Αλέξανδρος Πανούσης, Νομικός, ΔΝ
Κείμενο Ομιλίας στο Ζ’ Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο Ι.Σ. για την Επανάσταση του 1821, Αθήνα 19-20/10/2018
Ι. Όπως είναι γνωστό, οι συνταγματικές σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας είναι ένα ζήτημα πάντα επίκαιρο και παρόν στη δημόσια συζήτηση, η οποία, μάλιστα, πέρυσι εμπλουτίστηκε με το κυβερνητικό σχέδιο αναθεώρησης των σχέσεων αυτών, κατά τρόπο αμφιλεγόμενο, όπως έδειξε, μεταξύ άλλων και η ημερίδα της Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών, με θέμα «Αναθεώρηση του Συντάγματος και Εκκλησία της Ελλάδος – Συμβολή σε έναν ανοικτό διάλογο», την 07η-06-2017.
Στο πλαίσιο αυτό, έχοντας υπόψιν πως η διαμόρφωση των σημερινών συνταγματικών σχέσεων Εκκλησίας-Πολιτείας ανάγεται σε χρόνους που ενδιαφέρουν το παρόν συνέδριο, προτιθέμεθα να ερευνήσουμε την καθιέρωση της εναρκτήριας φράσης του Συντάγματος («Εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ Ἀδιαιρέτου Τριάδος»), ώστε, μέσα από την οικεία ιστορία δικαίου, να αναδειχτούν στοιχεία χρήσιμα για την ορθή πρόοδο και της σημερινής συζήτησης.
ΙΙ. Ανατρέχοντας λοιπόν σε οικείες συνταγματικές πηγές μας, διαπιστώνουμε ότι το πρώτο κιόλας συνταγματικό κείμενο για όλη την τοτινή ελληνική επικράτεια, δηλαδή το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος», έτους 1822, αμέσως μετά την αναφορά του στα όργανα που το θέσπισαν, ξεκινά το προοίμιό του (όπου κηρυσσόταν η ενώπιον Θεού και ανθρώπων πολιτική ύπαρξη και ανεξαρτησία του Έθνους), ως εξής: «Εν ονόματι της Αγίας και Αδιαιρέτου Τριάδος».
Μάλιστα, ο προεξέχων χαρακτήρας των θρησκευτικών αναφορών του αυτού συνταγματικού κειμένου, φανερώνεται και από το γεγονός ότι το πρώτο κιόλας τμήμα του πρώτου τίτλου του, είναι το «Περί θρησκείας», όπου δηλώνεται ότι επικρατούσα θρησκεία στην ελληνική επικράτεια είναι της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, ως και ότι η Διοίκηση της Ελλάδος ανέχεται συνάμα και κάθε άλλη θρησκεία, ως και την ακώλυτη τέλεση της λατρείας της.
Το στοιχείο αυτό βέβαια, της θρησκευτικής επίκλησης στην αρχή ενός νομικού κειμένου, όχι μόνο άγνωστο δεν είναι στη νομική μας παράδοση, αλλά, αντίθετα, τόσο διαδεδομένο, ώστε να μην είναι άστοχο να νοηθεί ακόμη και ως μοτίβο, αρκεί να ανατρέξουμε σε νομικά κείμενα ήδη της πρώιμης βυζαντινής περιόδου, όπου η θρησκευτική επίκληση καλλιεργούσε τη δεκτικότητα των κοινωνών του δικαίου στις νέες νομικές διατάξεις και πρόβαλε την ιδεολογία του νομοθέτη.
Ωστόσο, λόγος δεν μπορεί να γίνει ούτε για αποκλειστικότητα ούτε για πρωτοτυπία της Ελλάδας στο σημείο αυτό, καθώς ανάλογη πρακτική απαντάται και σε πιο πλησιόχρονα νομικά κείμενα του 1822, όπως η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ του 1776, όπου οι Αντιπρόσωποι των ΗΠΑ έκαναν επίκληση στη «μαρτυρία του Ανώτατου Κριτή του Σύμπαντος για την ευθύτητα των προθέσεών τους», ενώ ανάλογη θρησκευτική επίκληση συναντούμε και στη «Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτου», έτους 1789, έστω και με ποιοτικά διαφορετικό περιεχόμενο, αφού εκεί περιέχεται επίκληση στο Υπέρτατο Ον και όχι ρητά στον Θεό.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, όσο και αν η επίκληση προς την τάδε ή τη δείνα υπερβατική οντότητα έχει τη δική της σημασία, εξίσου σημαντικό είναι να ειπωθεί ότι η πρόταξη ενός προοιμίου με τέτοια γνωρίσματα δεν συμπτωματική και αφηρημένη, αλλά εξυπηρετεί διάφορους σκοπούς, όπως η δήλωση της νομιμοποίησης του θεσπίζοντος οργάνου ή η διακήρυξη των στόχων των ρυθμίσεων που έπονται, ενώ ιδίως σε συνταγματικά κείμενα, όπως το κυρίως εξεταζόμενο εδώ, η αποστολή του προοιμίου μπορεί να είναι και η προβολή των αρχών που διέπουν το σύστημα που καθιερώνεται, η εξήγηση της βούλησης του νομοθέτη ή και αυτή ακόμα η περιγραφή του πνεύματος του Συντάγματος, συνεπώς, εξίσου σημαντική με την ερμηνεία καθαυτού του προοιμίου, καθίσταται και η εμπέδωση της σχέσης του με το λοιπό κείμενο.
ΙΙΙ. Διερευνώντας, λοιπόν, τα αντίστοιχα ζητήματα αναφορικά με το κείμενο που μας απασχολεί, πρωτίστως πρέπει να υπογραμμιστεί ότι αυτό δεν είναι οποιοδήποτε νομικό κείμενο, αλλά ο θεμελιώδης νόμος για τη λειτουργία ενός επαναστατημένου Έθνους, γεγονός που καθιστά τη θρησκευτική επίκληση, στην οποία και εγγράφεται το «Προσωρινόν Πολίτευμα», μια ξεκάθαρη προοικονομία του κατ’ ιδίαν περιεχομένου του, αν όχι και νομιμοποιητικό λόγο για τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας, σύμφωνα με το προαναφερθέν περιεχόμενο του προοιμίου.
Εξάλλου, στο ίδιο πνεύμα, δεδομένης της προαναφερθείσας κήρυξης ανεξαρτησίας, είναι απόλυτα εύλογο και αναμενόμενο, σε αυτήν να λαμβάνει χώρα, ταυτόχρονα, από τη μια η πλήρης αποστασιοποίηση από την προηγούμενη τάξη πραγμάτων (η οποία μάλιστα διέθετε ένα ολότελα διαφορετικό θρησκευτικό περιεχόμενο από αυτό της επαναστατημένης Ελλάδας) και από την άλλη, η προβολή των χαρακτηριστικών του ανεξαρτητοποιημένου Έθνους, όπου, τουλάχιστον σε ιδεολογικό επίπεδο, η κυριαρχία της επικρατούσας θρησκείας ήταν αυταπόδεικτη, συνεπεία, μεταξύ των άλλων, του εθνικού ρόλου της Εκκλησίας καθ’ όλη την Τουρκοκρατία.
Στο σημείο αυτό, λοιπόν, είναι που αναρωτιέται εύλογα, πιστεύουμε, ο ερευνητής, κατά πόσον η θρησκευτική αυτή επίκληση αρκεί να ερμηνευθεί είτε ως απλό κατάλοιπο της νομικής μας παράδοσης, είτε ως αναγκαιότητα στα πλαίσια ανεξαρτητοποίησης από ένα θρησκευτικά διαφορετικό καθεστώς, όπως ακροθιγώς εξηγήσαμε νωρίτερα, ή εάν η ιστορική συγκυρία, που εν σπέρματι περιέχει κάθε νομικό κείμενο, είναι παράγοντας διαμόρφωσης του εξεταζόμενου περιεχομένου, οπότε επιβάλλεται μια αναγωγή και στις δικαιοπλαστικές του προεκτάσεις.
Υπό τα δεδομένα αυτά, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι ο όρος «επικρατούσα θρησκεία» καθιερώθηκε στη Δύση μετά το τέλος των θρησκευτικών ερίδων της περιόδου της Μεταρρύθμισης και απέβλεπε πρωτίστως στη διακήρυξη και φυσικά, στη νομιμοποίηση της επικράτησης της θρησκείας που πρέσβευε ο πολιτειακός ηγέτης ενός κράτους και η πλειοψηφία των πολιτών σε αυτό, χωρίς όμως έτσι να παραλείπεται η πρόβλεψη και της ανοχής του κράτους προς άλλες θρησκείες.
Πάνω στη βάση αυτή, στο πεδίο του υπόδουλου ακόμα Έθνους, η πρώτη αναφορά στην επικρατούσα θρησκεία, με την οποία η προαναφερθείσα θρησκευτική επίκληση τελεί σε άρρηκτο δεσμό, απαντάται στο έργο του Ευγένιου Βούλγαρη και δη, στο «Σχεδίασμα περί της ανεξιθρησκείας, ήτοι περί της ανοχής των ετεροθρήσκων», την οποία ανοχή βέβαια ο Βούλγαρης οριοθετεί μέχρι του σημείου που δεν προσκρούει στα «εντάλματα της Ημετέρας Ορθοδόξου Πίστεως».
Περαιτέρω, στο «Σύνταγμα του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων», έτους 1817, δηλαδή όταν έγινε η παραχώρηση της διοίκησής τους από τη Ρωσία στη Μεγάλη Βρετανία, απαντάται ένας συνδυασμός των όρων επικρατούσα θρησκεία και γλώσσα, με πρόδηλη την πρόθεση των συντακτών του να διαφυλαχθεί ο εθνικός χαρακτήρας του πληθυσμού, γεγονός επομένως που δήλωνε ξεκάθαρα την ιδιότητα της επικρατούσας θρησκείας ως συστατικού της ελληνικότητας.
Κατόπιν αυτών, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι ανάλογα ευρήματα προκύπτουν και από συντάκτες του «Προσωρινού Πολιτεύματος», όπου περιέχεται η προαναφερθείσα επίκληση, όπως ο Θεόδωρος Νέγρης, του οποίου μάλιστα ανάλυση του «Προσωρινού Πολιτεύματος», δημοσιευμένη στην «Εφημερίδα Αθηνών» την 19-11-1824, είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική.
Συγκεκριμένα, στο κείμενο αυτό ο Νέγρης, περιγράφοντας τον ελληνοκεντρικό χαρακτήρα της αναφερόμενης κρατικής συγκρότησης, θέτει σε δεσπόζουσα θέση την αυτονόητη για εκείνον αναγνώριση της «Ανατολικής του Χριστού Εκκλησίας» ως επικρατούσας θρησκείας, η οποία φυσικά τελεί σε άρρηκτη σύνδεση και με την προειρημένη επίκληση στην Αγία Τριάδα. Το σκεπτικό του Νέγρη ήταν ότι η εν λόγω Εκκλησία ήταν η κύρια Εκκλησία του Έθνους, τα προνόμια της οποίας όμως περιόριζε στις επίσημες κρατικές τελετές, δίνοντας μεγαλύτερο βάρος στην ανεξίθρησκη στάση του κράτους προς τις άλλες θρησκείες, για διάφορους λόγους, όπως η προσέλκυση στο νέο κράτος, πληθυσμού, κεφαλαίων κ.λπ. και από μη ορθοδόξους.
Πάνω σε αφετηριακές βάσεις σαν και αυτές λοιπόν, έμελλε να ακολουθήσουν και άλλα συνταγματικά μας κείμενα με προοίμια ουσιαστικού περιεχομένου, όπως ο «Νόμος της Επιδαύρου» του 1823, το «Πολιτικό Σύνταγμα της Ελλάδος» του 1827 και το Σύνταγμα του 1926, στα οποία η επίκληση της Αγίας Τριάδας διατηρήθηκε με κάποιες εκφραστικές διαφοροποιήσεις, με εξαίρεση το «Ηγεμονικό Σύνταγμα» του 1832 και τα Συντάγματα του 1925, του 1926 και του 1927, στα οποία δεν προτασσόταν η προαναφερθείσα επίκληση, κάτι που αποδίδεται κατά κύριο λόγο στο επαναστατικό πνεύμα τους και στην ιδεολογική κατεύθυνση των συντακτών τους.
IV. Κάπως έτσι, φθάνοντας στα νεότερα χρόνια, τα Συντάγματα των ετών 1864, 1911, 1952, 1975, 1986 και βέβαια το ισχύον, ναι μεν διατήρησαν τη θρησκευτική επίκληση «Εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαρέτου Τριάδος», χωρίς όμως να διαθέτουν ουσιαστικού περιεχομένου προοίμιο, παρότι δεν έλειψαν σχετικές προτάσεις βουλευτών, όπως π.χ. στην Ολομέλεια της Επιτροπής του Συντάγματος 1975 και στην Ε’ Αναθεωρητική Βουλή, οι οποίες όμως απορρίφθηκαν, ενώ αξίζει να σημειωθεί και ότι η επίκληση στην Αγία Τριάδα δεν υπήρχε στο Κυβερνητικό Σχέδιο Συντάγματος που ήταν η βάση των συντακτικών εργασιών της Ε’ Αναθεωρητικής Βουλής, αλλά προτάθηκε από βουλευτές και έγινε δεκτή κατά τις συζητήσεις αυτής.
Συγκρατώντας αυτή τη σταδιακά εμφανιζόμενη απροθυμία των νεότερων συντακτικών συντελεστών να διατηρήσουν την καθιερωμένη προμετωπίδα του Συντάγματός μας, πολλές είναι οι ερμηνευτικές εκδοχές που μπορούμε να ακολουθήσουμε, για να εξηγήσουμε αυτό το φαινόμενο, όπως η συναγόμενη ιδεολογική τους διαφοροποίηση προς ό,τι πρεσβεύει η επίκληση στην Αγία Τριάδα, εμείς όμως θα προτιμήσουμε να ακολουθήσουμε πιο απτές ερμηνευτικές οδούς.
Ειδικότερα, διαφωτιστική εκτιμούμε πως είναι η εστίαση στη φύση και την αποστολή των προοιμίων των συνταγματικών κειμένων εν γένει, τα οποία, πέραν όσων προαναφέρθηκαν, δύνανται να έχουν κανονιστικό περιεχόμενο, όπως π.χ. το προοίμιο του γαλλικού Συντάγματος του 1958, όπου περιεχόταν η δέσμευση του γαλλικού λαού από τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και την αρχή της εθνικής κυριαρχίας, ενώ δεν λείπουν περιπτώσεις, όπως π.χ. συμβαίνει με τον Θεμελιώδη Νόμο της Βόννης του 1949, όπου το προοίμιο αποτελεί ερμηνευτικό κριτήριο για το κυρίως κείμενο που ακολουθεί και συνάμα, αυτοπεριορισμό της εξουσίας του νομοθέτη, με την ρητή δήλωση της ευθύνης του απέναντι τόσο στο Θεό, όσο και στους ανθρώπους.
Έχοντας υπόψη της τα διδάγματα αυτά, η ελληνική νομική θεωρία ήταν λογικό και επόμενο να ασχοληθεί με τη φύση και την αποστολή και της θρησκευτικής επίκλησης που περιέχει το δικό μας Σύνταγμα, καταλήγοντας σε μια σειρά πορισμάτων, ο μόνος κοινός παρονομαστής των οποίων, όμως, συνοψίζεται στην παραδοχή ότι η θρησκευτική επίκληση συνιστά μέρος της ελληνικής συνταγματικής παράδοσης, η φύση και η αποστολή της επίκλησης αυτής, όμως, είναι υπό συζήτηση.
Ειδικότερα, ξεκινώντας από το ζήτημα της φύσης, έχει προταθεί η ερμηνεία της θρησκευτικής επίκλησης ως προοιμίου του Συντάγματος και επομένως η οργανική της σύνδεση με το υπόλοιπο κείμενο, ωστόσο υπάρχει και αντίθετη άποψη που εκτιμά ότι η εναρκτήρια φράση του Συντάγματος δεν είναι προοίμιο, χωρίς όμως να καταλήγει με πειστικό τρόπο σε μια εναλλακτική πρόταση για το πώς πρέπει να τυποποιείται και να αποτιμάται νομικά η ίδια φράση.
Περαιτέρω, ως προς το ζήτημα της αποστολής, είναι δεδομένο ότι η θρησκευτική επίκληση δεν ακολουθείται από περαιτέρω ουσιαστικές αναφορές, σαν και εκείνες Συνταγμάτων που επικαλεστήκαμε νωρίτερα, το στοιχείο αυτό, όμως, δεν επαρκεί, προκειμένου να αποχαρακτηρίσει τη θρησκευτική επίκληση από προοίμιο και αυτό, γιατί η ιδιότητα αυτή δεν αποδίδεται μόνο βάσει περιεχομένου, αλλά και συνεπεία της θέσης που της δόθηκε στο συνταγματικό κείμενο, ενώ ακόμη και η απουσία ουσιαστικού περιεχομένου, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν στερεί το προοίμιο από οποιαδήποτε αξία, ούτε συνιστά λόγο διαγραφής του από το Σύνταγμα.
Τούτο, διότι ναι μεν η απουσία ουσιαστικού περιεχομένου, δεν επιτρέπει τη χρήση της θρησκευτικής επίκλησης ούτε ως ερμηνευτικού εργαλείου του υπόλοιπου Συντάγματος, μεταξύ άλλων, λόγω του παράλληλα ισχύοντος συστήματος της θρησκευτικής ελευθερίας που συνιστά λόγο θρησκευτικής ουδετερότητας του Κράτους και ως εκ τού-του, εμποδίζει την αναγνώριση νομικής αξίας στη θρησκευτική επίκληση, από την άλλη πλευρά όμως, η όποια σκέψη για τυχόν απάλειψη της θρησκευτικής επίκλησης, δεν μπορεί να παραβλέπει το ιστορικό καθιέρωσής της.
Έτσι, όπως είπαμε, η καθιέρωση αυτή είχε ιδιαίτερα σύνθετο περιεχόμενο δικαιολογητικών λόγων και μεγάλη συνεκτική αξία, με την τελευταία να αμφιβάλλουμε, αν αποτελεί παρωχημένο ιστορικό ζητούμενο, δικαιολογώντας συνταγματική αναθεώρηση στο σημείο αυτό.
V. Παρόλα αυτά, τουλάχιστον σε επίπεδο συζητήσεων για την επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση, αφού η τελική μορφή του κυβερνητικού σχεδίου που αναφέραμε εισαγωγικά, δεν απάλειψε τελικά τη θρησκευτική επίκληση, πρόταση απάλειψης, σαν αυτή που συναντήσαμε πιο πριν, υποβλήθηκε και πάλι, με διάφορα επιχειρήματα, εκ των οποίων θα ξεχωρίσουμε εκείνο που επικαλείται την παλιότερη απάλειψη από το προοίμιο του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της αρχικά περιληφθείσας σε αυτόν, αναφοράς στο Θεό.
Ακόμα και αυτό το καταρχήν πειστικό επιχείρημα, όμως, παραβλέπει το γεγονός ότι η θρησκευτική επίκληση στην αρχή του Συντάγματος είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη συνέχεια αυτού και δη, με άρθρα όπως το 3 και το 16, συνθέτοντας έτσι ένα πλαίσιο που αποδεικνύει τη βούληση του συνταγματικού νομοθέτη, ιστορικού και νεότερου, να αποτρέψει οπωσδήποτε τη διαμόρφωση ενός ελληνικού κράτους αντίθετου στο Θεό, τον κλήρο ή και εν γένει στη θρησκεία.
Πέραν τούτου, έτερα ευρωπαϊκά δεδομένα, που πλέον αποτελούν νόμο και του ελληνικού κράτους και συγκεκριμένα, του νόμου 4556/ 2018 (ΦΕΚ Α/137/25-07-2018), αποδυναμώνουν περαιτέρω, εκτιμούμε, τα όποια επιχειρήματα περί διαγραφής της θρησκευτικής επίκλησης από το συνταγματικό μας κείμενο, καθώς με το νόμο αυτό γίνεται η εισδοχή και στην ελληνική έννομη τάξη, του 15ου Πρωτοκόλλου που τροποποιεί τη Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, κατοχυρώνοντας ρητά την αρχή της επικουρικότητας, σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη απολαμβάνουν ένα περιθώριο εκτίμησης των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που καθορίζει και περιγράφει η Σύμβαση αυτή.
Πιο αναλυτικά, από τη στιγμή που, όπως είπαμε νωρίτερα, γίνεται δεκτό ότι το προοίμιο του ελληνικού Συντάγματος δεν έχει κανονιστικό περιεχόμενο, δεν μπορεί να γίνει λόγος και για τυχόν με οποιοδήποτε τρόπο λειτουργία του σε βάρος δικαιωμάτων και ελευθεριών ατόμων που δεν είναι οπαδοί της επικρατούσας θρησκείας, επομένως, στα πλαίσια και της προαναφερθείσας αρχής της επικουρικότητας, υπάρχει το περιθώριο εκτίμησης ότι από τη στιγμή που καμία νομική βλάβη δεν προκαλείται, δεν συντρέχει λόγος διαγραφής της άνω θρησκευτικής επίκλησης.
VI. Συμπερασματικά, λοιπόν, από τα όσα προηγήθηκαν, κατέστη σαφές ότι η καθιέρωση της εναρκτήριας φράσης του Συντάγματός μας, «Εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος», οφείλεται σε λόγους εθνικούς, ιστορικούς, θρησκευτικούς, νομικούς κ.λπ., που με τη σειρά τους προσέδωσαν αντίστοιχη αξία στην ίδια φράση, αναλόγως του περιεχομένου των κατά καιρούς συνταγματικών μας κειμένων, από τα χρόνια της Επανάστασης έως σήμερα.
Αυτό το σήμερα, όμως και βάσει αυτού, το εκτιμώμενο συνταγματικό μας αύριο, έχοντας υπόψη το σύνολο του κυβερνητικού σχεδίου αναθεώρησης αναφορικά με τις σχέσεις του κράτους με την επικρατούσα θρησκεία, γεννά προβληματισμό, όχι βέβαια για το μέλλον αυτής στο συνταγματικό μας κείμενο ή, ακόμα λιγότερο, στην κοινωνία (μιας και από ιδρύσεώς της, η Εκκλησία έχει αποδείξει ότι γνωρίζει καλά, πώς να είναι παρούσα), όσο για το πλήθος πραγματικών δεδομένων που παραμέρισε η ανωτέρω πρόταση αναθεώρησης, προκειμένου να σταθεί.
Τα δεδομένα αυτά, όμως, που, μέχρις ενός σημείου, επικαλεστήκαμε σήμερα και κατά τα λοιπά, μας απασχόλησαν εκτενέστερα στη μονογραφία μας «Η διετής διάσταση Εκκλησίας-Πολιτείας (2015-2017) ως λόγος διακριτότητάς τους», όχι μόνο δεν έχουν κανένα λόγο να παραμεριστούν, στηριγμένο σε λογικά επιχειρήματα, αλλά, διακινδυνεύουμε και την πρόβλεψη, πως δεν πρόκειται τελικά να παραμεριστούν, στο πλαίσιο, τουλάχιστον, της παρούσας διαδικασίας συνταγματικής αναθεώρησης, γεγονός που θα επιτρέψει στο Σύνταγμά μας να εξακολουθήσει να επικαλείται την Αγία Τριάδα και όχι αντιστρόφως.




