αυτές διαλαμβάνεται η ύπαρξη του νομικού εποικοδομήματος (ή νομικής υπερδομής) ως αναπόσπαστου μέρους του συνολικού κρατικού εποικοδομήματος (και, συνεπώς, ως επίσης ιστορικοκοινωνικού φαινομένου) και σε ορισμένη έκταση αυτοτελούς αναφορικά με τη λειτουργία της οικονομικής βάσης (Π. ΣΤΟΥΤΣΚΑ, 1992· G. POLITZER, 1975)[71].
Λόγω του τελευταίου γνωρίσματος, η νομοθετική παραγωγή εκ μέρους των αρμοδίων κρατικών οργάνων συντελείται με γενικό σκοπό την ικανοποίηση των συμφερόντων της εκάστοτε κυρίαρχης κοινωνικής τάξης, με διατήρηση, ωστόσο, ενός βαθμού αυτονόμησης και αντίστροφης επίδρασης των ισχυόντων κανόνων δικαίου στις εξελίξεις στην οικονομική βάση. Αφετηριακό γεγονός της καθαυτής ισχύος των νομικών συστημάτων συνιστά η, το πρώτον, κτήση ιδιοκτησίας επί των μέσων παραγωγής, άλλως, η εμφάνιση των διακρίσεων και της διαπάλης μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών τάξεων (Π. ΣΤΟΥΤΣΚΑ, 1992· Δ. ΚΑΛΤΣΩΝΗΣ, 2022)[72]. Το δίκαιο δύναται να ορισθεί ως σύστημα κανόνων με εξαρτημένο χαρακτήρα ως προς τις οικονομικές σχέσεις παραγωγής αφενός, αφετέρου ως είδος συστήματος κοινωνικών σχέσεων, σχέσεις οι οποίες και διέπονται από το γνώρισμα να αναπτύσσονται σε περιβάλλον ταξικών ανταγωνισμών (Γ. ΠΑΣΟΥΚΑΝΙΣ, 2018· Γ. ΠΛΕΧΑΝΩΦ, 1988)[73]. Στα χαρακτηριστικά του νομικού εποικοδομήματος εντάσσεται, συνεπώς, η φύση αυτού ως μέσου οργανωμένης πραγμάτωσης (με αξιοποίηση και καταναγκαστικών μέτρων επιβολής) ταξικού και πολιτικού χαρακτήρα επιδιώξεων (συμπύκνωση των οποίων αποτελεί το κανονιστικό περιεχόμενο των κανόνων δικαίου), ενόσω τα συνολικά τεχνικά ή δογματικά γνωρίσματα του νομικού κανόνα συνιστούν τη μορφή εμφάνισης του δικαιϊκού φαινομένου (Δ. ΚΑΛΤΣΩΝΗΣ, 2005)[74]. Ο ταξικός και πολιτικός χαρακτήρας του νομικού εποικοδομήματος διατηρείται αναλλοίωτος ως εξαρτώμενος από τη δεδομένη επικράτηση μίας κοινωνικής τάξης επί της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, παρά την ύπαρξη σε επιμέρους ιστορικές περιόδους εν μέρει διαφορετικού, εσωτερικού συσχετισμού των κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων στα διάφορα κράτη (Δ. ΚΑΛΤΣΩΝΗΣ, 2005· R. KÜHNL,1980)[75]. Ταυτόχρονα, όμως, στο νομικό σύστημα αντανακλώνται αναπόδραστα οι μεταβολές των κοινωνικών σχέσεων τις οποίες αυτό εκφράζει στο πεδίο ισχυόντων κανόνων δικαίου, δηλαδή, η εξέλιξη, ιδιαίτερα σε περιόδους αναντιστοιχίας των παραγωγικών δυνάμεων με τις υπάρχουσες παραγωγικές σχέσεις (Π. ΣΤΟΥΤΣΚΑ, 1992)[76].
Στις παρούσες συνθήκες το νομικό εποικοδόμημα υπάγεται στο γενικό εποικοδόμημα του αστικού κράτους και υπόκειται, κατ’ αποτέλεσμα, στις αναγκαίες προϋποθέσεις αναπαραγωγής του αστικού, κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Στο πλαίσιο του ανωτέρω τρόπου παραγωγής παρατηρήθηκε, ορθά, η επέκταση της εκνομίκευσης πλήθους ποικίλων βιοτικών σχέσεων, η αναβάθμιση της σημασίας του νομικού φαινομένου και, κατ’ επακόλουθο, της θέσης της δικαστικής λειτουργίας, εφόσον η γενίκευση και χωρική επέκταση των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής προσαπαιτεί το στοιχείο της πληρότητας στην κανονιστικά ρυθμιζόμενη ύλη. Οι τάσεις εκνομίκευσης ενισχύονται από την περαιτέρω ένταση του βαθμού οργάνωσης της κρατικής εξουσίας στο πλαίσιο της μετάβασης στο ιμπεριαλιστικό στάδιο κυριαρχίας των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής (Γ. ΠΑΣΟΥΚΑΝΙΣ, 2018)[77].
Προς ταύτα και η άσκηση του δικαστικού λειτουργήματος ενέχει, αναπόφευκτα, και πολιτικό χαρακτήρα, συναγόμενο, κατά κύριο λόγο, από τα εξής δεδομένα: αρχικά από την επιτέλεση (κατόπιν ανάθεσης δικαιοδοσίας από μέρους της κρατικής εξουσίας) των ενεργημάτων της ερμηνείας (R. KÜHNL,1980· Ν. ΠΟΥΛΑΝΤΖΑΣ, 1966)[78] και εφαρμογής ισχυόντων κανόνων δικαίου, οι οποίοι τέθηκαν υπό συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες και σκοπούς και κατά δεύτερο λόγο, από το πραγματικό γεγονός της επίλυσης ένδικων διαφορών, η γένεση των οποίων αντανακλά υπαρκτές διαφορές μεταξύ των κοινωνών του δικαίου, διαφορές σύμφυτες με το περιεχόμενο και τη μορφή των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων. Οπότε, διά της δικαστικής λειτουργίας συντελείται η αναγκαία διαδικασία της συγκεκριμενοποίησης του δικαίου, το οποίο αποτελείται από κανόνες με γνώρισμα την αντανάκλαση σε αυτούς των κοινωνικών διεργασιών. Συγχρόνως, σε αυτή καθαυτή τη σύλληψη και διατύπωση της επιστημονικής ανάλυσης του ισχύοντος δικαίου (διαδικασία με την οποία συμπλέκεται η άσκηση του δικαστικού λειτουργήματος) επιδρούν οι κατευθύνσεις της κρατούσας ιδεολογίας, όπως αυτές διαμορφώνονται στο περιβάλλον του κρατούντος κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού και εντάσσονται στο ισχύον κανονιστικό πλαίσιο διαμέσου, κυρίως, των αόριστων εννοιών με αξιολογικό περιεχόμενο (Δ. ΚΑΛΤΣΩΝΗΣ, 2002)[79].
Συνακόλουθα, κατασκευή με νομική ή τυπική και όχι ουσιαστική ισχύ οφείλει να θεωρηθεί και το πλέγμα ρυθμίσεων το οποίο συνάγεται από την αρχή διάκρισης των κρατικών λειτουργιών. Απόρροια, ιστορικά, του συμβιβασμού μεταξύ των δυνάμεων της αστικής τάξης και αυτής των φεουδαλικών στοιχείων, η αρχή διάκρισης των κρατικών λειτουργιών εντάσσεται με αρμονικό τρόπο μεταξύ των πρωτευουσών συνταγματικής ισχύος αρχών στα πολιτεύματα του αστικού κοινοβουλευτισμού, συνιστώντας κανονιστική μέθοδο κατανομής και εξισορρόπησης των αρμοδιοτήτων του κράτους. Βάσει αυτής της μεθόδου δεν αμφισβητήθηκε (ούτε είναι εφικτό να αμφισβητηθεί) το ουσιαστικό περιεχόμενο ή η γενική κατεύθυνση της κρατικής εξουσίας. Αντίθετα, δε, η αξιοποίηση αυτής της αρχής καταλήγει σε αρτιότερα, κατά το δυνατόν, σταθεροποιητικά αποτελέσματα εν σχέσει με τη λειτουργία των κρατικών οργάνων, εντός του κεφαλαιοκρατικού οικονομικού τρόπου παραγωγής και του αντίστοιχου κρατικού εποικοδομήματος (R. KÜHNL,1980· Ν. ΠΟΥΛΑΝΤΖΑΣ, 1966, 1985· M. MIAILLE, 1983· R. MILIBAND, 1973)[80].
III. Συμπεράσματα από τον θεωρητικό προβληματισμό
Η εξέταση της προβληματικής του πολιτειολογικού πλάσματος της πολιτικής ουδετερότητας ασφαλώς δεν εξαντλείται με τις παρατηρήσεις – κυρίως ιστορικού περιεχομένου – που προηγήθηκαν στην εδώ ανάπτυξη. Είναι όμως δυνατόν, βάσει των προσδιορισμών που προηγήθηκαν, να εξαχθούν ορισμένα αρχικά πορίσματα όσον αφορά τη σχέση ανάμεσα στο πλάσμα της πολιτικής ουδετερότητας της κρατικής εξουσίας και τη δικαστική λειτουργία, περιλαμβανόμενα στις ακόλουθες σύντομες αναφορές:
α) Για τους σκοπούς της ουσιαστικής πληρότητας και της μεθοδολογικής ορθότητας στην ανάλυση του μελετώμενου πεδίου, αναδείχθηκε η ανάγκη προσέγγισης της ιδεολογικής και πολιτειολογικής βάσης ως προς το εύρος κατοχύρωσης πολιτικής φύσης δικαιωμάτων κατηγοριών προσωπικών φορέων των κρατικών οργάνων. Ζήτημα ανακύπτον, εκτός άλλων παραγόντων, και από το πραγματικό δεδομένο της συχνής επίκλησης αυτής της βάσης από αξιοπρόσεκτο τμήμα ιδίως της εγχώριας θεωρίας αλλά και από μέρους της νομολογίας.
β) Στην εγχώρια έννομη τάξη εξακολουθεί να καταγράφεται ως κρατούσα θέση, τόσο στο πεδίο της νομικής θεωρίας όσο και της σχετικής νομολογίας, η παραπομπή στην αρχή της πολιτικής ουδετερότητας της κρατικής εξουσίας ως του δικαιοπολιτικού λόγου θεμελίωσης ή αποδοχής σοβαρών περιορισμών αναφορικά με την κτήση ή και την άσκηση των υπό στενή και υπό ευρεία έννοια πολιτικών δικαιωμάτων από μέρους κρατικών λειτουργών και υπαλλήλων. Επισημαίνεται ότι, σε μέρος της σχετικής νομικής θεωρίας, οι αρχές της πολιτικής και της κομματικής ουδετερότητας των κρατικών λειτουργιών και των προσωπικών φορέων αυτών προσκτώνται το χαρακτηριστικό των εκ του Συντάγματος συναγόμενων αρχών, με ορισμένη κανονιστική εμβέλεια. Συναφώς, η θέση ουδετερότητας στην επιτέλεση του δικαστικού λειτουργήματος επιχειρείται να προβληθεί ως ειδικότερη έκφανση της γενικής αρχής της πολιτικής ουδετερότητας. Κατ’ επέκταση, στο ζήτημα της συναρτώμενης με κομματική τοποθέτηση εκδήλωσης εκ μέρους δικαστικού λειτουργού, το υποκείμενο της υποχρέωσης για τήρηση πολιτικής ουδετερότητας θεωρείται φορέας της άμεσα συνυφασμένης επιμέρους δέσμευσης ως προς την τήρηση της αρχής της κομματικής ουδετερότητας.
γ) Σε αντιπαράθεση προς την κρατούσα γνώμη επιχειρείται σοβαρή απόπειρα αποδόμησης του περιεχομένου της αρχής της πολιτικής ουδετερότητας, όπως και κατάδειξης σκοπιμοτήτων στην εξακολούθηση της αξιοποίησής της. Πρόκειται για αντίθετες τοποθετήσεις από τμήμα της εγχώριας συνταγματικής θεωρίας, για την υποστήριξη των οποίων ελήφθησαν υπόψιν πραγματολογικά δεδομένα της σύγχρονης περιόδου της πολιτευματικής λειτουργίας (ιδίως, η αύξουσα τάση στο εύρος δραστηριοποίησης των πολιτικών κομμάτων) καθώς και διαφοροποιήσεις ως προς το ερμηνευτικό αποτέλεσμα διατάξεων του ισχύοντος Συντάγματος. Απότοκο της εν λόγω προσέγγισης συνιστά η με νομικούς, κατά βάση, όρους τεκμηρίωση του πλασματικού χαρακτήρα της αρχής της πολιτικής ουδετερότητας της κρατικής εξουσίας.
δ) Θέση της μελέτης αποτελεί η διαπίστωση της βασιμότητας της αντίληψης περί της ανάγκης υπέρβασης του περιεχομένου της αρχής της πολιτικής ουδετερότητας (στο σύνολο των επιμέρους εκφάνσεών της) και της άρσης της περαιτέρω αξιοποίησής της, λόγω των διαπιστωμένων ιδεολογικοπολιτικών σκοπιμοτήτων οι οποίες υπηρετήθηκαν μέσω της καθιέρωσής της, τόσο στην εγχώρια όσο και σε έτερες έννομες τάξεις, καθώς και εξαιτίας των αναντίστοιχων προς τα κρατούντα κοινωνικά δεδομένα νομικών λύσεων στις οποίες απάγει. Υπό την άποψη της πολιτειολογικής θεωρητικής επεξεργασίας, η προκείμενη στόχευση τελεσφορεί αποκλειστικά εάν γίνει αποδεκτή η κριτική προσέγγιση στην υπόσταση των κρατικών θεσμών και η εμβάθυνση αναφορικά με την εξέταση του γενικού σκοπού και των κύριων γνωρισμάτων της κρατικής εξουσίας. Το προπεριγραφέν πλαίσιο αντιστοιχεί και επισφραγίζεται από τη γενική ανάλυση της μαρξιστικής κατεύθυνσης ως προς τη θεωρία των κρατικών θεσμών, ανάλυση η οποία επάγεται την εξασφάλιση της κατά οριστικό τρόπο επίλυσης των σχετικών αμφισβητήσεων, τουλάχιστον σε επίπεδο επιστημονικού προβληματισμού. Σύμφωνα με παραδοχές της ανωτέρω κατεύθυνσης αναδείχθηκε ότι, η αρχή της πολιτικής ουδετερότητας της κρατικής εξουσίας δομήθηκε υπό μορφή συνεκτικού συνόλου αντιλήψεων (υποκείμενου σε κανόνες της τυπικής λογικής), μη επαληθεύσιμων, ωστόσο, στην υλική βάση των κοινωνικών συνθηκών.
Βιβλιογραφία και αρθρογραφία
Ξενόγλωσση
Adenitire, J. (2012). Judicial Independence in Europe – The Swedish, Italian and German Perspectives. Διαθέσιμο στο semanticscholar.org
Duverger, M. (1985). Εισαγωγή στην Πολitική (Σ. Οικονόμου, Μτφ.). Εκδόσεις Παπαζήση.
Eastwood, D. (1999). The state we were in – Parliament, centralization and English state formation. Στο R. English & C. Townshend (Επιμ.), The State – Historical and political dimensions. Routledge.
Fangmann, H., & Zachert, U. (1986). Gewerkschaftliche und politische Betätigung von Richtern. Campus Verlag.
Ginsburg, T., & Garoupa, N. (2011). Building reputation in Constitutional Courts: Political and judicial audiences. Arizona Journal of International & Comparative Law, 28(3).
Griffin, S. (1996). American Constitutionalism (From Theory to Politics). Princeton University Press.
Grimm, D. (1969). Recht und Politik. Juristische Schulung, (11).
Grimm, D. (1994). Politische Parteien. Στο E. Benda, W. Maihofer, H. Vogel, K. Hesse, & W. Heyde (Επιμ.), Handbuch des Verfassungsrechts der Bundesrepublik Deutschland (2η έκδ.). Walter de Gruyter.
Gusy, C. (1991). „Wirklichkeit“ in der Rechtsdogmatik. JuristenZeitung (JZ), (5).
Hart, H. (1961). The Concept of Law. Clarendon Press.
Herzog, R. (1971). Allgemeine Staatslehre. Athenäum.
Hesse, K. (1999). Grundzüge des Verfassungsrechts der Bundesrepublik Deutschland. C. F. Müller Verlag.
Kühnl, R. (1980). Μορφές αστικής κυριαρχίας (Φιλελευθερισμός – Φασισμός) (Χ. Πατσάλης, Μτφ.). Επίκεντρο.
Leisner, W. (1994). Staat – Schriften zu Staatslehre und Staatsrecht 1975 – 1991. Duncker & Humblot.
Maunz, T., & Zippelius, R. (1983). Deutsches Staatsrecht. C. H. Beck.
Miaille, M. (1983). Το Κράτος του Δικαίου – Εισαγωγή στην κριτική του συνταγματικού δικαίου. Δίκαιο και Πολιτική, (6).
Miliband, R. (1973). The State in Capitalist Society. Quartet Books.
Nawiasky, H. (1955). Allgemeine Staatslehre (Zweiter Teil, 2. Band, 2/II). Verlagsanstalt Benziger & Co. AG.
Neumann, F. (1996). The decay of German democracy. Στο W. Scheuerman (Επιμ.), The Rule of Law under Siege. University of California Press.
Ogorek, R. (1986). Richterkönig oder Subsumtionsautomat? (Zur Justiztheorie im 19. Jahrhundert). Vittorio Klostermann.
Politzer, G. (1975). Βασικές αρχές της Φιλοσοφίας (Δ. Μαλέας, Μτφ.). Αναγνωστίδη.
Schmitt, C. (1957). Verfassungslehre (3η έκδ.). Duncker & Humblot.
Shetreet, S. (1976). Judges on trial – A Study of the Appointment and Accountability of the English Judiciary. North-Holland Publishing Company.
Stern, K. (1980). Das Staatsrecht der Bundesrepublik Deutschland (Band II). C. H. Beck.
Stone, A. (2000). Governing with Judges – Constitutional Politics in Europe. Oxford University Press.
Tsatsos, D., & Morlok, M. (1982). Parteienrecht. C. F. Müller Juristischer Verlag.
Zippelius, R. (1975). Allgemeine Staatslehre. C. H. Beck.
Ελληνόγλωσση
Αγγελίδης, Μ. (2012). Βαϊμάρη: Σύνταγμα και έκτακτη ανάγκη. Στο Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης και οι σημερινές „αναβιώσεις“ της. Αθήνα.
Αλιβιζάτος, Ν. (1992). Η συνταγματική θέση των ενόπλων δυνάμεων (II. Δικαιώματα και υποχρεώσεις των στρατιωτικών) – Δημοσιεύματα Συνταγματικού Δικαίου. Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Ανδρουλάκης, Β. (2018). Ζητήματα δικαστικής ανεξαρτησίας. Θεωρία και Πράξη Διοικητικού Δικαίου (ΘΠΔΔ).
Αντωνίου, Θ. (2016). Ιστορία Πολιτικών Ιδεών (Από τον 17ο αιώνα έως τις απαρχές του 21ου αιώνα). Νομική Βιβλιοθήκη.
Βενιζέλος, Ε. (1986). Πολιτική ένταση και Σύνταγμα – Η πορεία προς την αναθεώρηση του Συντάγματος. Παρατηρητής.
Βλαχόπουλος, Σ. (2014). Η δυναμική ερμηνεία του Συντάγματος – Η προσαρμογή του συνταγματικού κειμένου στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Ευρασία.
Δαγτόγλου, Π. (2004). Γενικό Διοικητικό Δίκαιο (5η έκδ.). Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Δημητρόπουλος, Α. (1974). Η συνταγματική θέσις των πολιτικών κομμάτων. Αθήνα.
Δημούλης, Δ. (1992). Ο νομικός-πολιτικός πραγματισμός ως μέθοδος συνταγματικής ερμηνείας. Εφαρμογές Δημοσίου Δικαίου (ΕφαρΔΔ), (1).
Δημούλης, Δ. (2002). Η διάκριση των λειτουργιών ως συνταγματικός κανόνας – Τετράδια Συνταγματικού Δικαίου (29). Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Δουζίνας, Κ. (1986). Μεταξύ απολογίας και ουτοπίας – Συνταγματισμός και κριτική θεωρία. Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Δρόσος, Γ. (1982). Η νομική θέση των πολιτικών κομμάτων στην Ελλάδα. Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Κακούρης, Κ. (1979). Δικαιοδοτική λειτουργία – Δικαιοδοτικό λειτούργημα. Στο Τιμητικός Τόμος του Συμβουλίου της Επικρατείας (1929 – 1979) (Τόμ. 1). Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Καλτσώνης, Δ. (2002). Το δικαστήριο από την πρωτόγονη κοινωνία στην αταξική. Σύγχρονη Εποχή.
Καλτσώνης, Δ. (2005). Δίκαιο, κοινωνία και τάξεις. Σύγχρονη Εποχή.
Καμτσίδου, Ι. (2011). Το κοινοβουλευτικό σύστημα – Δημοκρατική αρχή και κυβερνητική ευθύνη. Σαββάλας.
Κανελλοπούλου, Ν. (1990). Η κομματική δραστηριότητα των δημοσίων υπαλλήλων (Συμβολή στην ερμηνεία του άρθρου 29§3 του Συντάγματος του 1975/86 και του σχετικού νομοθετικού πλαισίου). Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Κανελλοπούλου, Ν. (1994). Η εκτός υπηρεσίας κομματική δραστηριότητα των δημοσίων υπαλλήλων (ΣΕ 3138/91 και 2141/93). Το Σύνταγμα (ΤοΣ), (2).
Κανελλοπούλου, Ν. (2001). Η αναθεώρηση των διατάξεων για τα πολιτικά κόμματα και για τα δικαιώματα συλλογικής δράσης: Η περίπτωση των δημοσίων υπαλλήλων, των υπαλλήλων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και, γενικότερα, του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στο Το νέο Σύνταγμα – Πρακτικά Συνεδρίου. Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Κασιμάτης, Γ. (1980). Συνταγματικό Δίκαιο II (Οι λειτουργίες του κράτους – τχ. α). Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Κασιμάτης, Γ. (1992). Δημοκρατία και πολιτικά κόμματα. Το Σύνταγμα (ΤοΣ), (2).
Κασιμάτης, Γ. (1999). Συνταγματική Δικαιοσύνη. Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Κασιμάτης, Γ. (2000). Μελέτες IV (Ειδικά θέματα δικαστικής εξουσίας 1973 – 1999). Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Κασιμάτης, Γ. (2006). Μορφές Ερμηνείας Ιεραρχικής Εναρμόνισης του Δικαίου – Οι νέες διαστάσεις της συστηματικής ερμηνείας του δικαίου. Το Σύνταγμα (ΤοΣ), (1).
Κονδύλης, Β. (1994). Ουδετερότητα – Μορφές πολιτικοποίησης, δικαιώματα και υποχρεώσεις των δημοσίων υπαλλήλων. Ιστορική προσέγγιση του προβλήματος (Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία και ΗΠΑ). Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, (4).
Κοντιάδης, Ξ. (2000). Η Αναθεώρηση του Συντάγματος: Τόμ. I. Μεθοδολογικά θεμέλια. Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Κόρσος, Δ. (1987). Υπάρχει εκ του Συντάγματος πλαίσιο ελευθερίας των δημοσίων διοικητικών υπαλλήλων προς εκδηλώσεις υπέρ πολιτικών κομμάτων;. Το Σύνταγμα (ΤοΣ), (2).
Κουβάρας, Η. (2023). Άρθρο 4. Στο Σπ. Βλαχόπουλος, Ξ. Κοντιάδης, & Γ. Τασόπουλος (Επιμ.), Σύνταγμα – Ερμηνεία κατ’ άρθρο. Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου (Ηλεκτρονική έκδοση). Ανακτήθηκε από syntagmawatch.gr
Λύτρας, Σ. (1989). Το πειθαρχικό φαινόμενο στο σύγχρονο ελληνικό δημόσιο δίκαιο. Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Μανέσης, Α. (1961–1965). Αι εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος (Τόμ. 2). Εκδόσεις Π. Σάκκουλα.
Μανιτάκης, Α. (1985). Η νομική φύση και ο πολιτικός χαρακτήρας της ερμηνείας του Συντάγματος. Το Σύνταγμα (ΤοΣ), (4).
Μανιτάκης, Α. (1994). Κράτος δικαίου και δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας. Αθήνα – Θεσσαλονίκη.
Μανιτάκης, Α. (1999). Ο δικαστής υπηρέτης του νόμου ή εγγυητής των συνταγματικών δικαιωμάτων και μεσολαβητής διαφορών;. Νομικό Βήμα (ΝοΒ), 47(2).
Μαρκαντωνάτου-Σκαλτσά, Α. (2013). Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου (Εισαγωγή – Θεμελιώδεις έννοιες) (Β’ έκδ.). Εκδόσεις Σάκκουλα.
Μαυριάς, Κ. (2005). Συνταγματικό Δίκαιο. Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Μαυρομουστάκου, Ή. (2013–2014). Η διάκριση των λειτουργιών. Στο Θ. Αντωνίου (Επιμ.), Γενικές Αρχές Δημοσίου Δικαίου. Νομική Βιβλιοθήκη.
Ορφανουδάκης, Σ. (1996). Η ελευθερία της συνένωσης (Συμβολή στην ερμηνεία του άρθρου 12 παρ. 1 – 4 του ισχύοντος Συντάγματος υπό το φως της νομολογίας των ελληνικών δικαστηρίων). Εκδόσεις Σάκκουλα.
Παντελής, Α. (2016). Εγχειρίδιο Συνταγματικού Δικαίου (3η έκδ.). Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη.
Παπαγρηγορίου, Β. (2006). Λαϊκή κυριαρχία και κοινοβουλευτισμός στην Αγγλία. Εκδόσεις Σάκκουλα.
Πασουκάνις, Γ. (2018). Οικονομία και νομική ρύθμιση (Δ. Δημούλης, Μτφ.). Θέσεις, (142). Εκδόσεις Νήσος.
Πικραμένος, Μ. (1993). Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς. Στο Γ. Θεοδόσης κ.ά., Η Δικαιοσύνη και το Σύνταγμα: Ορισμένα κρίσιμα προβλήματα. Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Πικραμένος, Μ. (2002). Η δικαστική ανεξαρτησία στη δίνη των πολιτικών κρίσεων. Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Πικραμένος, Μ. (2018). Εισαγωγικές σκέψεις για τη δικαιοσύνη και το δημόσιο περί αυτής λόγο. Στο Μ. Πικραμένος (Επιμ.), Ο δημόσιος λόγος για τη δικαιοσύνη. Εταιρία Ελλήνων Δικαστικών Λειτουργών για τη Δημοκρατία και τις Ελευθερίες, Εκδόσεις Σάκκουλα.
Πλεχάνωφ, Γ. (1988). Η υλιστική αντίληψη της ιστορίας (Γ. Βιστάκης, Μτφ.). Αλφειός.
Πουλαντζάς, Ν. (1966). Θέματα της μαρξιστικής αντίληψης περί κράτους. Κέντρο Μαρξιστικών Μελετών.
Πουλαντζάς, Ν. (1985). Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις (Κ. Φιλίνης, Μτφ., Τόμ. Α’, γ’ έκδ.). Θεμέλιο.
Ράικος, Α. (2008). Γενική πολιτειολογία. Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Ράικος, Δ. (2008). Δικαστική ανεξαρτησία και αμεροληψία (& Πειθαρχικός έλεγχος των δικαστικών λειτουργών για „σφάλματα“ της δικανικής κρίσης). Εκδόσεις Σάκκουλα.
Ρούσης, Γ. (1994). Το κράτος – Από τον Μακιαβέλι στον Βέμπερ. Γκοβόστη.
Ρούσης, Γ. (2022). Αστική Δημοκρατία – Εγχειρίδιο επαναστατικής χρήσης. Σύγχρονη Εποχή.
Ρώτης, Β. (1998). Ιδιαιτερότητες της ερμηνείας συνταγματικών διατάξεων. Στο Χαρμόσυνο Αλίκης Μανέση (Τόμ. II). Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Σακελλάριος, Ν. (1994). Το δικαίωμα ακροάσεως και η πολιτική ουδετερότητα των δημοσίων υπαλλήλων – Παρατηρήσεις στις αποφάσεις ΣΕ 3138/91 and 2141/93. Το Σύνταγμα (ΤοΣ), (2).
Σεβαστίδης, Χ. (2019). Πόσο αποστασιοποιημένος είναι ο Δικαστής από την πραγματικότητα και πόσο αποφασιστικά την διαμορφώνει;. Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων. Διαθέσιμο στο ende.gr
Σκούλας, Γ. (1996). Κοινωνικές Τάξεις και Κράτος – Μορφές Κράτους και Πρακτικές Κοινωνικών Τάξεων στη Νεώτερη Ευρώπη. Εκδόσεις Παπαζήση.
Σούρλας, Π. (1989). Η διαπλοκή δικαίου και πολιτικής και η θεμελίωση των νομικών κρίσεων. Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Σπηλιωτόπουλος, Ε., & Χρυσανθάκης, Χ. (2007). Βασικοί θεσμοί Δημοσιοϋπαλληλικού Δικαίου (7η έκδ.). Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Σπυρόπουλος, Φ. (1981). Το δικαίωμα προς αντίσταση στην πολιτική φιλοσοφία του Hegel – Σχόλιο σ’ ένα χωρίο της „Αισθητικής“. Το Σύνταγμα (ΤοΣ), (4).
Σταμάτης, Κ. (1999). Η θεμελίωση των νομικών κρίσεων – Εισαγωγή στη μεθοδολογία του δικαίου (δ’ έκδ.). Εκδόσεις Σάκκουλα.
Στούτσκα, Π. (1992). Ο επαναστατικός ρόλος του δικαίου και του κράτους – Γενική θεωρία του δικαίου (Θ. Γιαννάδης, Μτφ.). Σύγχρονη Εποχή.
Τασόπουλος, Γ. (2017). Άρθρο 87. Στο Σύνταγμα – Κατ’ άρθρο ερμηνεία. Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, Εκδόσεις Σάκκουλα.
Τάχος, Α. (1981). Θεμελιώδεις υποχρεώσεις των δημοσίων υπαλλήλων. Εκδόσεις Σάκκουλα.
Τζώνος, Θ. (2000). Τα Συντάγματα της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Τσάτσος, Δ. (1973). Προβλήματα Δημοκρατίας. Ίκαρος.
Τσάτσος, Δ. (1980). Σύνταγμα και πολιτική πραγματικότητα – Κείμενα για την διαλεκτική σχέση δικαίου και πολιτικής. Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Τσάτσος, Δ. (1987). Συνταγματικό Δίκαιο – Θεμελιώδη Δικαιώματα (Τόμ. Γ’). Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Τσάτσος, Δ. (1993). Syntagmatiko Dikaio – Organosi kai leitourgia tis Politeias (Τόμ. Β’). Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Τσάτσος, Δ. (2010). Πολιτεία. Γαβριηλίδης.
Φλογαΐτης, Σ. (1987). Το ελληνικό διοικητικό σύστημα. Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Φουντεδάκη, Π. (1987). Ενδοκομματική Δημοκρατία και Σύνταγμα. Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Χρυσανθάκης, Χ. (1993). Τα πολιτικά δικαιώματα των δημοσίων υπαλλήλων: Το ζήτημα της κομματικής δραστηριότητας. Στο Το Σύνταγμα και τα πολιτικά δικαιώματα των δημοσίων υπαλλήλων. Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Χρυσόγονος, Κ. (2006). Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα. Νομική Βιβλιοθήκη.
Χρυσόγονος, Κ. (2014). Συνταγματικό Δίκαιο (2η έκδ.). Εκδόσεις Σάκκουλα.
Νομολογία
• ΕΔΔΑ (23 Ιουνίου 2016). Baka v. Hungary (Προσφυγή αριθ. 20261/12).
• ΑΠ 8/1998 (Διοικητική Ολ.). Το Σύνταγμα (ΤοΣ), τχ. 2, 1998.
• ΑΠ 1684/1986 (Τμ. Στ’). Νομικό Βήμα (ΝοΒ), τόμ. 35, τχ. 2, 1987.
• ΣτΕ 1715/1983 (Ολ.). Το Σύνταγμα (ΤοΣ), τχ. 3, 1983.
• Διοικ. Εφ. Αθ. 320/1980. Το Σύνταγμα (ΤοΣ), τχ. 1, 1980.
Επίσημα Κείμενα & Λοιπές Πηγές
• Βουλή των Ελλήνων (2001). Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή, Περίοδος Ι’, Σύνοδος Α’, Πρακτικά, Συνεδρίαση ΡΚΑ’.
• Ένωση Ελλήνων Δικαστικών Λειτουργών (1986). Αφιέρωμα στην ανεξαρτησία της δικαιοσύνης. Ελληνική Δικαιοσύνη (ΕλλΔ/νη), 27(1-2).
[1] σελ. 99 της πηγής· σελ. 19 επ. της πηγής.
[2] Ενδεικτικά βλ. σελ. 41 επ. της πηγής· σελ. 89 επ. της πηγής· σελ. 235 επ. της πηγής· σελ. 367 επ. της πηγής· σελ. 67 της πηγής· σελ. 220 επ. της πηγής
[3] σελ. 248 επ. της πηγής
[4] Το ζήτημα των ορίων στην ανάπτυξη κομματικής δραστηριότητας εκ μέρους δημοσίων πολιτικών υπαλλήλων ετέθη με ένταση στην υπόθεση άσκησης προσφυγής υπαλλήλου – εμπειρογνώμονα του Υπουργείου Εξωτερικών, κατά απόφασης αρμοδίου διοικητικού οργάνου για τη μη μονιμοποίηση αυτού, ενόψει της εξωτερικευθείσας από μέρους του υπαλλήλου ανάληψης σημαντικών καθηκόντων σε συγκεκριμένο κομματικό φορέα. Η προκείμενη υπόθεση είχε παραπεμφθεί στην κρίση της Ολομέλειας του ΣτΕ, αφού προηγουμένως η πλειοψηφούσα θέση στην 3138/1991 του Γ’ Τμήματος είχε κρίνει, μεταξύ άλλων, υπέρ της αυστηρής τήρησης των ‘’εξασφαλιστικών της πολιτικής ουδετερότητας των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων διατάξεων’’. Για την αντίθετη, εν προκειμένω, θέση εκ μέρους της μειοψηφίας και για την ενδιαφέρουσα περαιτέρω ανάλυση βλ. σελ. 391 επ. της πηγής. Μνεία κατά σαφή τρόπο της υπό κρίση αρχής εντοπίζεται και στο περιεχόμενο έτερων δικαστικών αποφάσεων, όπως στις ακόλουθες: σελ. 236 επ. της πηγής· σελ. 444 επ. της πηγής· σελ. 221 της πηγής.
[5] Η χαρακτηριστική αυτή διατύπωση προέρχεται από την απόφαση του εκλογοδικείου 19/1964, σε σελ. 199 της πηγής.
[6] Κατά μείζονα μάλιστα λόγο, η ισχύς της αρχής φέρεται να επιδρά στη θέση και το πλέγμα αρμοδιοτήτων που απονέμονται υπέρ των ιεραρχικά ανώτερων οργάνων και, κατά βάση, υπέρ του προσώπου του αρχηγού του κράτους.
[7] σελ. 221 της πηγής. Σύμφωνα με τη χαρακτηριστική διατύπωση στην τοποθέτηση του εισηγητή της πλειοψηφίας κατά τη διάρκεια των εργασιών της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής: ‹‹…κατηγορίες προσώπων που συγκροτούν το σκληρό πυρήνα του κράτους…είναι οι δικαστικοί λειτουργοί και οι υπηρετούντες στα σώματα ασφαλείας και τις ένοπλες δυνάμεις››, με την οποίαν συντάχθηκε και ο γενικός εισηγητής του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης – σελ. 5187 και 5191 της πηγής.
[8] σελ. 553 επ. της πηγής· σελ. 106 επ. της πηγής· σελ. 85 της πηγής.
[9] σελ. 14 επ. της πηγής.
[10] σελ. 25 της πηγής.
[11] σελ. 101 της πηγής· σελ. 43 της πηγής· σελ. 270 επ. της πηγής· σελ. 1642 της πηγής.
[12] σελ. 53 επ. της πηγής· σελ. 107 της πηγής· σελ. 29 της πηγής. Για στοιχεία αναφορικά με τις πολιτευματικές μεταβολές και την εξέλιξη των ‘’ενδιάμεσων’’ μορφών τις οποίες έλαβε το αγγλικό πολίτευμα βλ. σελ. 137 επ. της πηγής καθώς και σελ. 20 επ. της πηγής.
[13] σελ. 164 επ. της πηγής· σελ. 178 επ. της πηγής· σελ. 26 επ. της πηγής· σελ. 198 της πηγής· σελ. 127 επ. της πηγής· σελ. 226 της πηγής.
[14] Τα αυτά γνωρίσματα διατηρούνται, κατ’ ουσία, και ως προς το νομικό προσδιορισμό της συνταγματικής θέσης του Ομοσπονδιακού Προέδρου υπό το ισχύον Σύνταγμα της γερμανικής έννομης τάξης. Σημειώνεται ότι, από το 1930, υπό την ισχύ ακόμη του Συντάγματος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, ενεργοποιούνται ρυθμίσεις με κατεύθυνση την περαιτέρω διεύρυνση του πλέγματος αρμοδιοτήτων του Προέδρου του Reich, με ανάλογο περιορισμό των ανατεθειμένων στο κοινοβούλιο αρμοδιοτήτων – σελ. 35 επ. της πηγής· σελ. 27 επ. της πηγής· σελ. 367 επ. της πηγής· σελ. 35 της πηγής. Και στην περίπτωση της ελληνικής έννομης τάξης, παρά το γεγονός της υιοθέτησης του πολιτεύματος της συνταγματικής μοναρχίας διά του Συντάγματος 1844, το πρόσωπο του μονάρχη καθορίσθηκε, ρητά, ως ‘’ιερόν και απαραβίαστον’’. Στην αυτή κατεύθυνση είναι και οι αντίστοιχες προβλέψεις των μετέπειτα Συνταγμάτων, με ορισμένες ορολογικές διαφοροποιήσεις – σελ. 180 επ. της πηγής. Οι εξελίξεις κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα στην περίπτωση και των δύο αυτών κρατών (όπως, βέβαια, και σε πλήθος ακόμη περιπτώσεων) συνιστούν χαρακτηριστική ένδειξη της αναντιστοιχίας των συνταγματικών και εν γένει νομικών προβλέψεων σε σχέση με το εύρος της πραγματικώς αναληφθείσας πολιτικής δραστηριοποίησης των μοναρχών ή βασιλέων, ως επικεφαλής των κρατικών οντοτήτων.
[15] σελ. 178 επ. της πηγής· σελ. 43 της πηγής.
[16] σελ. 242 επ. της πηγής· σελ. 38 επ. της πηγής· σελ. 43 της πηγής· σελ. 28 επ. της πηγής· σελ. 65 και 68 επ. της πηγής· σελ. 208 επ. της πηγής· σελ. 218 της πηγής· σελ. 68 επ. της πηγής.
[17] σελ. 26 επ. της πηγής· σελ. 35 επ. της πηγής.
[18] Είναι ενδεικτική η προσέγγιση εκ μέρους του G. Hegel, υποστηρικτή της επικράτησης των αρχών της Γαλλικής Επανάστασης και του νέου, κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Συνοπτικά, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, η οντότητα του κράτους θα πρέπει να αναχθεί σε αντικειμενικό μέγεθος με αδιάλειπτη υπόσταση, έναν αυτονομημένο από την κοινωνία σκοπό, στον οποίο πρόκειται να ‘’ενταχθούν’’, αναπόφευκτα, το σύνολο των υφιστάμενων υλικών σχέσεων μεταξύ των ατόμων (καίτοι, στη χεγγελιανή ανάλυση διακρίνεται η βούληση ένταξης της διάκρισης κρατικής εξουσίας και ιδιωτικής κοινωνίας σε διαλεκτικό, εξελικτικό σχήμα). Η θέση αυτή αποτελεί προϊόν ευρύτερα της χεγγελιανής θεωρίας κατά την οποία, η νέα μορφή κράτους των αρχών του 19ου αιώνα θα διέπεται από το στοιχείο του ορθολογισμού, χωρίς να ανακύπτει αναγκαιότητα μεταβολής ή επαναθεμελίωσης της κρατικής οντότητας. Ο G. Hegel καταλήγει, ιδίως κατά την ώριμη περίοδο του επιστημονικού του έργου, στην ανάλυση συγκεκριμένης κρατικής υπόστασης, του πρωσικού κράτους της περιόδου, διαπλάθοντας απολογητικές προς τη λειτουργία του θέσεις και κρίνοντας τη συγκεκριμένη κρατική υπόσταση σαν την ‘’περάτωση’’ της ιστορικής εξέλιξης του κρατικού φαινομένου. Η θεωρητική κατασκευή της αυτονόμησης του κράτους από τις κοινωνικές διεργασίες περιλαμβάνεται, ως βασικός άξονας, στη γενική πολιτειολογική θεωρία του G. Jellinek. Ενώ επιχειρηματολογία υπέρ της ορθότητας του διαχωρισμού κράτους και κοινωνίας υπό την έννοια των αντιτιθέμενων φαινομένων αναπτύσσει, μεταγενέστερα, και ο αστός, θετικιστής θεωρητικός του δικαίου H. Kelsen, στο πλαίσιο της γενικότερης κανονοκρατικής αυτού θεωρίας. Προκειμένου να υπηρετηθεί ο σκοπός του διαχωρισμού, από τον Kelsen αξιοποιείται το δικαιϊκό φαινόμενο, καθόσον η οντότητα του κράτους ταυτίζεται με το δίκαιο αποτελώντας το ‘’δέον’’, εν αντιθέσει με το ‘’είναι’’, το οποίο αντιστοιχεί στα πραγματολογικά δεδομένα των κοινωνικών σχέσεων. Σε ανάλογη κατεύθυνση υπήρξαν και οι τοποθετήσεις από μέρους της γαλλικής επιστημονικής θεωρίας κατά τις αρχές του 20ού αιώνα, ιδίως μέσω των επεξεργασιών με σκοπό την εννοιολόγηση της principe de neutralité – G. POLITZER, Βασικές αρχές της Φιλοσοφίας, μτφ. Δ. ΜΑΛΕΑΣ, Εκδ. Αναγνωστίδη, Αθήνα, 1975, σελ. 38 επ., H. HART, The Concept of Law, Εκδ. Clarendon Press Oxford, 1961, σελ. 244 επ., Α. ΤΑΧΟΣ, ό. π., σελ. 35 επ., Ν. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ, ό. π., σελ., 28 επ., Γ. ΣΚΟΥΛΑΣ, ό. π., σελ. 70 επ., Κ. ΜΑΥΡΙΑΣ, Συνταγματικό Δίκαιο, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2005, σελ. 63, Π. ΦΟΥΝΤΕΔΑΚΗ, ό. π., σελ. 208 επ., R. HERZOG, Allgemeine Staatslehre, Εκδ. Athenäum, 1971, σελ. 90, Γ. ΡΟΥΣΗΣ, Το κράτος – Από τον Μακιαβέλι στον Βέμπερ, Εκδ. Γκοβόστη, 1994, σελ. 139 επ., Ν. ΠΟΥΛΑΝΤΖΑΣ, Θέματα της μαρξιστικής αντίληψης περί κράτους, Κέντρο Μαρξιστικών Μελετών, Αθήνα, 1966, σελ. 7 επ., T. GINSBURG, N. GAROUPA, Building Reputation in Constitutional Courts: Political and Judicial Audiencies, Arizona Journal of International & Comparative Law, τ. 28, τχ. 3, 2011, σελ. 540 επ., Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, Πολιτική ένταση και Σύνταγμα – η πορεία προς την αναθεώρηση του Συντάγματος, Εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, 1986, σελ. 206 επ., Φ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, Το δικαίωμα προς αντίσταση στην πολιτική φιλοσοφία του Hegel – Σχόλιο σ’ ένα χωρίο της ‘’Αισθητικής’’, ΤοΣ, τχ. 4, 1981, σελ. 535 επ., Κ. ΚΑΚΟΥΡΗΣ, Δικαιοδοτική λειτουργία – Δικαιοδοτικό λειτούργημα, σε Τιμητικό Τόμο του Συμβουλίου της Επικρατείας (1929 – 1979), τ. 1, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1979, σελ. 503 επ., Κ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΣ, ό. π., σελ. 226.
[19] Πρόκειται για βασικό άξονα των υπό αναφορά προσεγγίσεων, παρά την καταγραφή ορισμένων μεθοδολογικής φύσης αποκλίσεων μεταξύ των διάφορων ιστορικών εκδοχών του νομικού θετικισμού – σελ. 27 επ. και 36 επ. της πηγής.
[20] Άξιο επισήμανσης είναι το γεγονός ότι η θετική αντιμετώπιση της πλήρους αντιδιαστολής κράτους και κοινωνίας συνιστά κοινό χαρακτηριστικό περισσότερων και ετερόκλητων νομικών θεωριών, πέραν του ρεύματος του νομικού θετικισμού. Κατεύθυνση προάσπισης του θεωρητικού πλάσματος της διάκρισης κράτους και κοινωνίας υιοθετεί και ο Γερμανός πολιτειολόγος C. Schmitt, ανάγοντας το εξεταζόμενο πλάσμα σε ζωτικής σημασίας γνώρισμα της εκάστοτε κρατικής εξουσίας. Συγκεκριμένα, διαμορφώνοντας τη θεωρία της ‘’εχθρικής αντίθεσης’’ για τον επιστημονικό προσδιορισμό του πολιτικού φαινομένου, ο Schmitt τοποθετείται υπέρ του πολιτειολογικού προτύπου μίας κρατικής κυριαρχίας με ‘’ολοκληρωτικά’’ γνωρίσματα, στη θεωρητική διάπλαση της οποίας ενυπάρχει η προσπάθεια ‘’εξάλειψης’’ κάθε στοιχείου απορρέοντος από τον εσωτερικό πολιτικό και κοινωνικό ανταγωνισμό – Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ, Πολιτεία, ό. π., σελ. 93 επ. και 139 επ., του ιδίου, Εισηγήσεις Πολιτειολογίας, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1977, σελ. 57 επ., R. KÜHNL, Μορφές αστικής κυριαρχίας (Φιλελευθερισμός – Φασισμός), μτφ. Χ. ΠΑΤΣΑΛΗΣ, Εκδ. Επίκεντρο, 1980, σελ. 96 επ., D. GRIMM, Recht und Politik, Juristische Schulung, τχ. 11, 1969, σελ. 509 επ., R. OGOREK, Richterkönig oder Subsumtionsautomat? (Zur Justiztheorie im 19. Jahrhundert), Εκδ. Vittorio Klosterman Frankfurt am Main, 1986, σελ. 235 επ.
[21] σελ. 27 επ. της πηγής.
[22] σελ. 147 επ. της πηγής.
[23] σελ. 106 επ. και 116 επ. της πηγής. Ευρύτερα, κρίνεται ορθή η παρατήρηση κατά την οποία, η νομικοθετικιστική διδασκαλία δεν επέλεξε την εισαγωγή στην περί κράτους θεωρία μίας γενικής και αφηρημένης σημασιοδότησης του κρατικού φαινομένου αλλά την εξάρτηση αυτού του γνωστικού αποτελέσματος από τα χαρακτηριστικά των επιμέρους κρατικών εξουσιών – σελ. 89 της πηγής.
[24] Σχετική είναι η πρόβλεψη του άρθρου 130, εδ. α’ του Συντάγματος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, σύμφωνα με την οποία: «Die Beamten sind Diener der Gesamtheit, nicht einer Partei» («Οι δημόσιοι υπάλληλοι οφείλουν να υπηρετούν την ολότητα, όχι συγκεκριμένο πολιτικό κόμμα»), αποτελώντας η εν λόγω κανονιστική επιταγή συνταγματική βάση θέσπισης της αρχής της πολιτικής ουδετερότητας της κρατικής εξουσίας και του νομικά ισχυρού αποκλεισμού της κρατικής υπαλληλίας από την συνύφανση με το κομματικό φαινόμενο. Άξιο επισήμανσης αποτελεί το γεγονός ότι, εν γένει, το ρυθμιστικό πλαίσιο του ως άνω Συντάγματος διακρίνεται από τη βούληση του συνταγματικού νομοθέτη προς θέση ευρύτατων περιορισμών στην διαρκώς εντεινόμενη πραγματική δραστηριότητα των γερμανικών πολιτικών κομμάτων – K. ΗESSE, Grundzüge des Verfassungsrecths der Bundesrepublik Deutschland, Εκδ. C. F. Müller Verlag, Heidelberg, 1999, σελ. 74 επ., Α. ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, Η συνταγματική θέσις των πολιτικών κομμάτων, Αθήνα, 1974, σελ. 35, F. NEUMANN, ό. π., σελ. 32 επ., T. MAUNZ, R. ZIPPELIUS, Deutsches Staatsrecht, Εκδ. Becksche Verlagsbuchhandlung, München, 1983, σελ. 78, Α. ΤΑΧΟΣ, ό. π., σελ. 179. Ενδεικτικά, για τη σχετική τοποθέτηση την οποία λαμβάνει ο C. Schmitt έναντι της λειτουργίας των πολιτικών κομμάτων βλ. Μ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ, Βαϊμάρη: Σύνταγμα και έκτακτη ανάγκη, σε Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης και οι σημερινές ‘’αναβιώσεις’’ της, Αθήνα, 2012, σελ. 64 επ.
[25] σελ. 212 επ. της πηγής.
[26] σελ. 32 της πηγής· σελ. 38 επ. της πηγής· σελ. 599 επ. της πηγής. Τα χαρακτηριστικά αυτής της περιόδου θα μπορούσαν να υπαχθούν στη σχετική σταδιοποίηση την οποίαν εισήγαγε ο Γερμανός δημοσιολόγος H. Triepel το 1928, εν σχέσει με τη νομική μεταχείριση του κομματικού φαινομένου στις διάφορες έννομες τάξεις. Οπότε και η υπό μελέτη περίοδος συσχετίζεται με το καλούμενο στάδιο καταπολέμησης της ύπαρξης και λειτουργίας των πολιτικών κομμάτων. Για την προβληματική αυτή τυποποίηση και τις ορθές, κριτικές επισημάνσεις του Γ. Δρόσου (με εστίαση στην απουσία από την εν λόγω χρονική ακολουθία των σοβαρών διαφορών μεταξύ των ποικίλων κομματικών σχηματισμών) βλ. αναλυτικά σε Γ. ΔΡΟΣΟΣ, Η νομική θέση των πολιτικών κομμάτων στην Ελλάδα, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1982, σελ. 37 επ.
[27] Όπως ακριβώς γίνεται αποδεκτό εκ μέρους της κρατούσας θέσης για την αιτιολογική βάση εισαγωγής του ρυθμιστικού πλαισίου της εν προκειμένω κρίσιμης διάταξης του άρθρου 29§3 Σ. – σελ. 168 της πηγής.
[28] Στοιχεία της ανερχόμενης σε ισχύ αστικής τάξης είχαν συμμετάσχει στην άσκηση κρατικών διαχειριστικών πράξεων κατά την προγενέστερη περίοδο, αυτή, δηλαδή, της επικράτησης της απόλυτης μοναρχίας. Πρόκειται για μία ακόμη επισημαινόμενη παράμετρο – αν και περιορισμένης σημασίας – για την εξήγηση της εξέλιξης της ταχείας προσαρμογής της νέας κυρίαρχης τάξης στα προϋπάρχοντα πολιτειολογικά δεδομένα – σελ. 33 της πηγής.
[29] σελ. 176 επ. της πηγής· σελ. 33 της πηγής· σελ. 44 επ. της πηγής. Να σημειωθεί ενδεικτικά ότι, η εξέλιξη των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων στη γαλλική έννομη τάξη κατά τα τέλη του 19ου αιώνα χαρακτηρίζεται από την όλως διευρυμένη καθιέρωση του δικαιώματος της συνένωσης. Το δικαίωμα, ωστόσο, συνδικαλιστικής εκπροσώπησης – κατοχυρωθέν, νομικά, από το 1884 – καταλείπεται υπέρ μόνο των εργαζομένων των ιδιωτικών επιχειρήσεων και όχι των δημοσίων υπαλλήλων. Με αυτή τη νομική βάση, αποφάσεις των ανωτάτων γαλλικών δικαστηρίων της υπό αναφορά περιόδου έκριναν παράνομη τη συνδικαλιστική δραστηριότητα η οποία προερχόταν από δραστηριοποίηση της κρατικής υπαλληλίας, όπως και τις σχετικές αποφάσεις κήρυξης και συμμετοχής σε απεργία. Το δικαίωμα της συνδικαλιστικής εκπροσώπησης καθιερώνεται και υπέρ των δημοσίων υπαλλήλων μετά τη λήξη του Β’ παγκοσμίου πολέμου. Οι νομικές δεσμεύσεις οι οποίες απορρέουν από την αρχή της πολιτικής ουδετερότητας εξακολούθησαν, όμως, να είναι σε ισχύ. Στην περίπτωση των κρατικών υπαλλήλων στην Αγγλία, οι νομοθετικά οριζόμενοι περιορισμοί υπήρξαν ιδιαίτερα αυστηροί ως προς τα πολιτικής φύσης δικαιώματα αυτών, με παράλληλη, ωστόσο, τη σε νομικό επίπεδο κατοχύρωση του συνδικαλιστικού δικαιώματος. Κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου, και στην έννομη τάξη των ΗΠΑ, ενόσω ήταν σε ισχύ περιορισμοί του δικαιώματος έκφρασης των υπαλλήλων της ομοσπονδιακής κυβέρνησης με βάση νομοθετική πρόβλεψη του 1883, τηρείται, παγιωμένα, αρνητική στάση έναντι της άσκησης του απεργιακού δικαιώματος από τμήματα της κρατικής υπαλληλίας. Άξια προσοχής είναι, βέβαια, και η εν γένει αυστηρή νομολογιακή αντιμετώπιση εκ μέρους του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ ως προς την ύπαρξη περιθωρίων σύστασης συνδικαλιστικών οργανώσεων και άσκησης του δικαιώματος συνδικαλιστικής δράσης. Στην ελληνική έννομη τάξη, εκτεταμένο περιορισμό υφίσταται η ισχύς του δικαιώματος της συνένωσης ως προς τους ανήκοντες στην κατηγορία της δημοσιοϋπαλληλίας υπό το ρυθμιστικό πλαίσιο των Συνταγμάτων 1911 και 1952, ενώ βάσει των νόμων 4879/1931 και 5403/1932, εισήχθη η ρητή απαγόρευση εις βάρος των δημοσίων υπαλλήλων όπως προσχωρήσουν ή ακόμη και παράσχουν διευκόλυνση σε συνεστημένη εργατική, συνδικαλιστική οργάνωση (με σκοπό τη νομοθετική εξειδίκευση των συναφών συνταγματικών ρυθμίσεων) – Β. ΚΟΝΔΥΛΗΣ, ό. π., σελ. 107 επ., 110 επ. και 112, Σ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ, ό. π., σελ. 44 επ., Α. ΤΑΧΟΣ, ό. π., σελ. 177 επ., S. GRIFFIN, American Constitutionalism (From Theory to Politics), Εκδ. Princeton University Press, 1996, σελ. 100, R. MILIBAND, The State in Capitalist Society, Εκδ. Quartet Books, 1973, σελ. 128 επ., Σ. ΟΡΦΑΝΟΥΔΑΚΗΣ, Η ελευθερία της συνένωσης (Συμβολή στην ερμηνεία του άρθρου 12 παρ. 1 – 4 του ισχύοντος Συντάγματος υπό το φως της νομολογίας των ελληνικών δικαστηρίων), Εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1996, σελ. 100 επ.
[30] Χρονική περίοδος κατά την οποία καταγράφεται η πύκνωση γεγονότων σοβαρών διεκδικήσεων με εργατικό, συνδικαλιστικό ή και πολιτικό περιεχόμενο, όπως και η σταδιακή αύξηση των εν τοις πράγμασιν λειτουργουσών σωματειακών ενώσεων εκ μέρους ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων – σελ. 176 επ. της πηγής· σελ. 37 επ. της πηγής.
[31] σελ. 31 επ. της πηγής.
[32] Βλ., επί παραδείγματι, την πάγια θέση περί του απρόσβλητου πυρήνα του θεμελιώδους δικαιώματος και εντός της ειδικής κυριαρχικής σχέσης – σελ. 659 επ. και 676 επ. της πηγής· σελ. 175 επ. της πηγής.
[33] σελ. 163 της πηγής.
[34] σελ. 256 επ. της πηγής· σελ. 30 επ. της πηγής, σελ. 398 επ. της πηγής· σελ. 129 επ. της πηγής.
[35] σελ. 256 επ. της πηγής· σελ. 30 επ. της πηγής.
[36] Όπως συνάγεται και από σχετικές προβλέψεις διατάξεων του γερμανικού Συντάγματος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης – σελ. 54 επ. της πηγής· σελ. 256 επ. της πηγής. Με δεδομένη την πολιτειολογική προέλευση αυτής, η θεωρία της ‘’ειδικής κυριαρχικής σχέσης’’ εξακολουθεί να επιδρά σε σημαντικό βαθμό και επί των θεωρητικών αναλύσεων της σύγχρονης επιστήμης του δημοσίου δικαίου, συνήθως υπό τη μορφή παραλλαγών της αρχικής της σύλληψης. Σχετικά σημειώνεται ότι, ο κύριος ερμηνευτικός άξονας της παρούσας προβληματικής, η ρύθμιση του άρθρου 29§3 Σ., εξετάζεται από την κρατήσασα θέση στην εγχώρια συνταγματική επιστήμη υπό το ευρύτερο πρίσμα των ειδικών εξουσιαστικών ή λειτουργικών σχέσεων. Θέση η οποία εντοπίζει, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, το δικαιολογητικό υπόβαθρο της επιβολής των περιορισμών, στις προβλεπόμενες από το ως άνω άρθρο κατηγορίες προσώπων, στην κατασκευή της ‘’ειδικής κυριαρχικής σχέσης’’ – Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ, ό. π., σελ. 255 επ.
[37] Για μία λεπτομερή ανάλυση των νομικοτεχνικών δεδομένων και της καθαυτής επεξεργασίας της αρχής ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας βλ., μεταξύ άλλων, Δ. ΡΑΪΚΟΣ, Δικαστική ανεξαρτησία και αμεροληψία (& Πειθαρχικός έλεγχος των δικαστικών λειτουργών για ‘’σφάλματα’’ της δικανικής κρίσης), Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2008, σελ. 21 επ. και 261 επ., Α. ΠΑΝΤΕΛΗΣ, Εγχειρίδιο Συνταγματικού Δικαίου, 3η Έκδ., Εκδ. Λιβάνη, Αθήνα, 2016, σελ. 406 επ., Κ. ΜΑΥΡΙΑΣ, Συνταγματικό Δίκαιο, Έκδ. 4η, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2005, σελ. 349 επ. και 741 επ., Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ, Συνταγματικό Δίκαιο – Οργάνωση και λειτουργία της Πολιτείας, τ. Β’, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1993, σελ. 128 επ., Α. ΜΑΡΚΑΝΤΩΝΑΤΟΥ – ΣΚΑΛΤΣΑ, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου (Εισαγωγή – Θεμελιώδεις έννοιες), Έκδ. Β’, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2013, σελ. 71 επ., Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ, Συνταγματικό Δίκαιο II (Οι λειτουργίες του κράτους – τχ. α), Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1980, σελ. 53 επ., Ή. ΜΑΥΡΟΜΟΥΣΤΑΚΟΥ, Η διάκριση των λειτουργιών, σε Θ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ (επιμ.), Γενικές Αρχές Δημοσίου Δικαίου, Εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, 2013 – 2014, σελ. 35 επ., «Αφιέρωμα στην ανεξαρτησία της δικαιοσύνης», ΕλλΔ/νη, τ. 27, τχ. 1 και 2, 1986, σελ. 9 επ., Γ. ΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ, Άρθρο 87, σε Σύνταγμα – Κατ’ άρθρο ερμηνεία, Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2017, σελ. 1330 επ., ΑΠ 8/1998 (Διοικητική Ολ.), ΤοΣ, τχ. 2, 1998, σελ. 404 επ. Από το σκέλος της αλλοδαπής βιβλιογραφίας, σχετικά με τη σοβαρή έκταση του βαθμού σχετικοποίησης του συστήματος διάκρισης των κρατικών λειτουργιών, με κριτικές επισημάνσεις βλ. A. STONE, Governing with Judges – Constitutional Politics in Europe, Εκδ. Oxford University Press, 2000, σελ. 129 επ.
[38] σελ. 12 της πηγής· σελ. 275 επ. της πηγής.
[39] σελ. 31 της πηγής· σελ. 72 επ. της πηγής. Απαντάται επιπλέον η πρόβλεψη της αρχής διάκρισης των λειτουργιών στο άρθρο 16 της Γαλλικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789. Παρατηρήθηκε ορθά από τον Δ. Δημούλη ότι η εν λόγω καθιέρωση αποσκοπούσε να αποδοθεί στην υπό κρίση αρχή ένας απολυτοποιημένος και α-ιστορικός χαρακτήρας – Δ. ΔΗΜΟΥΛΗΣ, Η διάκριση των λειτουργιών ως συνταγματικός κανόνας – Τετράδια Συνταγματικού Δικαίου (29), Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2002, σελ. 47.
[40] Όλως ενδεικτικά, πρβλ., ΕΔΔΑ, Baka v. Hungary, 23.06.2016, §§4 και 5 της ατομικής γνώμης του δικαστή της σύνθεσης Σισιλιάνου.
[41] σελ. 558 επ. της πηγής· σελ. 164 επ. της πηγής· σελ. 60 επ. της πηγής· σελ. 182 επ., της πηγής· σελ. 17 επ. της πηγής· σελ. 2 επ. της πηγής.
[42] σελ. 128 επ. της πηγής· σελ. 215 της πηγής.
[43] σελ. 897 της πηγής.
[44] σελ. 558 επ. της πηγής· σελ. 99 και 114 επ. της πηγής· σελ. 903 επ. της πηγής.
[45] σελ. 79 επ. της πηγής· σελ. 146 επ. της πηγής.
[46] σελ. 99 και 114 επ. της πηγής. Παρατηρείται ότι, στο ακόλουθο απόσπασμα από τοποθέτηση σε σχετικά πρόσφατη επιστημονική εκδήλωση συμπυκνώνεται, με εύληπτο τρόπο, η κύρια αντίληψη επί αυτού του ζητήματος εκ μέρους της εγχώριας θεωρίας: ‹‹…η δικαστική ανεξαρτησία συνίσταται στην ελευθερία του δικαστή να αποφαίνεται αποκλειστικά με βάση τη συνείδησή του, στηριζόμενος στον νόμο…Όπως δε επισημαίνεται, η δικαστική ανεξαρτησία δεν είναι προνόμιο των δικαστών, αλλά εγγύηση υπέρ των πολιτών για την εμπέδωση του κράτους δικαίου και των ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων τους››. Οφείλει να τονισθεί ασφαλώς ότι, οι θέσεις αυτές αποτελούν κοινή συνισταμένη των τοποθετήσεων στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής συνταγματικής επιστήμης – Β. ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ, Ζητήματα δικαστικής ανεξαρτησίας, σε ΘΠΔΔ, 2018, σελ. 319 επ., Δ. ΔΗΜΟΥΛΗΣ, ό. π., σελ. 57 επ., 79 επ. και 130 επ. Επιπροσθέτως, από τμήμα της θεωρίας ο βαθμός πληρότητας ως προς το εύρος των εγγυήσεων της νομικοτεχνικής καθιέρωσης των αρχών διάκρισης των λειτουργιών και ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας διαφαίνεται πως απολυτοποιείται και προκρίνεται η αναγωγή του σε βασικό άξονα κρίσης ως προς τη θεσμική διασφάλιση θεμελιωδών δικαιωμάτων σε εκάστοτε έννομη τάξη: ενδεικτικό, εν προκειμένω, το ακόλουθο παράδειγμα στο οποίο ο συγγραφέας αποπειράται αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες επιλογές των συνταγματικών έννομων τάξεων των καθεστώτων των πρώην Λαϊκών Δημοκρατιών: ‹‹…στα πλαίσια των τελευταίων η δικαιοσύνη δεν αντιμετωπίζεται ως ανεξάρτητη, ούτε φυσικά και οι δικαστές, λόγω του ενιαίου της εξουσίας. Η δικαιοσύνη…είναι όμως παράλληλα και σοσιαλιστική, υπό την έννοια ότι έχει ως αποστολή την προστασία…του καθεστώτος της λαϊκής δημοκρατίας›› (το απόσπασμα από Θ. ΤΖΩΝΟΣ, Τα Συντάγματα της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2000, σελ. 79). Ωστόσο, πέραν του μάλλον ανελαστικού χαρακτήρα της ανωτέρω τοποθέτησης στο απολύτως συγκεκριμένο αντικείμενο (βλ. Δ. ΔΗΜΟΥΛΗΣ, ό. π., σελ. 67, υποσημ. 157) όπως και της ισχύος ανάλογου περιεχομένου διατυπώσεων επί άλλης ρυθμιστικής ύλης σε έννομες τάξεις του αστικού κοινοβουλευτισμού, αναδύεται τάση υιοθέτησης φορμαλιστικής προσέγγισης, υπό την οποία, κατ’ ανάγκην, παραγνωρίζονται πολυπαραμετρικές κοινωνικές διεργασίες εξήγησης της θέσπισης και των συνεπειών εφαρμογής των συνταγματικών αρχών. Συναφώς, από την ενδιαφέρουσα αξιολόγηση της ιστορικής διαμόρφωσης αρχών και διαδικαστικών κανόνων καθορισμού των ορίων κρίσης του φορέα του δικαστικού λειτουργήματος στην οποία προβαίνει ο Α. Μανιτάκης αναδύονται ορισμένα βασικού χαρακτήρα συμπεράσματα της κρατούσας άποψης κατά τη σύγχρονη περίοδο: απόπειρα να μην αγνοηθεί ο εν μέρει πολιτικός χαρακτήρας της συγκεκριμένης δικαστικής κρίσης, εν συνδυασμώ, ωστόσο, με την αξιακή – πέραν της κανονιστικής – προτεραιότητα της αρχής της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας της δικαστικής λειτουργίας – Α. ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ, ό. π., σελ. 188 επ., 193, και 199 επ.
[47] Πρβλ. τις θέσεις του Δημούλη σχετικώς, μεταξύ άλλων, με τον πολιτικό χαρακτήρα εν γένει του δικαιϊκού φαινομένου και την επένεργεια αυτού στο ζήτημα της εύρεσης προσφορότερων μεθοδολογικών προτύπων για την επιτέλεση της νομικής ερμηνευτικής σε σελ. 420 επ. της πηγής. Επιπροσθέτως, σχετικά με τη θέση περί της ‘’ουσιαστικοποίησης’’ των κανόνων δικαίου, διά της ένταξης αυτών στις κατασκευές με σαφή ιστορικό και μεταβαλλόμενο χαρακτήρα, καθώς και τις συνέπειές της στο πεδίο της μεθοδολογίας του δικαίου πρβλ. τη γενική ανάλυση του Γ. Κασιμάτη σε σελ. 6 επ. της πηγής.
[48] σελ. 439 επ. της πηγής· σελ. 494 επ. της πηγής· σελ. 402 επ. της πηγής.
[49] σελ. 4 της πηγής.
[50] σελ. 15 της πηγής.
[51] σελ. 173 επ. της πηγής· σελ. 45 επ. της πηγής.
[52] σελ. 19 και 30 επ. της πηγής· σελ 77 της πηγής.
[53] Έστω και εάν ποικίλει η ένταση αυτής της στόχευσης, με το περιεχόμενο ορισμένων κανόνων δικαίου να είναι σε μεγαλύτερο βαθμό ‘’πολιτικό’’ και όχι ‘’τεχνικό’’ και αντιστρόφως – σελ. 38 επ., 173 επ. και 182 επ. της πηγής· σελ. 133 επ. της πηγής· σελ. 206 επ. της πηγής· http://ende.gr/%cf%80%cf%8c%cf%83%ce%bf-%ce%b1%cf%80%ce%bf%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%bf%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%b7%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%82-%ce%b5%ce%af%ce%bd%ce%b1%ce%b9-%ce%bf-%ce%b4%ce%b9%ce%ba%ce%b1/, 28.02.2019
[54] σελ. 136 επ. της πηγής.
[55] Για τις ανάλογες παρατηρήσεις του Γ. Κασιμάτη, στο πλαίσιο επεξεργασίας ζητημάτων σχετικών με τη δυνατότητα σύστασης οργάνου άσκησης συγκεντρωτικού ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων, βλ. Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ, Συνταγματική Δικαιοσύνη, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1999, σελ. 95 επ.
[56] Υφίστανται, λογικώς, περιστάσεις επίλυσης ένδικων διαφορών από τους δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίες εξ’ αντικειμένου φαίνονται άμεσα συνυφασμένες, εν συγκρίσει με άλλες, με την πολιτική διάσταση της λειτουργίας των κρατικών οργάνων ή η δικανική κρίση επί των οποίων διεγείρει κοινωνικοπολιτικού χαρακτήρα προβληματισμούς ή και διαφορές – σελ. 65 επ. της πηγής.
[57] Σε κυμαινόμενο βαθμό, αναλόγως του εάν υπάγονται στην κατηγορία των λειτουργών ή σε αυτήν των δημοσίων υπαλλήλων.
[58] σελ. 38 επ. της πηγής· σελ. 558 επ. της πηγής.
[59] Για την ευρύτερη προβληματική της επιρροής των μεταβαλλόμενων κοινωνικών συνθηκών στο ερμηνευτικό εγχείρημα, ειδικά εν αναφορά προς τις συνταγματικές διατάξεις πρβλ., μεταξύ άλλων, την αναλυτική τεκμηρίωση του Σ. Βλαχόπουλου σε Σ. ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ, Η δυναμική ερμηνεία του Συντάγματος – Η προσαρμογή του συνταγματικού κειμένου στις μεταβαλλόμενες συνθήκες, Εκδ. Ευρασία, Αθήνα, 2014, σελ. 54 επ.
[60] σελ. 362 της πηγής· σελ. 55 της πηγής. Σε χρόνο προγενέστερο, ήδη, της θέσης σε ισχύ του Συντάγματος 1975, ο Α. Δημητρόπουλος κρίνει ως ‘’ανεπαρκή’’ και πεπαλαιωμένη τη θεωρητική τάση της κατά τρόπον απόλυτο αντιθετικής διάστασης μεταξύ ‘’κρατικού’’ και ‘’κοινωνικού χώρου’’, βασική παραδοχή η οποία απολήγει στην εκ μέρους του σαφή διεύρυνση των αναγνωριζόμενων ως διττά συναρτημένων φαινομένων (των σχετιζόμενων δηλαδή τόσο με τη κρατική δράση όσο και με τις κοινωνικές ομαδοποιήσεις), με προέχουσα τη σημασία του κομματικού φαινομένου. Ως εκ τούτων, η προς την κατεύθυνση αυτή επαναπροσέγγιση της δημοκρατικής αρχής – υπό την ειδικότερη έκφανση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας – προϋποτίθεται ως προς την ακριβέστερη απεικόνιση των προϊόντων της σύγχρονης πολιτικής κατάστασης – Α. ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, Η συνταγματική θέσις των πολιτικών κομμάτων, Αθήνα, 1974, σελ. 122 επ. Επιπλέον, για μία συνοπτική προσέγγιση των ιστορικών αιτίων της αυξανόμενης σημασίας του θεσμού των πολιτικών κομμάτων και της επίδρασης αυτής της μεταβολής στην κυρίαρχη μορφή του κοινοβουλευτικού συστήματος στις ευρωπαϊκές έννομες τάξεις βλ. Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ, Δημοκρατία και πολιτικά κόμματα, ΤοΣ, τχ. 2, 1992, σελ. 230 επ.
[61] σελ. 215 επ. της πηγής· σελ. 41 επ. της πηγής· σελ. 359 επ. της πηγής· σελ. 70 επ. και 72 επ. της πηγής. Διευκρινίζεται ότι, στο παρόν, η χρήση του όρου υπό στενή έννοια πολιτικά δικαιώματα τίθεται για να περιγραφούν το ενεργητικό και παθητικό εκλογικό δικαίωμα, ενώ υπό τον όρο υπό ευρεία έννοια πολιτικά δικαιώματα νοούνται τα λοιπά δικαιώματα της κατηγορίας.
[62] σελ. 168 επ. της πηγής· σελ. 143 επ. της πηγής.
[63] σελ. 199 επ. της πηγής.
[64] σελ. 163 επ. της πηγής.
[65] σελ. 168 επ. της πηγής· σελ. 229 επ. της πηγής· σελ. 78 επ. της πηγής.
[66] Βέβαια, επισημάνσεις σχετικά με τον σκοπό συγκρότησης και λειτουργίας του κράτους, με κατ’ έμμεσο τρόπο παραπομπές σε στοιχεία της μαρξιστικής τοποθέτησης, δεν απολείπονται από θεωρητικούς και της εγχώριας συνταγματικής θεωρίας – ένδειξη της ισχυρής θεωρητικής και επιστημονικής επίδρασης της εξεταζόμενης κατεύθυνσης – χωρίς, ωστόσο, να επιλέγουν την υιοθέτησή της. Τουναντίον, η γνωσιοθεωρητική και μεθοδολογική βάση, καθώς και η γενική στόχευση των εν λόγω προσεγγίσεων διαφέρουν, σε ριζικό βαθμό, εν σχέσει με τη μαρξιστική θεώρηση. Συναφώς, και λαμβάνοντας υπόψιν την αμέσως προηγούμενη υπόμνηση, αναφέρεται ορθά από τον Α. Τάχο ότι: ‹‹Γιατί σε οικονομικό καθεστώς κεφαλαιοκρατικό, η κοινωνική ειρήνη και η οικονομική ανάπτυξη…επιχειρείται με μεθόδους κρατικής επεμβάσεως, που λειτουργούν για να αμβλύνουν την οικονομική και κοινωνική ανισότητα, «μέσω» ενισχύσεως του συντελεστού «κεφάλαιο». Έτσι, η έννομη τάξη προστατεύει, κατά κανόνα, τον συντελεστή «κεφάλαιο» παρά τον συντελεστή «εργασία»…Με άλλες λέξεις τα διοικητικά όργανα στην ουσία δεν μπορούν να είναι ‘’ουδέτερα’’ πολιτικώς›› – Α. ΤΑΧΟΣ, Θεμελιώδεις υποχρεώσεις των δημοσίων υπαλλήλων, Εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1981, σελ. 191 επ. Ενώ ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα είναι και η ακόλουθη διαπίστωση από τον Α. Μανιτάκη: ‹‹Ο χωρισμός κράτους και κοινωνίας καθώς και η αντίστοιχη διάσπαση του ανθρώπου σε ιδιώτη και πολίτη έχουν τις ρίζες τους στην οικονομική διαδικασία, στον τρόπο δηλαδή παραγωγής και ανταλλαγής των αγαθών, όπως αυτός καθορίζεται ειδικότερα από τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας και τις σχέσεις ιδιοκτησίας που επικρατούν›› – Α. ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ, Το υποκείμενο των συνταγματικών δικαιωμάτων – κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1981, σελ. 172.
[67] σελ. 18 επ. της πηγής· σελ. 374 της πηγής· σελ. 230 επ. της πηγής· σελ. 142 της πηγής.
[68] σελ. 286 επ. της πηγής· σελ. 235 επ. της πηγής.
[69] σελ. 531 επ. της πηγής.
[70] σελ. 72 επ. της πηγής.
[71] σελ. 49 επ. της πηγής· σελ. 461 επ. της πηγής.
[72] σελ. 53 επ. της πηγής· σελ. 148 επ. της πηγής.
[73] σελ. 63 της πηγής· σελ. 24 επ. της πηγής.
[74] σελ. 21, 24 επ. και 26 επ. της πηγής.
[75] σελ. 26 επ. της πηγής· σελ. 48 της πηγής.
[76] σελ. 76 επ. της πηγής.
[77] σελ. 57 της πηγής.
[78] Και στη μαρξιστικής κατεύθυνσης βιβλιογραφία τα περιθώρια ερμηνείας των ισχυόντων κανόνων δικαίου στο πλαίσιο της άσκησης του δικαστικού λειτουργήματος (διά των καθιερωμένων νομικών μεθόδων και κριτηρίων ερμηνείας) θεωρούνται σχετικά ανελαστικά. Αναλόγως, μάλιστα, των απαιτήσεων ανά περίοδο, η δικαστική ερμηνεία δυνατόν να απολήξει σε πιο περιοριστικό αποτέλεσμα αναφορικά με το εύρος κατοχύρωσης δικαιωμάτων της εργατικής τάξης και των συμμαχικών προς αυτήν κοινωνικών στρωμάτων – σελ. 101 επ. της πηγής· σελ. 158 επ. της πηγής.
[79] σελ. 23 επ. της πηγής. Η αυξημένη σημασία της επιτέλεσης κρατικών λειτουργιών (μεταξύ αυτών και του δικαστικού λειτουργήματος) αντανακλάται και στη συγκριτικά αξιόλογη νομική και κοινωνική θέση την οποία κατέχουν, συνήθως, οι προσωπικοί φορείς των εν λόγω δημοσίων λειτουργημάτων. Το δεδομένο αυτό αντιστοιχεί σε μία επιπρόσθετη παράμετρο εξασφάλισης της απρόσκοπτης αναπαραγωγής των δομών του κρατικού εποικοδομήματος – R. MILIBAND, The State in Capitalist Society, Εκδ. Quartet Books, 1973, σελ. 108 επ.
[80] σελ. 59 επ. της πηγής· σελ. 158 επ. της πηγής, σελ. 190 επ., της πηγής· σελ. 277 επ. της πηγής· σελ. 124 επ. της πηγής.




