Βουβονίκος Ευάγγελος Ορέστης
Μεταδιδάκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου, ΔΝ
Αναδημοσίευση από την «Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου», τεύχος 1/2026, Εκδόσεις Σάκκουλα (Αθήνα–Θεσσαλονίκη), σσ. 127–136.
I. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
Κατά τις εργασίες της Ε’ Αναθεωρητικής Βουλής, η το πρώτον συνταγματική ρύθμιση του θεσμού του πολιτικού κόμματος προτάθηκε να εισαχθεί στο άρθρο 12 του κυβερνητικού Σχεδίου Συντάγματος, δηλαδή στη ρυθμιστική ύλη του νέου Συντάγματος περί της προστασίας των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων[1]. Ενταγμένες τελικά στο άρθρο 29§3 Σ. οι απαγορεύσεις σχετικά με την κομματική δραστηριοποίηση κρατικών λειτουργών και υπαλλήλων αναδείκνυαν, κατά την κρατούσα θέση στην επιστήμη, εκτός των άλλων, ως θεμελιώδη την υποχρέωση των φορέων των παραπάνω ιδιοτήτων για τήρηση συμπεριφοράς που υποδηλώνει πολιτική ουδετερότητα[2]. Στο σύντομο σχολιασμό που ακολουθεί περιλαμβάνονται παρατηρήσεις του γράφοντος επί ορισμένων εκφάνσεων των συναφών προπαρασκευαστικών εργασιών της Ε’ Αναθεωρητικής Βουλής. Καθώς και επί της σχετικά περιορισμένης μεταβολής την οποία υπέστησαν οι διατάξεις του άρθρου 29§3 Σ. μετά την επέλευση της συνταγματικής αναθεώρησης του 2001.
II. Ως προς τη διαμόρφωση του αρχικού κανονιστικού περιεχομένου του άρθρου 29§3 Σ.
Στα προγενέστερα του 1975 Συντάγματα της εγχώριας έννομης τάξης καταγράφεται η απουσία διάταξης βάσει της οποίας να τίθενται περιορισμοί ως προς την κτήση ή και την άσκηση δικαιωμάτων πολιτικού χαρακτήρα με την ευρεία έννοια του όρου εκ μέρους δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων. Δικαίωμα αυτής της κατηγορίας θα συνιστούσε, επί παραδείγματι, το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι για την επίτευξη πολιτικού περιεχομένου σκοπών. Η προκείμενη βούληση του ανά περιόδους συνταγματικού νομοθέτη οφειλόταν, πέραν άλλων αξιολογήσεων, και στο γεγονός ότι στα προϊσχύσαντα Συντάγματα απολειπόταν ολοσχερώς διάταξη αναγνώρισης και ρύθμισης του θεσμού του πολιτικού κόμματος. Αντί καθορισμού σε επίπεδο συνταγματικών προβλέψεων, η ρύθμιση των σχετικών περιορισμών καταλείφθηκε σε διατάξεις της κοινής νομοθεσίας[3]. Η ανωτέρω βούληση ήταν εμφανώς προϊόν των σκοπών που εξυπηρετούσε η εν γένει οργάνωση του πολιτικού και, κατ’ επέκταση, του συνταγματικού συστήματος της μετεμφυλιακής περιόδου, υπό το κράτος του οποίου διατηρήθηκε με επίταση η αρνητική μεταχείριση του κομματικού φαινομένου[4].
Η το πρώτον εισαγωγή συνταγματικού χαρακτήρα πρόβλεψης ως προς την εν γένει οριοθέτηση των σχέσεων λειτουργών και υπαλλήλων των κρατικών και δημοσίων οργάνων με τη δραστηριοποίηση σχηματισμών πολιτικών κομμάτων συντελείται, κατά τη διάρκεια των εργασιών της Ε’ Αναθεωρητικής Βουλής, κατά το διάστημα 1974 – 1975.
Συγκεκριμένα, από τη διαδικασία επεξεργασίας του κυβερνητικού σχεδίου Συντάγματος στην αρμόδια Υποεπιτροπή έγινε αποδεκτή η συνταγματική καθιέρωση του θεσμού του πολιτικού κόμματος στην ελληνική έννομη τάξη, ρύθμιση εντασσόμενη εν τέλει στο άρθρο 29 Σ.[5]. Η πρόβλεψη της παραγράφου 3 υπήρξε προϊόν πρότασης εκ μέρους της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας της Νέας Δημοκρατίας και τέθηκε, το πρώτον, διαμέσου τροπολογιών κατατεθειμένων εκ μέρους βουλευτών του τότε κυβερνώντος κόμματος στο τελικό στάδιο επεξεργασίας του σχεδίου Συντάγματος, δηλαδή στην Ολομέλεια της Ε’ Αναθεωρητικής Βουλής[6]. Προβλέφθηκε έτσι ότι: ‹‹Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ πολιτικών κομμάτων στους δικαστικούς λειτουργούς, στους στρατιωτικούς γενικά, στα όργανα των σωμάτων ασφαλείας και στους δημοσίους υπαλλήλους, καθώς και η ενεργός δράση υπέρ οποιουδήποτε κόμματος στους υπαλλήλους νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των δημοσίων επιχειρήσεων και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης.››[7]. Συναφώς, μέσω της εισδοχής της απαγορευτικού χαρακτήρα ρύθμισης εισάγονταν εξαιρέσεις από την άσκηση, μεταξύ άλλων, των δικαιωμάτων που θεμελιώνονται στα άρθρα 14§1 Σ. και 29§1 Σ.[8].
Να σημειωθεί ότι, στην επιλογή για την προαναφερόμενη γραμματική διατύπωση αντιτάχθηκε το σύνολο των δυνάμεων των αντιπολιτευόμενων πολιτικών κομμάτων της περιόδου. Εν προκειμένω, από την εκτεταμένη επεξεργασία των ανωτέρω διατάξεων κατά τη διάρκεια των εργασιών της σύνταξης του νέου συνταγματικού κειμένου, διακρίνονται κατά βάση επικριτικές επισημάνσεις εκ μέρους αγορητών της αντιπολίτευσης. Στις παρατηρήσεις τις οποίες υπέβαλαν περιλήφθηκε αξιοπρόσεκτη επιχειρηματολογία, η οποία θα μπορούσε να συναρτηθεί, ιδίως, με την ανάδειξη των ακόλουθων προβληματικών σημείων των υπό κρίση ρυθμίσεων: με την ανάγκη ακριβέστερου ερμηνευτικού διαχωρισμού μεταξύ αφενός της αρχής της πολιτικής ουδετερότητας και αφετέρου, της αρχής της αμεροληψίας[9] των οργάνων της δημόσιας διοίκησης· τον προκαλούμενο, επίσης, άμεσο κίνδυνο θέσης σε ισχύ υπέρμετρων περιορισμών ως προς την άσκηση πολύ αξιόλογου πολιτικού δικαιώματος για σημαντικό τμήμα του ενεργού πληθυσμού· την αντίφαση η οποία γεννάται από τη θέση τέτοιου είδους περιορισμών με τη νομική αναγνώριση γενικευμένης απόδοσης του ενεργητικού εκλογικού δικαιώματος· καθώς και με την πληρότητα συναφών και ήδη αποτελεσματικών προβλέψεων των κανόνων του πειθαρχικού δικαίου των αντίστοιχων κλάδων λειτουργών και υπαλλήλων, ως προς την αντιμετώπιση ενδεχόμενων επιλήψιμων εκδηλώσεων από μέρους ατόμων που φέρουν τις κρίσιμες ιδιότητες. Συνέπεια των επικριτικών παρατηρήσεων αποτέλεσαν προτάσεις που κατατέθηκαν εκ μέρους εκπροσώπων της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης προς την κατεύθυνση είτε της διαγραφής εν συνόλω της παραγράφου 3 είτε του περιορισμού της κανονιστικής αυτής εμβέλειας αυστηρά στις κατηγορίες των υπηρετούντων στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας[10].
Στην αρχική του αυτή μορφή, το ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 29§3 Σ. συνίστατο στη μερική διαστολή δύο κατηγοριών των, υπό ευρεία έννοια, υπηρετούντων στο δημόσιο τομέα. Για την πρώτη κατηγορία φορέων (στην οποία εντάσσονταν οι στρατιωτικοί γενικά και τα όργανα των σωμάτων ασφαλείας, οι δικαστικοί λειτουργοί και οι δημόσιοι υπάλληλοι) προβλέφθηκε υποχρέωση αποχής από κομματικού χαρακτήρα εκδηλώσεις κατά απόλυτο τρόπο. Το ερμηνευτικό εύρος του εξεταζόμενου ολικού περιορισμού δικαιώματος καθίσταται καλύτερα αντιληπτό μέσω της συναξιολόγησης του κανονιστικού περιεχομένου του δεύτερου υποεδαφίου της διάταξης[11], όπου και ορίσθηκε ο αντίστοιχος περιορισμός ως προς την έτερη κατηγορία υπαλλήλων (όσων, δηλαδή, υπηρετούν σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης). Η απαγόρευση για τη δεύτερη κατηγορία τέθηκε με τρόπο ώστε να καταλαμβάνει αποκλειστικά τη λεγόμενη ‘’ενεργό δράση’’ υπέρ πολιτικού κόμματος, αντιστοιχώντας συγκριτικά σε μία ηπιότερη μορφή περιορισμού.
Η μετέπειτα θεωρητική επεξεργασία των ανωτέρω προβλέψεων απέδωσε, κατά κύριο λόγο, ως βασικό κριτήριο διαχωρισμού της επιτρεπόμενης και της μη επιτρεπόμενης συμπεριφοράς των δύο διακρινόμενων περιπτώσεων το εάν, τυχόν κομματικές εκδηλώσεις θα πραγματοποιούνταν εντός ή εκτός των αναληφθέντων υπηρεσιακών καθηκόντων, λόγω και του επιλεγέντος τρόπου λεκτικής διατύπωσης της παραγράφου. Συναφώς, οι εκδηλώσεις των ανηκόντων στην πρώτη κατηγορία φορέων (άρα και των δημοσίων υπαλλήλων) όφειλαν να είναι κομματικώς ουδέτερες ακόμη και κατά το χρόνο στον οποίο δεν ασκούσαν τα καθήκοντά τους. Τουναντίον, όσοι υπάλληλοι υπάγονταν λόγω ιδιότητας στη δεύτερη κατηγορία γινόταν δεκτό ότι διέθεταν ευρύτερα περιθώρια εξωτερικεύσεων. Καθόσον, οι υποχρεώσεις από τη λεγόμενη αρχή της πολιτικής ή κομματικής ουδετερότητας αυτών περιορίζονταν αποκλειστικά στο χρόνο άσκησης των ανατεθειμένων σε αυτούς καθηκόντων. Επιπρόσθετος λόγος σχετικοποίησης του εύρους του περιορισμού ως προς τους ανήκοντες στη δεύτερη κατηγορία, αποτέλεσε και η χρήση του όρου ‘’ενεργός δράση’’, που ως στοιχείο του πραγματικού του προκείμενου συνταγματικού κανόνα επαύξανε τις προϋποθέσεις προκειμένου να χαρακτηρισθεί επίμεπτη η συμπεριφορά υπαλλήλου (με τις προαναφερόμενες ιδιότητες), στο πλαίσιο εφαρμογής των πειθαρχικών κανόνων δικαίου ανάλογα με τον επιμέρους κλάδο, επιχείρηση, εταιρεία κλπ. στην οποία υπαγόταν εργασιακά ο υπάλληλος. Ευρύτερα, λόγω του ότι στο άρθρο 29§3 Σ. εμπεριέχονται απαγορευτικού περιεχομένου διατάξεις, προκρινόταν ήδη στην επιστήμη η στενή ερμηνευτική προσέγγιση όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής τους[12].
Κατά τη διάρκεια της μελετώμενης περιόδου άσκησης της συντακτικής εξουσίας, και αναφορικά με το ανάλογο κανονιστικό πλαίσιο που απέρρεε από την κοινή νομοθεσία περί του νομικού καθεστώτος των δικαστικών λειτουργών, το ενδιαφέρον στοιχείο για την παρούσα εξέταση συνέχεται με την απόφαση εισαγωγής διατάξεων με σκοπό την εξασφάλιση των προϋποθέσεων ελέγχου και επιβολής κυρώσεων έναντι δικαστικών λειτουργών οι οποίοι, διά της προγενέστερης δραστηριότητάς τους, θα κρινόταν ότι πραγμάτωναν τουλάχιστον μία μορφή πειθαρχικώς κολάσιμης συνεργασίας με τα όργανα ή και τις διαδικασίες του δικτατορικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967[13].
Συγκεκριμένα, στο μεταβατικό χρονικό διάστημα από την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος έως και τη ψήφιση του ισχύοντος Συντάγματος 1975, το σύστημα κανόνων πειθαρχικού δικαίου των δικαστικών λειτουργών διοργανώνεται υπό το ν.δ. 74/1974, μέσω του οποίου καταργήθηκε η ισχύς ορισμένων διατάξεων του προϊσχύσαντος ν.δ. 962/1971. Από την άποψη του ουσιαστικού δικαίου, στο ν.δ. 962/1971 καταστρώθηκαν ειδικές υποστάσεις πειθαρχικών αδικημάτων επιβολής άκρως εκτεταμένου περιορισμού του πολιτικού φρονήματος των δικαστικών προσώπων, με την εσκεμμένη αξιοποίηση πολλών αορίστων εννοιών. Πλαίσιο το οποίο, ωστόσο, ήταν συμβατό με την επαναφορά σε προσωρινή ισχύ του Συντάγματος 1952, καθώς και με τη λοιπή νομοθεσία της αρχικής μεταδικτατορικής περιόδου, προ της θέσης σε ισχύ του Συντάγματος 1975[14]. Την κύρια νομική βάση για την άσκηση των πειθαρχικού χαρακτήρα διώξεων σε βάρος πράξεων συνεργασίας δικαστικών λειτουργών με τα όργανα του δικτατορικού καθεστώτος συνιστούσαν οι ορισμοί της Συντακτικής Πράξης της 5ης Σεπτεμβρίου 1974. Μέσα από την ισχύ του ν.δ. 74/1974 σκοπείται, πέραν της περιορισμένης τροποποίησης κανόνων του ουσιαστικού πειθαρχικού δικαίου των δικαστικών λειτουργών, η διαμόρφωση της νομικής αντιμετώπισης των ήδη παραπεμφθέντων δικαστικών λειτουργών ή και των ελεγχομένων δικαστικών λειτουργών ως υπόπτων για συνεργασία με το δικτατορικό καθεστώς. Προβλέφθηκε, κατά βάση, η εισαγωγή δεσμευτικών εξαιρέσεων των ανωτέρω δικαστικών προσώπων από τις συνθέσεις των οργάνων των αντίστοιχων πειθαρχικών συμβουλίων[15]. Σε εκτέλεση των νέων ρυθμίσεων περί της οργάνωσης της δικαστικής λειτουργίας (ρυθμίσεις οι οποίες εισήχθησαν διά του Συντάγματος 1975) εκδόθηκε ο οργανικός ν. 184/1975, με συνέπεια την επέκταση της αναπροσαρμογής του πειθαρχικού δικαίου των δικαστικών λειτουργών και σε δικονομικού χαρακτήρα ρυθμίσεις[16].
III. Η διαμόρφωση της ισχύουσας συνταγματικής πρόβλεψης
Μέσα από τη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης η οποία ολοκληρώθηκε το 2001, η υπό μελέτη παράγραφος προσκτάται την ισχύουσα σήμερα μορφή της, έχοντας ως ακολούθως: ‹‹Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος στους δικαστικούς λειτουργούς και σε όσους υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας. Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, στους υπαλλήλους του Δημοσίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή δημόσιων επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή επιχειρήσεων η διοίκηση των οποίων ορίζεται άμεσα ή έμμεσα από το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχο.››. Εν σχέσει με την προϊσχύουσα της αναθεώρησης του 2001 συνταγματική ρύθμιση, καταγράφονται ορισμένες διαφοροποιήσεις στο σχετικό νομικό καθεστώς. Αυτές (τουλάχιστον, βάσει της γραμματικής ερμηνείας) δεν καταλαμβάνουν τους υπαγόμενους στην πρώτη περίπτωση φορείς δημοσίων λειτουργημάτων και υπηρεσιών[17].
Κατά τη διάρκεια, αρχικά, των εργασιών για τη λήψη απόφασης με σκοπό τη διάγνωση της βούλησης του νομοθετικού σώματος για την έναρξη της αναθεωρητικής διαδικασίας[18], η τότε εκφρασθείσα βούληση υπέρ της διατήρησης σε ισχύ αναλλοίωτου του κανονιστικού περιεχομένου του άρθρου 29§3 Σ.[19] αιτιολογήθηκε στο εισηγητικό κείμενο της πλειοψηφίας[20] επί τη βάσει της εξάρτησης ή και της διατήρησης κρίσιμης σημασίας κρατικών συμφερόντων από τη δράση των ανηκόντων στις προαναφερθείσες κατηγορίες. Η ανωτέρω υπόθεση θεωρήθηκε ικανός δικαιοπολιτικός λόγος εξακολούθησης ισχύος των ιδιαιτέρως αυστηρών ορίων του άρθρου 29§3, εδ. α’ Σ. ως προς την κομματικού χαρακτήρα έκφραση ιδίως των δημοσίων υπαλλήλων[21].
Εν αντιθέσει προς το περιεχόμενο του πρώτου εδαφίου του άρθρου 29§3 Σ., σοβαρή μεταβολή επέρχεται όσον αφορά τις κατηγορίες υπαλλήλων οι οποίες συγκροτούν τη δεύτερη περίπτωση φορέων.
Συγκεκριμένα, μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, στο πραγματικό της δεύτερης περιόδου της τρίτης παραγράφου εντάσσεται, πλέον, η αριθμητικά ευρύτατη κατηγορία των δημοσίων υπαλλήλων με τακτική-μόνιμη σχέση εργασίας, από κοινού, δηλαδή, με το υπαλληλικό προσωπικό νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και δημοσίων επιχειρήσεων. Κατά συνέπεια, οι έχοντες ιδιότητα μονίμου, τακτικού υπαλλήλου του νομικού προσώπου του κράτους καταλαμβάνονται ως προς τυχόν ανάλογες εκδηλώσεις τους από το ρυθμιστικό πεδίο της ηπιότερης ρύθμισης της απαγόρευσης του άρθρου 29§3, εδ. β’ Σ[22]. Η έτερη κρίσιμης σημασίας διαφορά συνίσταται στον επαναπροσδιορισμό του κύριου κριτηρίου χαρακτηρισμού των συμπεριφορών των προσώπων που υπάγονται βάσει ιδιότητας στην υπό εξέταση περίπτωση, διαμέσου της εισαγωγής των όρων ‘’κατά την άσκηση των καθηκόντων τους’’· σε αντικατάσταση της προϊσχύουσας, αρχικής διατύπωσης περί της ‘’ενεργού δράσης υπέρ πολιτικών κομμάτων’’. Διαφάνηκε η πρόκριση ενός σχετικά πιο γενικού και, ταυτοχρόνως, μάλλον σαφέστερου κριτηρίου, το οποίο και οφείλει να ερμηνεύεται υπό τη λειτουργική διάσταση της έννοιας του καθήκοντος[23]. Τουτέστιν, οι απορρέουσες υποχρεώσεις για τις κατηγορίες υπαλλήλων οι οποίοι υπάγονται στην πρόβλεψη του άρθρου 29§3, εδ. β’ Σ. θεωρείται ορθώς ότι δεσμεύουν κανονιστικά τους φορείς της υπαλληλικής ιδιότητας και καθορίζουν τη σύννομη συμπεριφορά αυτών, τόσο κατά το χρόνο και τον τόπο επιτέλεσης των ανατεθειμένων σε αυτούς καθηκόντων όσο και για κάθε μορφή επίκλησης της κρίσιμης ιδιότητας του υπαλλήλου, έστω και εάν αυτή η ενέργεια εκφεύγει των διοικητικώς προσδιορισμένων ορίων άσκησης του υπαλληλικού έργου. Αυτό ακριβώς συνιστά και το περιεχόμενο του κρατούντος ερμηνευτικά λειτουργικού κριτηρίου για τον εννοιολογικό προσδιορισμό της έννοιας του «καθήκοντος»: ανεξάρτητα από καθεαυτή την επιτέλεση του υπαλληλικού καθήκοντος, επιλήψιμη καθίσταται γενικά η συμπεριφορά υπαλλήλου όταν εκδηλώνεται υπέρ ή, εφεξής, και κατά πολιτικού κόμματος· και, συγχρόνως, η συμπεριφορά αυτή ευρίσκεται σε λειτουργική διασύνδεση με την επιτέλεση των καθηκόντων ή, ακόμη και εκτός του χρονικού και τοπικού πλαισίου άσκησης των καθηκόντων του, ο υπάλληλος προβαίνει σε συνειδητή επίκληση – στο αντίστοιχο πραγματικό – της υπαλληλικής ιδιότητάς του, με σκοπό να επιτύχει τις στοχεύσεις της κομματικής ή αντικομματικής του συμπεριφοράς[24].
Ο pro libertate ερμηνευτικός προσδιορισμός των προϋποθέσεων που τίθενται στο άρθρο 29§3 Σ. θα πρέπει να ακολουθείται και όσον αφορά την οριοθέτηση της προκείμενης συνταγματικής απαγόρευσης και σε άλλες κατηγορίες κρατικών λειτουργών. Αυτή η ερμηνευτική προσέγγιση καθίσταται αναγκαία ιδίως για την εξαιρετική – όπως ορθά επισημάνθηκε στην επιστήμη[25] – ρύθμιση του άρθρου 29§3, εδ. α’ Σ., λόγω του απόλυτου χαρακτήρα της απαγόρευσης που εμπεριέχεται σε αυτή. Εφόσον, δε, οι αποδέκτες της υπό κρίση απαγόρευσης εξακολουθούν, κατά τα άλλα, να συνιστούν φορείς, μεταξύ άλλων, του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης. Ως αποτέλεσμα της ανάγκης για συσταλτική ερμηνεία της εν λόγω συνταγματικής πρόβλεψης, η απόλυτη απαγόρευση των εκδηλώσεων υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος δε θα πρέπει να εφαρμόζεται αναλογικά σε άλλες περιπτώσεις ή κατηγορίες λειτουργών, έστω και εάν το νομικό τους status προσιδιάζει με αυτό των δικαστικών λειτουργών[26].
Έτσι, ήδη βάσει του άρθρου 101Α§1 Σ., καθιερώνονται οι εγγυήσεις της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας για τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών των οποίων η οργάνωση και λειτουργία ερείδεται στο Σύνταγμα. Σύμφωνα ακόμη με την πρόβλεψη του άρθρου 101Α§2 Σ., τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών επιλέγονται ύστερα από απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής[27]. Αντίστοιχες ρυθμίσεις για το νομικό status που διέπει την προσωπική και λειτουργική κατάσταση των μελών των ανεξάρτητων αρχών που οργανώνονται βάσει της κοινής νομοθεσίας έχουν θεσπιστεί στα εκάστοτε νομοθετήματα σύστασης των αρχών αυτών[28]. Βασικός είναι ο εκτελεστικός νόμος 3051/2002 περί ανεξάρτητων αρχών, στον οποίον εμπεριέχονται συγκεντρωτικού χαρακτήρα προβλέψεις, εκτός των άλλων, σχετικά με τον καθορισμό της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των μελών των ανεξάρτητων αρχών[29]. Στη συνταγματική διαρρύθμιση του προσωπικού καθεστώτος των μελών των ανεξάρτητων αρχών εντάσσεται και η διάταξη του άρθρου 56§3, περ. β) Σ., στην οποία προβλέπεται αντίστοιχο κώλυμα εκλογιμότητας[30].
Συναφώς, η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των μελών των ανεξάρτητων αρχών πρόκειται για εγγυήσεις οι οποίες θεσπίζονται και υπέρ των δικαστικών λειτουργών. Ωστόσο, στη διάταξη του άρθρου 29§3, εδ. α’ Σ. το προσωπικό πεδίο εφαρμογής της απόλυτης απαγόρευσης έχει τεθεί αποκλειστικά έναντι των δικαστικών λειτουργών και των υπηρετούντων στις ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας. Οι λόγοι της εισδοχής στο συνταγματικό κείμενο της απόλυτης απαγόρευσης σχετίζονται αφενός με την ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων που ασκούνται από τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας: πρόκειται, εκτός των άλλων, για τη διασφάλιση της εφαρμογής της υποχρέωσης για λειτουργία κατά τρόπο αποτελεσματικό και, συγχρόνως, αμερόληπτο των υπηρεσιών των προαναφερόμενων οργάνων.[31] Αφετέρου, με την παραδεδομένη αρχή της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας, έστω και υπό συνθήκες τυπικής και, κυρίως, ουσιαστικής σχετικοποίησης της αρχής[32]. Στην περίπτωση των ανεξάρτητων αρχών πρόκειται για κρατικά όργανα άσκησης δημόσιας εξουσίας, υπαγόμενα στο νομικό πρόσωπο του κράτους, αλλά με ταυτόχρονη καθιέρωση της εξαίρεσής τους από τους κανόνες και τις δομές της ιεραρχίας της δημόσιας διοίκησης[33]. Οι εκτελεστές πράξεις των ανεξάρτητων αρχών δεν υπόκεινται στην άσκηση διοικητικού ελέγχου (νομιμότητας ή σκοπιμότητας), αλλά μόνο δικαστικού και κοινοβουλευτικού[34]. Παρά την εξαίρεση αυτών από την υπαγωγή σε καθεστώς διοικητικής ιεραρχίας, τα μέλη και το προσωπικό των ανεξάρτητων αρχών δεν επάγεται ότι εκφεύγουν-στο σύνολο των δραστηριοτήτων τους-από τη γενικότερη σκοποθεσία των κρατικών πολιτικών, η οποία καθορίζεται, κατά κυριαρχικό τρόπο, από την Κυβέρνηση, κατ’ άρθρο 82§1 Σ.[35] Ως εκ τούτων, δε θα ήταν νοητή τυχόν αναπαραγωγή της γραμματικής διατύπωσης του άρθρου 29§3, εδ. α’ Σ. σε ρύθμιση της κοινής νομοθεσίας που έχει ως πεδίο εφαρμογής της το προσωπικό καθεστώς των μελών των ανεξάρτητων αρχών[36].
Όμοια θα πρέπει να γίνουν δεκτά και όσον αφορά την κατηγορία των πανεπιστημιακών καθηγητών, η κατηγορία των οποίων επίσης δε συγκαταλέγεται στο ratione personae πεδίο εφαρμογής του άρθρου 29§3, εδ. α’ Σ.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 16§6, εδ. α’ Σ., οι καθηγητές των ΑΕΙ φέρουν ιδιότητα δημόσιου λειτουργού. Επιπρόσθετα, κατά τη ρύθμιση του άρθρου 16§6, εδ. δ’ Σ., οι προϋποθέσεις της παύσης των καθηγητών των ΑΕΙ από το λειτούργημά τους ρυθμίζονται με ρητή παραπομπή στις κατ’ άρθρο 88§4 Σ. προϋποθέσεις που ισχύουν για την παύση των δικαστικών λειτουργών. Τουλάχιστον ως προς τα ανωτέρω, το καθεστώς των καθηγητών των ΑΕΙ διαφοροποιείται με σαφήνεια από το αντίστοιχο των υπαλλήλων του δημοσίου τομέα, με αποτέλεσμα, οι περιορισμοί οι οποίοι δυνατόν να επιβληθούν κανονιστικά στο δικαίωμα έκφρασης των καθηγητών των ΑΕΙ να είναι ηπιότερης φύσης[37]. Αλλά και όσον αφορά τη σύγκριση του καθεστώτος των καθηγητών των ΑΕΙ με το καθεστώς τόσο των δικαστικών λειτουργών όσο και των υπαλλήλων του δημοσίου τομέα, θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι, βάσει του άρθρου 56§2 Σ., δεν ισχύει κώλυμα εκλογιμότητας των πανεπιστημιακών καθηγητών ως βουλευτών[38].
Η κατά τα προηγούμενα συνταγματική ρύθμιση του καθεστώτος των πανεπιστημιακών καθηγητών ως δημόσιων λειτουργών συνδέεται, εμφανώς, με τη φύση και το περιεχόμενο του λειτουργήματος το οποίο επιτελούν. Συναφώς, οι καθηγητές των ΑΕΙ είναι φορείς, κατά κύριο λόγο, του ατομικού δικαιώματος της ακαδημαϊκής ελευθερίας, δηλαδή, της ελευθερίας ιδίως της επιστημονικής έρευνας και διδασκαλίας στο πλαίσιο των ΑΕΙ, όπως αυτά έχουν συσταθεί και λειτουργούν κατά τις προϋποθέσεις του άρθρου 16§5 Σ.[39]. Η ακαδημαϊκή ελευθερία συνιστά μέρος της κατοχύρωσης της εν γένει επιστημονικής ελευθερίας, κατ’ άρθρο 16§1, εδ. α’ Σ. Βασικοί αποδέκτες της ακαδημαϊκής ελευθερίας αποτελούν το κράτος, καθώς και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου[40].
Εκτός από άλλους περιορισμούς του δικαιώματος και την υποβολή της άσκησης αυτού υπό την διασφάλιση της τήρησης άλλων συνταγματικά προβλεπόμενων αγαθών[41], από την πρόβλεψη του άρθρου 16§1, εδ. β’ Σ. συνάγεται η λεγόμενη ρήτρα «υπακοής στο Σύνταγμα», συνιστώντας περιορισμό στην άσκηση της επιστημονικής και, ειδικότερα, της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Πρόκειται, ορθότερα, για επιμέρους εκδοχή της γενικής απαγόρευσης της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, όπως αυτή τίθεται στο άρθρο 25§ 3 Σ[42]. Ωστόσο, η εν λόγω ρήτρα δε θα πρέπει να συσχετίζεται με την κατ’ άρθρο 29§3, εδ. α’ Σ. απόλυτη απαγόρευση. Κατά το κανονιστικό περιεχόμενο, δηλαδή, της κατ’ άρθρο 16§1, εδ. β’ Σ. ρήτρας συνάγεται ότι, καθίσταται επίμεμπτη συμπεριφορά η οποία, με συνειδητό τρόπο, αποσκοπεί στην προβολή απόψεων που θίγουν τον πυρήνα της δημοκρατικής αρχής. Στην περίπτωση αυτή, επομένως, θα πρέπει να διαγιγνώσκεται προσχηματική επίκληση της άσκησης του δικαιώματος στην ακαδημαϊκή ελευθερία[43]. Αντίθετα, οι πανεπιστημιακοί καθηγητές δεν κωλύονται να ασκούν κριτική έναντι θεσμών, καθώς και θέσεων και πολιτικών τόσο της Κυβέρνησης όσο και των πολιτικών κομμάτων, ενόψει του διευρυμένου περιεχομένου της προστατευόμενης ακαδημαϊκής ελευθερίας. Η δραστηριότητα αυτή δυνατόν να πραγματοποιείται και εκτός της άσκησης των πανεπιστημιακών καθηκόντων. Συνδέεται, όπως προεκτέθηκε, και με τη δυνατότητα των καθηγητών των ΑΕΙ να καθίστανται εκλόγιμοι στις βουλευτικές εκλογές[44].
IV. Καταληκτικές επισημάνσεις
Παρόλο που οι προαναφερθείσες παρεμβάσεις εκ μέρους της αναθεωρητικής εξουσίας, το 2001, κινούνται, εκ πρώτης όψεως, σε θετική κατεύθυνση, αυτές θα ήταν δυνατόν να χαρακτηρισθούν ως ατελείς.
Η μερική (μόνο) άμβλυνση των αναλυθέντων περιορισμών εξηγήθηκε σωστά από την αναγκαιότητα αντιστοίχησης των σύγχρονων συνθηκών (στις οποίες καταγράφεται σαφής και ποικιλόμορφη επέκταση των δραστηριοτήτων των πολιτικών κομμάτων και εντός των οργάνων της δημόσιας διοίκησης) με τη σχετική συνταγματική ρύθμιση του φαινομένου[45]. Στους παράγοντες οι οποίοι συνέτειναν στην επίτευξη διακομματικής συμφωνίας ως προς την έστω και μερική άμβλυνση των απαγορευτικών διατάξεων του άρθρου 29§3 Σ. θα πρέπει να υπαχθεί και η – έως την περίοδο εκείνη – ήδη αξιοπρόσεκτη, παραχθείσα νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων της ΕΣΔΑ επί του θέματος[46].
Ιδίως κατά τις εργασίες της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, σε τοποθετήσεις εκπροσώπων της τότε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, καταγράφηκε και αντίληψη υπέρ της οριστικής απόκρουσης του πλάσματος της πολιτικής ουδετερότητας και της ανάδειξης, ταυτόχρονα, της αρχής της αμεροληψίας με σκοπό την αντικατάσταση του εν λόγω πλάσματος. Η βούληση αυτή, ωστόσο, περιορίσθηκε να αποτυπωθεί αποκλειστικά (και μάλιστα, όχι στην ολότητά της) ως προς τα οριζόμενα υποκείμενα στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 29§3 Σ. Καταγράφεται, ακόμη, ότι, οι τελευταίες προτάσεις από μέρους του αναθεωρητικού νομοθέτη της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής συμβαδίζουν, ως μία ορισμένη έκταση, με την προηγούμενη, κριτική εξέταση της αρχής της πολιτικής ουδετερότητας της κρατικής εξουσίας στο πλαίσιο της εγχώριας συνταγματικής επιστήμης[47].
Ωστόσο, η προπαρατεθείσα αιτιολόγηση της επιλογής της διατήρησης σε ισχύ των αυστηρών περιορισμών των έναντι των προσώπων που καταλαμβάνονται από τη ρύθμιση του άρθρου 29§3, εδ. α’ Σ. κρίνεται ως ανεπαρκής. Σε επίπεδο δικαιοπολιτικής θεώρησης, η προαναφερόμενη επιλογή – ως προς το ratione personae πεδίο εφαρμογής – καθιστά πρόδηλη την ύπαρξη προτεραιοτήτων εξασφάλισης της αποστασιοποίησης ευάριθμου μέρους του προσωπικού της κρατικής οργάνωσης από την ουσιαστική πρόσβαση στον πολιτικό και τον κομματικό ανταγωνισμό, τουλάχιστον στο επίπεδο της ενημέρωσης γι’ αυτόν. Υπό την οπτική της νομικής δογματικής, είναι όλως προβληματική η, έστω και υπόρρητη, διατήρηση περιθωρίων υπόμνησης της έντονα προβληματικής αρχής της πολιτικής ουδετερότητας σε τμήμα των κρατικών υπηρεσιών με την ταυτόχρονη ισχύ των ορισμών της αρχής της αμεροληψίας των οργάνων της δημόσιας διοίκησης. Η επισήμανση της ανωτέρω αντίφασης αποτελεί επιπρόσθετο έρεισμα ως προς την άμεση ανάγκη διάπλασης των ερμηνευτικών όρων υπέρβασης της λεγόμενης αρχής της πολιτικής ουδετερότητας[48]. Υπό την έννοια αυτή, διαφάνηκε ότι οι θέσεις της ισχυρής αναθεωρητικής πλειοψηφίας που διαμορφώθηκε επί της παραπάνω προβληματικής στο πλαίσιο της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής[49] δεν υιοθέτησε τις συγκριτικά πιο προωθημένες θέσεις των τότε δυνάμεων της αντιπολίτευσης που είχαν κατατεθεί κατά τις εργασίες της Ε’ Αναθεωρητικής Βουλής. Παρά, μάλιστα, τη διαφοροποίηση των ιστορικών συνθηκών λόγω των πολλών ετών που είχαν μεσολαβήσει μεταξύ των δύο διαδικασιών.
Προϊόν της αναθεωρητικής διαδικασίας υπήρξε και έτερη μεταβολή στο ratione materiae πεδίο εφαρμογής της απαγόρευσης των υπό αναφορά εκδηλώσεων από τις κατηγορίες υποκειμένων και των δύο προβλεπόμενων περιπτώσεων περιορισμών. Καθόσον, στην κατ’ άρθρο 29§3 Σ. ισχύουσα ρύθμιση περιλαμβάνονται, πλέον, και όσες εκδηλώσεις κατατείνουν σε βάρος πολιτικού κόμματος. Πρόκειται, ωστόσο, για ένταξη, στην κρινόμενη συνταγματική διάταξη, της παγιωθείσας ερμηνευτικής προσέγγισης που διαμορφώθηκε από την εγχώρια συνταγματική θεωρία και νομολογία σε προγενέστερο της προκείμενης αναθεώρησης χρόνο. Και αυτό γιατί, ήδη από τη θέση σε ισχύ του άρθρου 29§3 Σ. η απαγόρευση της εκδήλωσης ‘’υπέρ πολιτικού κόμματος’’ διαλαμβάνετο ερμηνευτικά ότι περικλείει και την ‘’κατά πολιτικού κόμματος’’ έκφραση ή ανάλογη δραστηριοποίηση, ακόμη και χωρίς την ανάλογη γραμματική διατύπωση στο Σύνταγμα[50].
Παρατηρείται, τέλος, ότι, παρά το αξιόλογο πολιτικό προηγούμενο ειδικά της Ε’ Αναθεωρητικής Βουλής, καθώς και σχετικές αντιρρήσεις οι οποίες εκφράζονταν στην επιστήμη, οι διατάξεις του άρθρου 29§3 Σ. δεν συμπεριλήφθηκαν μεταξύ όσων προτάθηκαν να υποβληθούν σε αναθεώρηση, στο πλαίσιο της διαδικασίας της συνταγματικής αναθεώρησης του 2019. Η παρατήρηση αφορά ιδίως τις προτάσεις αναθεώρησης που υποβλήθηκαν από τις δύο μεγαλύτερες κοινοβουλευτικές ομάδες της περιόδου, του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Δημοκρατίας[51].
[1] Βουλή των Ελλήνων, Ε’ Αναθεωρητική Βουλή, Περίοδος Α’, Σύνοδος Α’, Πρακτικά των Συνεδριάσεων των Υποεπιτροπών της επί του Συντάγματος 1975 Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, Συνεδρίαση 13, σελ. 505 επ.
[2] Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2021, σελ. 428 επ.
[3] Ν. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ, Η κομματική δραστηριότητα των δημοσίων υπαλλήλων (Συμβολή στην ερμηνεία του άρθρου 29§3 του Συντάγματος του 1975/86 και του σχετικού νομοθετικού πλαισίου), Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1990, σελ. 13 επ.
[4] Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2021, σελ. 424.
[5] Όπως εκτέθηκε ήδη, αρχικά, προ της αναρίθμησης των άρθρων του σχεδίου Συντάγματος, η υπό μελέτη θεσμοποίηση συμπεριελήφθη στο άρθρο 12, στο μέρος της συνταγματικής ύλης η οποία προβλέπει την κατοχύρωση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Η απόφαση για την προκείμενη αναρίθμηση συνιστά εκδήλωση της βούλησης του νομοθέτη της Ε’ Αναθεωρητικής Βουλής προς συστηματική ένταξη της ρύθμισης του θεσμού του πολιτικού κόμματος στις οργανωτικού χαρακτήρα διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος – Βουλή των Ελλήνων, Ε’ Αναθεωρητική Βουλή, Περίοδος Α’, Σύνοδος Α’, Πρακτικά των Συνεδριάσεων των Υποεπιτροπών της επί του Συντάγματος 1975 Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, Συνεδρίαση 13, σελ. 505 επ., Π. ΦΟΥΝΤΕΔΑΚΗ, Ενδοκομματική Δημοκρατία και Σύνταγμα, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1987, σελ. 54, Ν. ΜΑΥΡΙΚΑΣ, Η νομική προσωπικότητα των πολιτικών κομμάτων ως στοιχείο άσκησης της δράσης τους, ΘΠΔΔ, τχ. 6, 2011, σελ. 578.
[6] Σημειώνεται ότι, στην αρχική διατύπωση την οποία είχε προσλάβει η κατατεθείσα τροπολογία εκ μέρους της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, είχε συμπεριληφθεί διάταξη προβλέπουσα τη θέση ευθείας απαγόρευσης συμμετοχής των δικαστικών λειτουργών και των δημοσίων υπαλλήλων σε πολιτικό κόμμα – Χ. ΚΟΥΡΟΥΝΔΗΣ, Το Σύνταγμα & η Αριστερά (από τη ‘’βαθεία τομή’’ του 1963 στο Σύνταγμα του 1975), Εκδ. Νήσος, Αθήνα, 2018, σελ. 285, Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ, Το δικαίωμα ακροάσεως και η πολιτική ουδετερότητα των δημοσίων υπαλλήλων – Παρατηρήσεις στις αποφάσεις ΣΕ 3138/91 και 2141/93, ΤοΣ, τχ. 2, 1994, σελ. 379, Γ. ΔΡΟΣΟΣ, Η νομική θέση των πολιτικών κομμάτων στην Ελλάδα, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1982, σελ. 256 επ.
[7] Ν. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ, ό. π., σελ. 13 επ.
[8] Κ. ΡΕΜΕΛΗΣ, Η ένστολη άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης από αστυνομικούς υπαλλήλους και η υποχρέωση πολιτικής-κομματικής ουδετερότητας, ΕφημΔΔ, τχ. 6, 2013, σελ. 788
[9] Που, σύμφωνα με την αντίληψη που επικρατούσε στις δυνάμεις της αντιπολίτευσης, δε συναγόταν ευχερώς από τα αρχικά αλλά και το τελικό υπό ψήφιση συνταγματικό κείμενο.
[10] Βλ. το περιεχόμενο των αγορεύσεων των Α. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ, Δ. ΤΣΑΤΣΟΥ, Α. ΚΑΚΛΑΜΑΝΗ, Ι. ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΗ και Χ. ΦΛΩΡΑΚΗ, σε Βουλή των Ελλήνων, Ε’ Αναθεωρητική Βουλή, Περίοδος Α’, Σύνοδος Α’, Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Ολομέλειας της Βουλής των συζητήσεων επί του Συντάγματος 1975, σελ. 783 επ., 785 επ., 786 επ., 787 επ. και 789 επ., αντιστοίχως. Καταδεικτικές των προβληματικών σημείων των ορισμών αυτής της παραγράφου, υπήρξαν και οι επιφυλάξεις, τουλάχιστον ως προς την έκταση των εξεταζόμενων συνταγματικών περιορισμών, οι οποίες εκφράσθηκαν και σε αγορεύσεις βουλευτών της πλειοψηφίας, βλ. αγόρευση Β. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ, σε Πρακτικά, ό. π., σελ. 791. Η προκείμενη αρνητική προσέγγιση εκ μέρους των πολιτικών κομμάτων της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης εξηγείται και από λόγους που σχετίζονταν με την αντικειμενική ανάγκη υπέρβασης των σοβαρών επιπτώσεων της τότε όλως πρόσφατης προηγηθείσας περιόδου της στρατιωτικής δικτατορίας.
[11] Όπως αυτή είχε προκύψει από τις εργασίες της Ε’ Αναθεωρητικής Βουλής.
[12] Χ. ΧΡΥΣΑΝΘΑΚΗΣ, Τα πολιτικά δικαιώματα των δημοσίων υπαλλήλων. Το ζήτημα της κομματικής δραστηριότητας, σε Το Σύνταγμα και τα πολιτικά δικαιώματα των δημοσίων υπαλλήλων, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1993, σελ. 64 επ., Α. ΤΑΧΟΣ, Θεμελιώδεις υποχρεώσεις των δημοσίων υπαλλήλων, Εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1981, σελ. 207 επ., Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ, Συνταγματικό Δίκαιο II (Οι λειτουργίες του κράτους – τχ. α), Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1980, σελ. 168 επ., Ν. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ, ό. π., σελ. 56 επ., Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ, ό. π., σελ. 380 επ., Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, ό. π., σελ. 428. Σε σχέση ειδικά με την ιδιαίτερα ευρεία από αριθμητική άποψη κατηγορία των δημοσίων υπαλλήλων (όσων δηλαδή συνδέονται με το νομικό πρόσωπο του κράτους με τακτική, μόνιμη σχέση έμμεσου, έμμισθου οργάνου), η θέση σε ισχύ με αυτήν την ένταση περιορισμών ως προς το εύρος της κομματικής έκφρασης προκαλούσε εν τοις πράγμασι δυσχέρειες ή ανακολουθίες με πραγματολογικά δεδομένα. Διά του Ν. 1735/1987 τέθηκε ρητώς το κριτήριο διάκρισης των πολιτικά εμφορούμενων εκδηλώσεων των δημοσίων υπαλλήλων σε όσες εξωτερικεύονται εντός και όσες εκτός υπηρεσίας. Η εισαγωγή της εν λόγω νομοθετικής ρύθμισης, με δεδομένη τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 29§3 Σ., προξένησε σοβαρό προβληματισμό σε επίπεδο θεωρίας και νομολογίας. Διότι, σύμφωνα με την κρατούσα ερμηνευτική αντίληψη, η νομοθετική ρύθμιση αυτή θα απέληγε στην εξομοίωση της αντιμετώπισης σχετικών συμπεριφορών δημοσίων υπαλλήλων με αυτές των υπαλλήλων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου κλπ., παρά τη σαφή υπαγωγή της κατηγορίας των δημοσίων υπαλλήλων στην πρώτη και πλέον αυστηρή περίπτωση συνταγματικής απαγόρευσης. Παρέλκει στο πλαίσιο του παρόντος σύντομου σχολιασμού κάθε περαιτέρω ανάλυση της προβληματικής περί των διατάξεων του Ν. 1735/1987. Ωστόσο, βλ. τις ορθές επισημάνσεις της Ν. Κανελλοπούλου επί του ζητήματος σε Ν. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ, Η αναθεώρηση των διατάξεων για τα πολιτικά κόμματα και για τα δικαιώματα συλλογικής δράσης: Η περίπτωση των δημοσίων υπαλλήλων, των υπαλλήλων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και, γενικότερα, του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Το νέο Σύνταγμα – Πρακτικά Συνεδρίου, Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2001, σελ. 199 επ. Contra ο Ν. Σακελλάριος, σε Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ, ό. π., σελ. 382 επ., όπως και οι Ε. Σπηλιωτόπουλος και Χ. Χρυσανθάκης, σε Ε. ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Χ. ΧΡΥΣΑΝΘΑΚΗΣ, Βασικοί θεσμοί Δημοσιοϋπαλληλικού Δικαίου, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2007, σελ. 90, υποσημ. 77.
[13] Όπως σταχυολογούνται ορθά στη συναφή μονογραφία του Μ. Πικραμένου, η χρήση του γενικού όρου «συνεργασία» και ως προς την κατηγορία των δικαστικών λειτουργών δυνατόν να προσδιορίζει ποικιλότροπες μορφές παροχής επιστημονικής καθώς και αμιγώς δικαστικής σύμπραξης των δικαστικών προσώπων προς τις εκάστοτε λειτουργίες οι οποίες τέθηκαν σε κίνηση από τα όργανα του δικτατορικού καθεστώτος. Η διαβάθμιση της πειθαρχικής ευθύνης των συνεργασθέντων δικαστικών λειτουργών συγκαθορίζεται, πρωτευόντως, από την ένταση του πολιτικού χαρακτήρα της εκάστοτε διαδικασίας ή λειτουργίας υπηρέτησης των αναγκών του δικτατορικού καθεστώτος – Μ. ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΣ, Η δικαστική ανεξαρτησία στη δίνη των πολιτικών κρίσεων, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2002, σελ. 253 επ.
[14] Είναι ενδεικτική προς ταύτα η καθαυτή λεκτική διατύπωση των εν λόγω τυποποιούμενων αδικημάτων στο παραπάνω νομοθετικό διάταγμα όπου, μεταξύ άλλων, προβλέφθηκε το πειθαρχικώς αξιόμεμπτο για «ενέργειες» όπως ιδίως οι παρακάτω: ‹‹β) ενέργεια αποσκοπούσα εις την ανατροπή του υφισταμένου πολιτειακού ή κοινωνικού καθεστώτος, γ) Πάσα πολιτικού χαρακτήρος ενέργεια, αποτελούσα δημοσίαν εκδήλωσιν πολιτικών φρονημάτων υπέρ ή κατά ωρισμένου πολιτικού κόμματος ή πολιτικής μερίδος›› – Μ. ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΣ, ό. π., σελ. 229.
[15] Μ. ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΣ, ό. π., σελ. 228 επ.
[16] Βλ. εκ νέου τη σχετική ανάλυση του Μ. Πικραμένου σε Μ. ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΣ, ό. π., σελ. 235 επ.
[17] Ο επανακαθορισμός με αναθεώρηση της χρησιμοποιούμενης ορολογίας ως προς την περιγραφή της γενικής κατηγορίας προσώπων τα οποία φέρουν ιδιότητα στρατιωτικού ή μέλους των σωμάτων ασφαλείας φαίνεται να μην απολήγει σε βούληση του αναθεωρητικού νομοθέτη του 2001 για ουσιώδη μεταβολή της νομικής σχέσης αυτών με τα λειτουργούντα ή τυχόν νέα πολιτικά κόμματα ούτε και σχετικά με το εύρος των καταλαμβανόμενων από τη ρύθμιση υποκειμένων. Πρόκειται, δηλαδή, πιο σωστά για αποκλειστικά ορολογικού χαρακτήρα διαφοροποίηση σε σχέση με το περιεχόμενο της προϊσχύουσας πρόβλεψης.
[18] Όπως επισημαίνεται από τον Ε. Βενιζέλο, η ουσιαστική εκκίνηση των διεργασιών για τη δεύτερη κατά χρονική σειρά διαδικασία αναθεώρησης του ισχύοντος Συντάγματος τοποθετείται στη βουλευτική σύνοδο που έπεται των βουλευτικών εκλογών του 1996 – Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2021, σελ. 67 επ.
[19] Δηλαδή, της συνταγματικής εξομοίωσης, ως προς το θεσμό του πολιτικού κόμματος, του νομικού status των δημοσίων υπαλλήλων με το αντίστοιχο των δικαστικών λειτουργών.
[20] Κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ.
[21] Βουλή των Ελλήνων, Περίοδος Θ’, Σύνοδος Β’, Πρακτικά, Συνεδρίαση ΡΛΑ’, 1998, σελ. 8215. Ως σημαντική οφείλει να καταγραφεί η κατά συστηματικό τρόπο διατυπωθείσα γνώμη από τμήμα της ελάσσονος αντιπολίτευσης όσον αφορά την αναγκαιότητα της ολικής επέκτασης των συνταγματικών ρυθμίσεων οι οποίες προβλέπονταν ήδη στο άρθρο 29§3 Σ. για τις κατηγορίες των υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, των ΝΠΔΔ κλπ. και στις αντίστοιχες των δικαστικών λειτουργών, μελών των σωμάτων ασφαλείας κλπ. Με φερόμενη κανονιστική συνέπεια την επίτευξη διεύρυνσης των υπό εξέταση πολιτικών δικαιωμάτων και ως προς τις τελευταίες κατηγορίες λειτουργών και υπαλλήλων. Η αναφορά σχετίζεται εδώ, κατά κύριο λόγο, με τις τοποθετήσεις στο στάδιο της προτείνουσας Βουλής εκ μέρους βουλευτών της κοινοβουλευτικής ομάδας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, καθώς και του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου. Σύμφωνα με τις σχετικές τοποθετήσεις που προήλθαν από εκπροσώπους των παραπάνω κομμάτων, κατατέθηκε ουσιαστικά πρόταση προς πλήρη απάλειψη των διατάξεων της παραγράφου 3 και επίλυση των αναφυομένων ζητημάτων στο επίπεδο της κοινής νομοθεσίας – Βουλή των Ελλήνων, ό. π., σελ. 8220 επ. και 8257. Υπενθυμίζεται ότι, την αυτή κατεύθυνση είχαν υιοθετήσει, καθολικά, οι δυνάμεις της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης στις εργασίες της Ε’ Αναθεωρητικής Βουλής. Στο αμέσως επόμενο στάδιο της διαδικασίας της συνταγματικής αναθεώρησης, στη stricto sensu αναθεωρητική Βουλή, εκφράζεται με σαφή τρόπο η ταύτιση με το τελικώς διαμορφωθέν και ισχύον σήμερα κείμενο του άρθρου 29§3 Σ. του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας, ως του τότε κόμματος της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης – Βουλή των Ελλήνων, Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή, Περίοδος Ι’, Σύνοδος Α’, Πρακτικά των συνεδριάσεων και Έκθεση της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, Αθήνα, 2000, σελ. 415 και 668. Ομοίως, η ανωτέρω, διαφοροποιούμενη τοποθέτηση εκ μέρους του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας επαναλαμβάνεται ως είχε και εν συνεχεία, στις εργασίες της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, ενώ καταγράφεται ειδικός προβληματισμός εν σχέσει με την κατηγορία των δικαστικών λειτουργών. Καθώς και όσον αφορά τη χρήση αρκετών αορίστων εννοιών ως προς τη συγκρότηση του πραγματικού της υπό κρίση παραγράφου. Παρά το γεγονός ότι, στην παραπάνω πρόταση, οι αναφορές σχετικά με την κατηγορία των δικαστικών λειτουργών θα πρέπει να θεωρηθούν ως όλως συνοπτικές και μάλλον παρεμπίπτουσες. Θέση υπέρ της απάλειψης της παραγράφου 3 από τη συνταγματική έννομη τάξη διαλαμβάνεται εκ νέου και στη γενική εισήγηση εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου – Βουλή των Ελλήνων, Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή, Περίοδος Ι’, Σύνοδος Α’, Πρακτικά των συνεδριάσεων και Έκθεση της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, Αθήνα, 2000, σελ. 418, 422, 692 και 710, Βουλή των Ελλήνων, Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή, Περίοδος Ι’, Σύνοδος Α’, Πρακτικά, Συνεδρίαση ΡΚΑ’, 2001, σελ. 5193 και 5207. Σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη διατήρηση του κανονιστικού εύρους των περιορισμών για την κατηγορία των δικαστικών λειτουργών, όπως και επί του θέματος του βαθμού διαφοροποίησης των ανάλογων ρυθμίσεων για την κατηγορία των δημοσίων υπαλλήλων, εισφέρονται και από βουλευτές άλλων κοινοβουλευτικών ομάδων. Για αυτές βλ., ενδεικτικά, Βουλή των Ελλήνων, Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή, Περίοδος Ι’, Σύνοδος Α’, Πρακτικά, Συνεδρίαση ΡΚΒ’, 2001, σελ. 5236 και 5238.
[22] Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, ό. π., σελ. 428
[23] Επιλέγεται η διασύνδεση της ‹‹…απαγόρευσης της κομματικής δραστηριότητας…με την άσκηση των καθηκόντων τους…››, κατά την τοποθέτηση εκ μέρους του εισηγητή της πλειοψηφίας (ΠΑΣΟΚ), κατά τη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος το 2001 – Α. ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ, Το Σύνταγμα 1975/1986/2001/2008 και οργανικοί νόμοι, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2009, σελ. 332.
[24] Ν. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ, Η αναθεώρηση των διατάξεων για τα πολιτικά κόμματα και για τα δικαιώματα συλλογικής δράσης: Η περίπτωση των δημοσίων υπαλλήλων, των υπαλλήλων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και, γενικότερα, του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Το νέο Σύνταγμα – Πρακτικά Συνεδρίου, Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2001, σελ. 202 επ., Κ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΣ, Συνταγματικό Δίκαιο, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2014, σελ 280 επ., Ν. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ, Η συνταγματική θέση των ενόπλων δυνάμεων (II. Δικαιώματα και υποχρεώσεις των στρατιωτικών) – Δημοσιεύματα Συνταγματικού Δικαίου, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1992, σελ. 206.
[25] Χ. ΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ, Άρθρο 29, σε Φ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, Ξ. ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ, Χ. ΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ, Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ, Σύνταγμα – Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2017, σελ 784
[26] Συναφώς, σύμφωνα με τον Χ. Ανθόπουλο: «Λόγω του εξαιρετικού της χαρακτήρα, η διάταξη του άρθ. 29 § 3 εδ. α’ Σ δεν επιδέχεται διασταλτικής ερμηνείας…» – Χ. ΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ, ό. π., σελ. 784. Ομοίως, σύμφωνα και με τη γνώμη του Κ. Ρέμελη, η κατ’ άρθρο 29§3 εδ. α’ Σ. απαγόρευση θα πρέπει να ερμηνεύεται στενά – Κ. ΡΕΜΕΛΗΣ, ό. π., σελ. 779
[27] Η απόφαση αυτή θα πρέπει να λαμβάνεται τουλάχιστον από τα τρία πέμπτα των μελών της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, όπως η εν λόγω διάταξη αναθεωρήθηκε στο πλαίσιο της συνταγματικής αναθεώρησης του 2019.
[28] Χ. ΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ, ό. π., σελ. 784
[29] Ιδίως βάσει των ρυθμίσεων του άρθρου 3 του ν.3051/2002. Ο ν. 3051/2002 έχει τροποποιηθεί βάσει ιδίως διατάξεων των νόμων 4055/2012 και 4139/2013, στην κατεύθυνση του εμπλουτισμού της θεσμικής ανεξαρτησίας των αρχών έναντι άλλων οργάνων της εκτελεστικής λειτουργίας – Α. ΚΡΙΤΣΙΚΗΣ, Τι ανεξάρτητες αρχές θέλουμε; διαθέσιμο σε https://www.constitutionalism.gr/ti-anexartites-arches-theloume/, 04.03.2026 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης στους εδώ ιστοτόπους: 23.03.2026)
[30] Όπως τονίζεται από τον Γ. Λαζαράκο, τόσο από τη γενική ratio θέσπισης των ανεξάρτητων αρχών στην εγχώρια έννομη τάξη όσο και από τη γραμματική διατύπωση συναφών με τις αρχές αυτές συνταγματικών προβλέψεων και προβλέψεων του κοινού νομοθέτη, το καθεστώς εγγυήσεων υπέρ των μελών των ανεξάρτητων αρχών προσιδιάζει προς αυτό των δικαστικών λειτουργών, αλλά και του Προέδρου της Δημοκρατίας – Γ. ΛΑΖΑΡΑΚΟΣ, Ανεξάρτητες Αρχές – Ο ρόλος και η σημασία τους στην ελληνική έννομη τάξη, Εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, 2010, σελ. 64 επ.
[31] Κ. ΡΕΜΕΛΗΣ, ό. π., σελ. 779 επ. και 784 επ. Σχετική είναι, εν προκειμένω, και η κρίση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση: Rekvényi κατά Ουγγαρίας, αρ. προσφυγής: 25390/94, 20.05.1999
[32] Δ. ΔΗΜΟΥΛΗΣ, Η διάκριση των λειτουργιών ως συνταγματικός κανόνας, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2002. Όπως, δε, επισημαίνεται και από τον Γ. Καραβοκύρη, η ratio της επιλογής του συνταγματικού νομοθέτη για την κατάρτιση του κανονιστικού περιεχομένου του άρθρου 29§3, εδ. α’ Σ. έγκειται στη φύση του λειτουργήματος και των καθηκόντων που ασκούνται από πρόσωπα που – κατά το σκεπτικό του συνταγματικού νομοθέτη – υπάγονται στο «στενό πυρήνα» του κράτους – Γ. ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ, Άρθρο 29, σε Σ. ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ, Ξ. ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ, Γ. ΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ, Σύνταγμα – Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, Ηλεκτρονική Έκδοση, 2023, σελ. 34 επ., διαθέσιμο σε https://www.syntagmawatch.gr/to-syntagma-mou/syntagma-kata-arthro-ermineia/
[33] Ξ. ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ, Η σχέση πολιτικών κομμάτων και ανεξάρτητων αρχών μεταξύ έντασης και συμπληρωματικότητας: εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης ή αποπολιτικοποίηση της δημοκρατίας;, σε Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ, Ξ. ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ, Το μέλλον των πολιτικών κομμάτων – Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, Εκδ. Παπαζήση, 2003, σελ. 123
[34] Ξ. ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ, ό. π., σελ. 143 επ., Α. ΚΡΙΤΣΙΚΗΣ, ό. π. Όπως η οργάνωση του προκείμενου κοινοβουλευτικού ελέγχου διεξάγεται βάσει του άρθρου 101Α§3 Σ. και εξειδικεύεται διά των ρυθμίσεων του άρθρου 138Α του Κανονισμού της Βουλής. Καθεαυτή, ακόμη, η διαδικασία της συγκρότησής τους εκφεύγει των αρμοδιοτήτων των διοικητικών οργάνων του κράτους – Ξ. ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ, ό. π., σελ. 123, ΣτΕ (Ολ.) 872/1992. Αναφορικά με την υποβολή των πράξεων και της συνολικής δραστηριότητας των ανεξάρτητων αρχών στην άσκηση κοινοβουλευτικού ελέγχου, όπως γίνεται ορθά δεκτό και από την επιστήμη, πρόκειται για έλεγχο ιδιαίτερα ασθενή, ειδικά εφόσον συναξιολογηθεί και η παρατηρούμενη τάση διαρκούς διεύρυνσης τόσο των κανονιστικά ανατιθέμενων σε αυτές αρμοδιοτήτων όσο και, εν γένει, των πεδίων στα οποία θεσπίζεται η ανάπτυξη της δραστηριότητάς τους. Υπό την εκδοχή αυτή, η επιλογή των μελών των ανεξάρτητων αρχών από κοινοβουλευτικό όργανο και, συνεπώς, εμμέσως, από τα πολιτικά κόμματα που διαθέτουν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, δε θίγει την ανεξάρτητη φύση της λειτουργίας τους. Αντίθετα, θα ήταν δυνατόν να υποστηριχθεί ότι αποτελεί μορφή «αντιβάρου» προς τον ασθενή κοινοβουλευτικό έλεγχο ο οποίος τους ασκείται – Ξ. ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ, ό. π., σελ. 137 επ., Α. ΚΡΙΤΣΙΚΗΣ, ό. π. Αντίθετη συλλογιστική είχε υιοθετηθεί (σε χρόνο, ασφαλώς, προγενέστερο της συνταγματικής αναθεώρησης του 2001), μεταξύ άλλων σχετικών δικαστικών αποφάσεων, από την ΣτΕ 944/1999, κατά την κρίση της οποίας η ανάθεση της υπόδειξης των μελών του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης ήταν αντίθετη, εκτός των άλλων, και προς την κατ’ άρθρο 26 Σ. αρχή της διάκρισης των λειτουργιών – Ξ. ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ, ό. π., σελ. 137 επ.
[35] Κ. ΡΕΜΕΛΗΣ, ό. π., σελ. 784 επ
[36] Ενδεικτικά, όπως αναφέρεται από τον Χ. Ανθόπουλο, στο άρθρο 3§3 του ν.2863/2000 εμπεριέχεται πρόβλεψη σχετικά με το ασυμβίβαστο της ιδιότητας του μέλους του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης και της «ανάληψης αξιώματος ή θέσης σε οποιοδήποτε πολιτικό κόμμα» – Χ. ΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ, ό. π., σελ. 784. Βλ. και ΣτΕ (Ολ.) 656/2000. Παραταύτα, στο πεδίο εφαρμογής της ανωτέρω νομοθετικής απαγόρευσης δε θα πρέπει να υπαχθεί το αυτό εύρος βιοτικών περιστατικών τα οποία υπάγονται στην απόλυτη απαγόρευση του άρθρου 29§3, εδ. α’ Σ. Κατά τη συγκλίνουσα επίσης γνώμη του Κοντιάδη, τυχόν κατοχύρωση της πολιτικής ουδετερότητας ως κανονιστικού χαρακτήρα δέσμευση των μελών των ανεξάρτητων αρχών θα ήταν ασύμβατη: «…με τη φύση του κοινοβουλευτικού ελέγχου, που είναι συναρτημένη με τον κομματικό ανταγωνισμό.» – Ξ. ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ, ό. π., σελ. 145
[37] Π. ΔΑΓΤΟΓΛΟΥ, Συνταγματικό Δίκαιο – Ατομικά Δικαιώματα, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2012, σελ. 560
[38] Π. ΔΑΓΤΟΓΛΟΥ, ό. π., σελ. 560
[39] Σ. ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ, Άρθρο 16, σε Σ. ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ, Ξ. ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ, Γ. ΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ, Σύνταγμα – Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, Ηλεκτρονική Έκδοση, 2023, σελ. 25 επ., διαθέσιμο σε https://www.syntagmawatch.gr/to-syntagma-mou/syntagma-kata-arthro-ermineia/, ΣτΕ 298/1993
[40] Π. ΔΑΓΤΟΓΛΟΥ, ό. π., σελ. 525 επ. και 534 επ., Δ. ΣΑΡΑΦΙΑΝΟΣ, Άρθρο 16, σε Φ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, Ξ. ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ, Χ. ΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ, Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ, Σύνταγμα – Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2017, σελ. 404 επ.
[41] Σ. ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ, ό. π., σελ. 18 επ.
[42] Π. ΔΑΓΤΟΓΛΟΥ, ό. π., σελ. 558 επ., Δ. ΣΑΡΑΦΙΑΝΟΣ, ό. π., σελ. 404 επ.
[43] Π. ΔΑΓΤΟΓΛΟΥ, ό. π., σελ. 558 επ., Δ. ΣΑΡΑΦΙΑΝΟΣ, ό. π., σελ. 404 επ. Σύμφωνα με τον Σ. Βλαχόπουλο, η εν λόγω ρήτρα θα πρέπει να ερμηνεύεται ως μη έχουσα αυτοτελές κανονιστικό περιεχόμενο, διότι η υποχρέωση για μη παραβίαση των αρχών και των ρυθμίσεων του Συντάγματος δεσμεύει, ούτως ή άλλως, τη συμπεριφορά του συνόλου των πολιτών – Σ. ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ, ό. π., σελ. 23 επ.
[44] Π. ΔΑΓΤΟΓΛΟΥ, ό. π., σελ. 558 επ., Δ. ΣΑΡΑΦΙΑΝΟΣ, ό. π., σελ. 404 επ.
[45] Βουλή των Ελλήνων, Περίοδος Θ’, Σύνοδος Β’, Πρακτικά, Συνεδρίαση ΡΛΑ’, 1998, σελ. 8215, Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2021, σελ. 428
[46] Συναφώς, σύμφωνα με θέση της νομολογίας του ΕΔΔΑ, από το περιεχόμενο των διατάξεων των άρθρων 10 ΕΣΔΑ («ελευθερία έκφρασης») και 11 ΕΣΔΑ («ελευθερία του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι») συνάγεται η ευρωπαϊκή προστασία, μεταξύ άλλων, των αντίστοιχων εκδηλώσεων των φορέων των δικαιωμάτων αυτών, και όταν οι εκδηλώσεις προσκτώνται πολιτικό χαρακτήρα. Στα δικαιώματα αυτά συγκαταλέγεται και το δικαίωμα των πολιτικών κομμάτων προς ελεύθερη άσκηση της δραστηριότητάς τους. Επιπρόσθετα, δε, η άσκηση του δικαιώματος σε ελεύθερες εκλογές, όπως αυτό κατοχυρώνεται ειδικά κατ’ άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ευρίσκεται σε σχέση άμεσης αλληλεξάρτησης με τη διαμόρφωση συνθηκών από τα κράτη-μέρη της Σύμβασης για ουσιαστική προφύλαξη των κατ’ άρθρο 10 ΕΣΔΑ και 11 ΕΣΔΑ δικαιωμάτων – Α. ΜΑΝΤΖΟΥΤΣΟΣ, Πολιτικά Δικαιώματα & Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2009, σελ. 42 επ. Περί του θέματος αυτού βλ. επίσης, όλως ενδεικτικά, τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ στις ακόλουθες υποθέσεις: Lingens κατά Αυστρίας (Ολομέλεια), αρ. προσφυγής: 9815/82, 08.07.1986, Mathieu-Mohin και Clerfayt κατά Βελγίου, (Ολομέλεια), αρ. προσφυγής: 9267/81, 02.03.1987, Castells κατά Ισπανίας, αρ. προσφυγής: 11798/85, 23.04.1992 και Vogt κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης), αρ. προσφυγής: 17851/91, 26.09.1995. Κάποια έτη αργότερα εκδόθηκαν και οι εξής σημαντικές περί την εν λόγω προβληματική αποφάσεις του ΕΔΔΑ: Bova κατά Ιταλίας, αρ. προσφυγής: 25513/02, 24.05.2006 και Ādamsons κατά Λεττονίας, αρ. προσφυγής: 3669/03, 24.06.2008
[47] Βουλή των Ελλήνων, Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή, Περίοδος Ι’, Σύνοδος Α’, Πρακτικά των συνεδριάσεων και Έκθεση της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, Αθήνα, 2000, σελ. 424 επ. και 432. Με ακόμη σαφέστερο τρόπο εκφράσθηκε η ως άνω θέση στο πλαίσιο της ανάλογης επεξεργασίας από την Ολομέλεια του σώματος – Βουλή των Ελλήνων, Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή, Περίοδος Ι’, Σύνοδος Α’, Πρακτικά, Συνεδρίαση ΡΚΑ’, 2001, σελ. 5208 επ.
[48] Ν. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ, ό. π., σελ. 202 επ.
[49] Συγκροτούμενη από τις κοινοβουλευτικές ομάδες του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας.
[50] Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ, Συνταγματικό Δίκαιο II (Οι λειτουργίες του κράτους – τχ. α), Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1980, σελ. 170 επ., Ν. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ, ό. π., σελ. 199, ΑΠ 4/1991 (Πρακτικό Ολομέλειας), ΔιΔίκη, 1991, σελ. 476.
[51] Γ.ΣΩΤΗΡΕΛΗΣ, Θ. ΞΗΡΟΣ, Η τέταρτη Αναθεώρηση του Συντάγματος του 1975 (2014 – 2019), Εκδ. Παπαζήση, 2020, σελ. 403 επ. και 409 επ.




