Τρεις κριτικορεαλιστικές προσεγγίσεις του νομικού φαινομένου: το δίκαιο ως δομή

Βρασίδας Πολυμενάκος, Μεταδιδάκτωρ Παντείου, ΔΝ

Περίληψη

Η μελέτη εξετάζει το δίκαιο υπό το πρίσμα του κριτικού ρεαλισμού ως κοινωνική δομή με οντολογική υπόσταση, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα και την αρνητική του διάσταση. Παρότι το δίκαιο συμβάλλει στην οργάνωση και ρύθμιση της κοινωνικής ζωής μέσω του κράτους δικαίου, δεν αποτελεί ουδέτερο μηχανισμό, αλλά ενσωματώνει και αναπαράγει σχέσεις ισχύος και κοινωνικές ανισότητες. Οι γενικοί και αφηρημένοι νομικοί κανόνες συχνά αποκρύπτουν τις πραγματικές υλικές ανισότητες, οδηγώντας σε τυπική και όχι ουσιαστική ισότητα. Μέσα από τη θεωρία της κοινωνικής τοποθέτησης και τον αναλυτικό δυϊσμό, αναδεικνύεται ότι οι δομές του δικαίου επηρεάζουν άνισα τα κοινωνικά υποκείμενα, ανάλογα με τη θέση τους στο κοινωνικό σύστημα. Επιπλέον, το δίκαιο μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός σταθεροποίησης «κεκτημένων συμφερόντων», περιορίζοντας τις δυνατότητες ουσιαστικού κοινωνικού μετασχηματισμού. Έτσι, το δίκαιο εμφανίζεται ταυτόχρονα ως εργαλείο κοινωνικής οργάνωσης και ως πεδίο αναπαραγωγής ανισοτήτων, γεγονός που αναδεικνύει την εγγενή του αμφισημία.

Abstract

The study examines law through the lens of critical realism as a social structure with real ontological status, while also highlighting its negative dimension. Although law contributes to the organization and regulation of social life through the rule of law, it is not a neutral mechanism; rather, it embodies and reproduces relations of power and social inequalities. Its general and abstract rules often conceal underlying material disparities, resulting in formal rather than substantive equality. Drawing on social positioning theory and analytical dualism, the analysis shows that legal structures affect social agents unevenly depending on their position within the broader social system. Moreover, law can function as a mechanism that stabilizes vested interests, thereby limiting the potential for meaningful social transformation. Consequently, law appears both as an instrument of social order and as a site for the reproduction of inequality, revealing its inherent ambivalence.

Λέξεις-κλειδιά: κριτικός ρεαλισμός, μορφογένεση, νομική μορφή, δομή

 

Εισαγωγή

Η παρούσα μελέτη εξετάζει τη συμβολή του κριτικού ρεαλισμού στη θεωρητική κατανόηση της κοινωνικής πραγματικότητας και ειδικότερα στη θεώρηση του δικαίου ως κοινωνικού και θεσμικού φαινομένου. Αφετηρία αποτελεί η οντολογία του Roy Bhaskar, η οποία εισάγει την έννοια μιας στρωματοποιημένης και ανεξάρτητης από την εμπειρία πραγματικότητας, επιτρέποντας την ανάλυση των κοινωνικών φαινομένων με αναφορά σε βαθύτερες αιτιακές δομές. Στο πλαίσιο αυτό, η Margaret Archer αναπτύσσει τον αναλυτικό δυϊσμό και τη μορφογενετική προσέγγιση, αναδεικνύοντας τη διαρκή αλληλεπίδραση μεταξύ κοινωνικών δομών και ανθρώπινης δράσης, χωρίς να αίρεται η οντολογική τους διάκριση. Παράλληλα, η συμβολή του Tony Lawson στην κοινωνική οντολογία και στη θεωρία της κοινωνικής τοποθέτησης επεκτείνει τον κριτικό ρεαλισμό στην ανάλυση θεσμών όπως η επιχείρηση και το δίκαιο, τονίζοντας τον ρόλο των κοινοτήτων, των θέσεων και των θεσμικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο κράτος δικαίου, το οποίο δεν λειτουργεί απλώς ως μηχανισμός ρύθμισης, αλλά και ως κανονιστικό πλαίσιο αξιολόγησης των κοινωνικών σχέσεων και των ανισοτήτων. Μέσα από αυτή τη θεωρητική σύνθεση επιχειρείται η ανάδειξη του δικαίου ως σχετικά αυτόνομης κοινωνικής δομής που συνδέεται με την κοινωνική δράση και κατ’ επέκταση τους περιορισμούς της τελευταίας.

 

Ι. Roy Bhaskar: οντολογία και στρωματοποιημένη πραγματικότητα

Ο κριτικός ρεαλισμός του Bhaskar αποτελεί ένα θεωρητικό, φιλοσοφικό και επιστημονικό  ρεύμα το οποίο επικεντρώνεται στην δυνατότητα προσέγγισης των αντικειμενικών αιτιών που τροφοδοτούν τα κοινωνικά γεγονότα. Σ’ αυτό το σημείο έγκειται και η θεωρητική σύνδεση του με την μαρξιστική παράδοση η οποία προσπαθεί να ερμηνεύσει τα κοινωνικά φαινόμενα υπό το πρίσμα αντικειμενικών αιτιών όπως είναι οι ταξικές σχέσεις ή οι σχέσεις παραγωγής. Παράλληλα επιδιώκει να αναγάγει όλες τα κοινωνικά γεγονότα σε αποτελέσματα των «κρυφών» κοινωνικών δομών. Αυτό το χαρακτηριστικό είναι που συνδέει τον κριτικό ρεαλισμό και με την δομομαρξιστική παράδοση. Παρ’ όλο που ο κριτικός ρεαλισμός συνδέεται με αυτά τα θεωρητικά φιλοσοφικά και κοινωνιολογικά ρεύματα αποτελεί μια μοναδική σύνθετη φιλοσοφική και επιστημολογική προσπάθεια για περισσότερη εγκυρότητα χωρίς a priori προσεγγίσεις της κοινωνικής πραγματικότητας.

Στον πυρήνα της ρεαλιστικής φιλοσοφικής οπτικής, στον οποίο βασίζεται και ο κριτικός ρεαλισμός, βρίσκεται η θέση ότι η πραγματικότητα υφίσταται αντικειμενικά πέρα από την εμπειρία που το υποκείμενο έχει για αυτήν και πέρα από την ερμηνεία που δίνει σ’ αυτήν (Outhwaite, 1987, pp. 19-20). Συνεπώς, η πραγματικότητα δεν αποτελεί μια ερμηνευτική υπόθεση αλλά μια αυθύπαρκτη κατάσταση, ένα υπαρκτό δεδομένο. Ουσιαστικά, ο κριτικός ρεαλισμός είναι μια προσπάθεια σύνθεσης μακροκοινωνιολογικών και μικροκοινωνιολογικών προσεγγίσεων με στόχο μια αντικειμενικότερη και πληρέστερη ανάλυση της κοινωνικής πραγματικότητας. Ειδικότερα ο κριτικός ρεαλισμός αποτελεί μια προσπάθεια υπέρβασης του δομιστικού αναγωγισμού στην ανάλυση των δομών αλλά και της υποκειμενικής προσέγγισης της ανθρώπινης δράσης. Όπως και η θεωρία του Bourdieu, η θεωρία του Bhaskar επιχειρεί να άρει τον διαχωρισμό μικροκοινωνιολογικής και μακροκοινωνιολογικής ανάλυσης της κοινωνίας. Η ενοποίηση του επιπέδου του δρώντος υποκειμένου με το επίπεδο των δομών αποτελεί το βασικό ζήτημα του κριτικού ρεαλισμού (Archer, 1988, pp. 528-529; Ritzer, 2012).

Η διαφορά του κριτικού ρεαλισμού από τις άλλες θεωρητικές προσπάθειες που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο της ενοποίησης του μάκρο και μίκρο επιπέδου είναι ότι ο κριτικός ρεαλισμός δεν στηρίζεται σε κάποια προσέγγιση υπέρ της δομής, υπέρ της δράσης ή υπέρ κάποιου άλλου τρίτου ενδιάμεσου των δύο επιπέδου. Αλλά διατηρεί το διαχωρισμό δομής και δράσης και τον θεωρεί ουσιαστικό χαρακτηριστικό της πραγματικότητας αλλά και εργαλείο για την ανάλυση της κοινωνικής πραγματικότητας. Μέσω αυτής της προσέγγισης ο κριτικός ρεαλισμός αναλύει την κοινωνική πραγματικότητα ως ένα πλέγμα επιπέδων μεταξύ δομής και δράσης που καταφέρνει να διατηρεί την πολυεπίπεδη λειτουργία του χωρίς κάθε φορά να υποβαθμίζει το ρόλο των επί μέρους στοιχείων του. Αυτή είναι η πρωτοτυπία του κριτικού ρεαλισμού σε σχέση με τα προηγούμενα θεωρητικά ρεύματα στο χώρο της κοινωνιολογικής θεωρίας και στο χώρο της κοινωνικής έρευνας.

Βασικό γνώρισμα του κριτικού ρεαλισμού είναι η τριπλή ανάλυση της επιστημονικής θεωρίας ή θεωρητικής υπόθεσης που χρησιμοποιείται στο πλαίσιο της ερευνητικής διαδικασίας. Συγκεκριμένα η κριτικορεαλιστική θεωρία χαρακτηρίζεται από τρεις θεωρητικές βάσεις, τον οντολογικό ρεαλισμό (ontological realism), τον κριτικό ρασιοναλισμό (judgemental rationalism) και τον επιστημονικό σχετικισμό (scientific relativism) (Bhaskar, 2008, p. xix; Craib, 2011, pp. 21-25).

Ο κριτικός ρεαλισμός είναι ένα οντολογικό φιλοσοφικό και επιστημονικό ρεύμα, εστιάζει δηλαδή στην οντολογική αναγνώριση μιας αντικειμενικής πραγματικότητας έξω από την αντίληψη των υποκειμένων. Κατά τον κριτικό ρεαλισμό κάθε ουσιαστική επιστημονική μέθοδος προϋποθέτει την οντολογική παραδοχή μιας αντικειμενικής πραγματικότητας η οποία εξετάζεται μέσω της έρευνας. Χωρίς αυτήν αυτή την βασική αρχή η οποία διέπει την θεωρητική φιλοσοφική οπτική του κριτικού ρεαλισμού είναι αδύνατη οποιαδήποτε προσπάθεια όχι μόνο ανάλυσης και ερμηνείας αλλά και αντικειμενικής προσέγγισης της κοινωνικής πραγματικότητας στο σύνολο της. Είναι σαφές ότι ο κριτικός ρεαλισμός επιδιώκει να άρει οποιαδήποτε σκεπτικιστική, ιδεαλιστική και εμπειριστική αμφιβολία που μπορεί να οδηγήσει όχι μόνο στην αμφισβήτηση της πραγματικότητας αλλά και στην μετατροπή του ερευνητικού έργου σε ένα «παιχνίδι» ερμηνειών και semantics, γεγονός που θα στερούσε πλήρως την δυνατότητα οποιασδήποτε αντικειμενικής προσέγγισης της πραγματικότητας μέσω της ερευνητικής διαδικασίας και ουσιαστικά της ανθρώπινης εμπειρίας.

Επίσης ο κριτικός ρεαλισμός επιδιώκει να ελέγξει τον κίνδυνο των a priori αναλύσεων που μπορεί να οδηγήσουν σε ντετερμινιστικές και αναγωστικές ερμηνείες των κοινωνικών δεδομένων. Παράλληλα λοιπόν για αυτόν τον σκοπό υιοθετεί τον κριτικό ρασιοναλισμό. Ο κριτικός ρασιοναλισμός εστιάζει στην κριτική ανάλυση των επιστημονικών υποθέσεων ώστε να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα που ερμηνεύουν Εστιάζει στην ίδια την πραγματικότητα και όχι στην θεωρία που την ερμηνεύει. Ειδικότερα ερμηνεύει στο πως θα έπρεπε η πραγματικότητα να λειτουργεί προκειμένου η υπό εξέταση θεωρία να ανταποκρίνεται σ’ αυτή στο πεδίο της ερευνητικής διαδικασίας. Η συνεχής επαναξιολόγηση των πορισμάτων της ανάλυσης της κοινωνικής πραγματικότητας προϋποθέτει την συνεχή επαναξιολόγηση της θεωρητική υπόθεσης που διατυπώνεται. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο κριτικός ρεαλισμός συνδέεται άμεσα με την grounded theory και την ποιοτική έρευνα εφόσον στοχεύει σε μια όσο περισσότερο πιο αντικειμενική και πολυδιάστατη απεικόνιση της πραγματικότητας με τα υποκείμενα που κατοικούν εντός της και όχι απλά την ανάδειξη των δυνάμεων πίσω από αυτήν.

Τέλος, κατά τον επιστημονικό σχετικισμό κάθε επιστημονική θεωρία είναι το προϊόν της ιστορικής κοινωνικής πραγματικότητας όπου αυτή έχει αναπτυχθεί. Είναι λοιπόν εμποτισμένη από τα πολιτιστικά στοιχεία της περιόδου αυτής. Είναι απαραίτητο λοιπόν να εξετάζονται τα τυχόν πολιτισμικά χαρακτηριστικά μιας θεωρίας που πιθανόν να αλλοιώνουν την ουσιαστική εγκυρότητα αυτής της θεωρίας. Και οι τρεις διαστάσεις του κριτικού ρεαλισμού (οντολογικός ρεαλισμός, κριτικός ρασιοναλισμός, επιστημονικός σχετικισμός) αποτελούν δικλείδες ασφαλείας της εγκυρότητας της θεωρίας του κριτικού ρεαλισμού.

Σύμφωνα με την θεωρητική αυτή βάση, η Archer επιχειρεί να αναπτύξει την δική της κριτικορεαλιστική οπτική και να διευρύνει τους ορίζοντες εξέτασης της έννοιας της κοινωνικής δομής.

 

ΙΙ. Margaret Archer: κουλτούρα και κοινωνικές δομές

Με το έργο της η Archer επιδιώκει να εξηγήσει το φαινόμενο της δράσης και της δομής. Η Archer προτείνει τον αναλυτικό δυϊσμό σαν απάντηση στα προβλήματα των ολιστικών-μονιστικών προσεγγίσεων της κοινωνίας. Για την Archer, τόσο η δομή όσο και η δράση είναι οντολογικά ξεχωριστές (Mouzelis , 2007, pp. 307-332) [1] . Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι υφίστανται ανεξάρτητα η μια από την άλλη. Η δομή τροφοδοτεί την δράση και η δράση την δομή. H Archer ακολουθώντας την ρεαλιστική προσέγγιση του Bhaskar αντιμετωπίζει το πρόβλημα της ενοποιητικής δομοποίησης του Giddens. Κατά την Archer, οι δομές είναι το αποτέλεσμα προηγούμενης δράσης των υποκειμένων, για παράδειγμα η δράση των προηγούμενων γενιών δημιουργεί δομές που επηρεάζουν τις επόμενες. Το γεγονός αυτό της «επιμονής» των δομών  στον χρόνο ακόμη και αν οι δρώντες επιχειρούν να αλλάξουν αυτές τις δομές αποτελεί μια απόδειξη της αυτονομίας των δομών.

Οι δομές διακρίνονται σε πολιτισμικές δομές (γλώσσα, θρησκείες, αξίες κλπ) και κοινωνικές δομές (κοινωνική, οικονομική, πολιτική οργάνωση). Πολιτισμός και κοινωνία αλληλοτροφοδοτούνται και αλληλοεπηρεάζονται. Οι πολιτισμικές δομές παράγουν την πολιτισμική αλληλεπίδραση και η δεύτερη την πολιτισμική αναπαραγωγή η οποία επηρεάζει τις κοινωνικές δομές που παράγουν την κοινωνική αλληλεπίδραση η οποία αντίστοιχα προωθεί την κοινωνική αναπαραγωγή (Archer, 1998, pp. 503-543; Archer , 1995)[2]. Από το τελευταίο στάδιο της μορφογενετικής διαδικασίας στο κοινωνικό πλαίσιο προκύπτουν επαναλήψεις ή αλλαγές στο πολιτισμικό πλαίσιο που ανατροφοδοτούν την όλη μορφογενετική διαδικασία από την αρχή. Το κοινωνικό-πολιτισμικό μοντέλο της Archer ουσιαστικά επιχειρεί να άρει το δίλημμα της ισχύος του ιδεολογικού και του υλιστικού πεδίου χωρίς να αίρεται η μαρξιστική προσέγγιση της σημασίας των κοινωνικό-οικονομικών συνθηκών στην διαμόρφωση της κοινωνικής πραγματικότητας. Κατά την προσέγγιση αυτή οι δομές δεν λειτουργούν μηχανιστικά στην δράση αλλά καθοδηγητικά. Ένα πλέγμα ανταμοιβών και πιθανού κόστους καθοδηγεί την συμπεριφορά των υποκειμένων χωρίς να αποκλείει την τυπικά ελεύθερη επιλογή τους.

Για παράδειγμα, στο δημόσιο δίκαιο της υγείας, ένας ασθενής με ήπια και προσωρινά προβλήματα υγείας, προκειμένου να αποφύγει τις καθυστερήσεις σε μια μονάδα δημόσιας υγείας, ενδέχεται να επιλέξει ένα ιδιωτικό ιατρείο, σταθμίζοντας το οικονομικό κόστος της επίσκεψης σε σχέση με το κόστος του χρόνου αναμονής. Ωστόσο, όταν οι οικονομικοί του πόροι είναι περιορισμένοι, η επιλογή αυτή καθίσταται μη διαθέσιμη, με αποτέλεσμα να προσφεύγει αναγκαστικά στη δημόσια υπηρεσία, γεγονός που μπορεί να του στερήσει ακόμη και ημέρες εργασίας και να αυξήσει συνολικά το ατομικό του κόστος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι κοινωνικές ανισότητες αποτυπώνονται έμπρακτα, καθώς το κόστος επιβαρύνει δυσανάλογα τα άτομα με λιγότερους πόρους, ενώ παράλληλα οι καθυστερήσεις ενδέχεται να επιδεινώσουν και την κατάσταση της υγείας τους.

Αντίστοιχοι μηχανισμοί μπορούν να παρατηρηθούν και σε άλλα πεδία του δικαίου: στο εργατικό δίκαιο, ένας εργαζόμενος μπορεί να αποδέχεται δυσμενείς όρους απασχόλησης λόγω της επισφαλούς του θέσης και του φόβου της ανεργίας· στο φορολογικό δίκαιο, μια μικρή επιχείρηση ενδέχεται να καταφεύγει σε πρακτικές φοροαποφυγής για να διασφαλίσει την επιβίωσή της σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον· ενώ στο διοικητικό δίκαιο, ένας πολίτης μπορεί να αποθαρρύνεται από τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του εξαιτίας του κόστους, της χρονικής διάρκειας και της γραφειοκρατίας των διαδικασιών. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η δράση των υποκειμένων δεν είναι απολύτως ελεύθερη, αλλά διαμορφώνεται εντός ενός πλαισίου δομικών περιορισμών και κινήτρων. Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται η σημασία των κεκτημένων συμφερόντων (vested interests), όπως τα προσεγγίζει η μορφογενετική θεωρία, τα οποία συνδέονται με τις δομικά προσδιορισμένες κοινωνικές θέσεις των ατόμων και ωθούν τα υποκείμενα να ακολουθούν συγκεκριμένες στρατηγικές δράσης με στόχο τη διασφάλιση ή τη βελτίωση της θέσης τους, ακόμη και όταν αυτές οι επιλογές δεν ανταποκρίνονται πλήρως στη βούλησή τους. Όπως διαπιστώνει και ο Porpora ένας καπιταλιστής έχει την ελευθερία να μην ασχοληθεί με την μεγιστοποίηση του κέρδους του αν όμως το κάνει αυτό θα πάψει να είναι καπιταλιστής (Porpora , 1989, p. 208) .

Ουσιαστικά τα συμφέροντα συνδέονται με το σχετικό ατομικό κέρδος που μπορεί να αποκομίσει το άτομο και όχι με την απόλυτη ευημερία.  Έτσι το υποκείμενο απλά προσπαθεί να βελτιώσει την θέση του μέσα στις υπάρχουσες συνθήκες που επιβάλλουν οι δομές χωρίς να μπορεί να επιδιώξει μια διαφορετική οδό δράσης που θα μπορούσε να οδηγήσει σε συλλογική και αποτελεσματικότερη διαπραγμάτευση των προβλημάτων που κομίζουν οι επιβαλλόμενοι κοινωνικοί και οικονομικοί περιορισμοί.

 

ΙΙΙ. Tony Lawson: κοινωνική θέση και οντολογία των νομικών μορφών

Ο Lawson επιχειρεί να αναλύσει τον δομικό χαρακτήρα της λειτουργίας του δικαίου μέσα από το κριτικορεαλιστικό μοντέλο. Σημαντικό ρόλο στη προσπάθεια αυτή έχουν οι θεωρίες του πάνω στην κοινωνική τοποθέτηση και στην οντολογία των νομικών μορφών (ontology of legal forms).

Στο The Nature of Social Reality εισάγει τη θεωρία της κοινωνικής τοποθέτησης του Lawson. Ως κοινωνική οντολογία, η θεωρία κοινωνικής τοποθέτησης του Lawson εδράζεται στον φιλοσοφικό ρεαλισμό.  Θεμελιώδεις έννοιες της θεωρίας αυτής είναι οι εξής (Lawson, 2019, pp. 12-18, 31-73; Morgan, 2020, p. 139):

  • Ανάδυση (Emergence): Η έννοια της ανάδυσης αναφέρεται στο γεγονός ότι οι οργανωμένες συνθέσεις ανθρώπων και υλικών στοιχείων συγκροτούν κοινωνικά μορφώματα τα οποία εμφανίζουν ιδιότητες που δεν μπορούν να αναχθούν απλώς στα επιμέρους συστατικά τους. Οι ιδιότητες αυτές προκύπτουν από τον ιδιαίτερο τρόπο οργάνωσης και αλληλεπίδρασης των στοιχείων που τα συγκροτούν. Κατ’ επέκταση, η κοινωνική πραγματικότητα μπορεί να γίνει κατανοητή ως ένα διαρκώς εξελισσόμενο σύνολο τέτοιων αναδυόμενων μορφών, οι οποίες συνιστούν αλληλοσυνδεόμενα και εν μέρει ιεραρχημένα υποσυστήματα.
  • Κοινότητα (Community): Η έννοια της κοινότητας αναφέρεται σε ένα διακριτό και αναγνωρίσιμο τμήμα της κοινωνίας, το οποίο διαθέτει έναν βαθμό οργάνωσης. Στο πλαίσιο αυτό, τόσο τα άτομα όσο και τα υλικά στοιχεία εντάσσονται σε συγκεκριμένες «θέσεις» εντός της κοινότητας, οι οποίες συμβάλλουν στη διαμόρφωση των σχέσεων και της λειτουργίας της.
  • Θέσεις (Positions): Η έννοια των θέσεων αναφέρεται σε κοινωνικά καθορισμένους ρόλους που υφίστανται για συγκεκριμένο λόγο, χωρίς αυτό να συνεπάγεται απαραίτητα μια λειτουργιστική ερμηνεία της κοινωνικής πραγματικότητας. Οι θέσεις αυτές φέρουν συνήθως ονομασίες και συμβάλλουν στη συγκρότηση των κοινωνικών ταυτοτήτων, ενώ συχνά συνοδεύονται από συμβολικά ή υλικά αναγνωριστικά. Τα άτομα που τις καταλαμβάνουν διαθέτουν ορισμένα χαρακτηριστικά ή ικανότητες που τις καθιστούν κατάλληλες για αυτές, αλλά ταυτόχρονα αντλούν από τη θέση επιπλέον δυνατότητες, εξουσίες ή περιορισμούς που απορρέουν από την ίδια τη θεσμική της ύπαρξη.
  • Δικαιώματα και υποχρεώσεις (Rights and obligations): Η έννοια των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αναφέρεται στις θεσμικά κατοχυρωμένες δυνατότητες και δεσμεύσεις που απορρέουν από μια συγκεκριμένη κοινωνική θέση. Καθορίζουν τόσο το τι επιτρέπεται ή μπορεί να πράξει ένα άτομο όσο και το τι οφείλει ή αναμένεται να πράξει στο πλαίσιο του ρόλου που κατέχει. Παράλληλα, δεν λειτουργούν μεμονωμένα, αλλά επηρεάζουν και άλλα υποκείμενα, συγκροτώντας σχέσεις αμοιβαιότητας και αντιστοίχισης, όπου τα δικαιώματα του ενός συνδέονται με τις υποχρεώσεις του άλλου και αντίστροφα.

Παρατηρείται ότι η έννοια της κοινωνικής θέσης διαπερνά την θεωρία του Lawson, συνδέοντας μέσω του κριτικού ρεαλισμού δομή και δράση. Όπως ο ίδιος διαπιστώνει, η κοινωνική πραγματικότητα συγκροτείται σε σημαντικό βαθμό από πλέγματα αλληλοσυνδεόμενων και εσωτερικά συναρθρωμένων συλλογικών πρακτικών, οι οποίες συχνά αναδύονται αυθόρμητα. Οι πρακτικές αυτές φέρουν και εκφράζουν δικαιώματα και υποχρεώσεις —συχνά αντικείμενα διαμάχης— που διαμορφώνουν τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων ως φορέων συγκεκριμένων θέσεων μέσα σε οργανωμένες κοινότητες, όπου οι ίδιες οι θέσεις και οι πρακτικές συνιστούν βασικές ιδιότητες των κοινωνικών μορφωμάτων. Υπό αυτή την οπτική, η κοινωνική πραγματικότητα εμφανίζεται αφενός ως ένα ήδη δοσμένο πλαίσιο για τα άτομα τη στιγμή που δρουν, λειτουργώντας ως συνήθως μη συνειδητή συνθήκη των τοποθετημένων πρακτικών τους, και αφετέρου ως κάτι που αναπαράγεται ή και μετασχηματίζεται μέσα από τη συνολική έκβαση αυτών των πρακτικών, συχνά χωρίς ρητή πρόθεση εκ μέρους των δρώντων (Lawson, 2015).

Στο πλαίσιο της κοινωνικής οντολογίας του Lawson, το δίκαιο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα απλό τεχνικό ή εργαλειακό σύστημα κανόνων, αλλά ως θεμελιώδης μηχανισμός συγκρότησης της κοινωνικής τάξης. Το νομικό σύστημα, ως κρατικός θεσμός με την εξουσία να διαμορφώνει, να γενικεύει και να επιβάλλει κανόνες συμπεριφοράς, καθιστά δυνατή την οργάνωση σύνθετων κοινωνιών με εκτεταμένο καταμερισμό εργασίας και στηρίζει τη λειτουργία των αγορών, επιτρέποντας μορφές συντονισμού που δεν θα μπορούσαν να προκύψουν από αποκλειστικά ιδιωτικές πρωτοβουλίες. Σε αυτό το πλαίσιο, το κράτος δικαίου αναδεικνύεται ως κεντρικό θεσμικό ιδεώδες, καθώς δεν περιορίζεται στη ρύθμιση της κοινωνικής ζωής, αλλά θεμελιώνει ένα κανονιστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η εξουσία ασκείται μέσω γενικών, απρόσωπων και προβλέψιμων κανόνων (Deakin, 2017, p. 1520).

Παράλληλα, το δίκαιο, εντός του κράτους δικαίου, δεν λειτουργεί μόνο ως μηχανισμός σταθεροποίησης υπαρχουσών κοινωνικών πρακτικών, αλλά και ως πεδίο αξιολόγησης τους με βάση αρχές δικαιοσύνης που εκφράζουν θεμελιώδεις κοινωνικές αξίες. Μέσα από αυτό το κανονιστικό πλαίσιο καθίσταται δυνατή η ανάδειξη και η αμφισβήτηση των ανισοτήτων που παράγει η οικονομία της αγοράς, με αναφορά στις αρχές της ισότητας, της ελευθερίας και της έννομης προστασίας που συγκροτούν τον πυρήνα του κράτους δικαίου. Έτσι, το κράτος δικαίου λειτουργεί ταυτόχρονα ως μηχανισμός οργάνωσης της κοινωνικής τάξης (order) και ως χώρος κριτικής των ίδιων των κοινωνικών σχέσεων, δημιουργώντας ένα πεδίο μέσα στο οποίο οι κοινωνικές αδικίες μπορούν να αναγνωριστούν, να τεθούν σε δημόσιο λόγο και ενδεχομένως να μετασχηματιστούν (Deakin, 2017, p. 1520)

Σημαντική η ανάλυση του Lawson πάνω στην νομική μορφή της εταιρίας. Η επιχειρηματολογία του Lawson ότι η νομική μορφή της εταιρείας πρέπει, για να είναι νοηματοδοτημένη, να παραπέμπει σε έναν υπαρκτό ή δυνητικό κοινωνικό αναφερόμενο, δηλαδή σε μια «κοινότητα» αλληλοσυνδεόμενων κοινωνικών και συμπεριφορικών πρακτικών, απορρέει άμεσα από τη ρεαλιστική υλιστική κοινωνική του οντολογία και την αντιδιαστέλλει με την προσέγγιση του John Searle, ο οποίος ερμηνεύει την κοινωνική πραγματικότητα κυρίως μέσα από τις δηλωτικές γλωσσικές πράξεις και τις θεσμικές δηλώσεις. Η θέση αυτή συνεπάγεται ότι η εταιρεία δεν αποτελεί απλώς ένα γλωσσικό ή θεσμικό κατασκεύασμα, αλλά συνδέεται με συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις και πρακτικές που της προσδίδουν πραγματική αναφορά, έστω και αν αυτή δεν ταυτίζεται πλήρως με τη νομική της μορφή. Η κατανόηση αυτή της οντολογίας των νομικών μορφών έχει σημαντικές επιπτώσεις για τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται η έρευνα στο πεδίο του δικαίου, καθώς και για τη μελέτη της σχέσης του με την οικονομική ανάπτυξη και τη μεγέθυνση (Deakin, 2017, pp. 1511, 1518).

Συνοψίζοντας, η έννοια της κοινωνικής θέσης και η οντολογία των νομικών μορφών αναδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο το δίκαιο συγκροτεί και οργανώνει την κοινωνική πραγματικότητα σε δομικό επίπεδο. Οι νομικές μορφές δεν αποτελούν απλώς αφηρημένες κανονιστικές κατασκευές, αλλά συνδέονται άμεσα με συγκεκριμένες κοινωνικές πρακτικές και σχέσεις, εντός των οποίων τα άτομα καταλαμβάνουν καθορισμένες θέσεις. Κάθε τέτοια θέση συνοδεύεται από ένα σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, τα οποία καθορίζουν τόσο τα περιθώρια δράσης όσο και τους περιορισμούς των υποκειμένων, εντάσσοντάς τα σε ένα ευρύτερο πλέγμα κοινωνικών αλληλεπιδράσεων.

 

Εν κατακλείδι…

Ο κριτικός ρεαλισμός, παρά τη συμβολή του στην ανάδειξη του δικαίου ως σχετικά αυτόνομης κοινωνικής δομής με πραγματική οντολογική υπόσταση, επιτρέπει επίσης την κριτική θεώρηση των περιορισμών και των αρνητικών συνεπειών που αυτή η δομική διάσταση μπορεί να συνεπάγεται. Το δίκαιο ως δομή δεν λειτουργεί μόνο ως μηχανισμός οργάνωσης και σταθεροποίησης της κοινωνικής ζωής, αλλά και ως πλαίσιο που ενσωματώνει και αναπαράγει υφιστάμενες σχέσεις ισχύος και ανισότητας. Η θεσμική του συγκρότηση, στο μέτρο που βασίζεται σε γενικούς και απρόσωπους κανόνες, ενδέχεται να αποκρύπτει τις υλικές και κοινωνικές διαφοροποιήσεις που καθορίζουν την πραγματική δυνατότητα πρόσβασης των υποκειμένων σε δικαιώματα και ευκαιρίες.

Υπό αυτή την έννοια, το δίκαιο ως δομή δεν είναι ουδέτερο, αλλά φέρει εντός του συγκεκριμένες ιστορικά διαμορφωμένες κανονιστικές και εξουσιαστικές λογικές. Οι δομικοί περιορισμοί που επιβάλλει δεν κατανέμονται ισότιμα, αλλά επηρεάζουν με διαφορετική ένταση τα κοινωνικά υποκείμενα, ανάλογα με τη θέση τους στο ευρύτερο κοινωνικοοικονομικό σύστημα. Έτσι, ενώ το κράτος δικαίου προβάλλεται ως εγγυητής της ισότητας και της ελευθερίας, στην πράξη μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός τυπικής εξίσωσης άνισων όρων, νομιμοποιώντας έμμεσα υφιστάμενες ανισότητες μέσω της γενικότητας και της αφαιρετικότητας των κανόνων του.

Η δομική διάσταση του δικαίου, όπως αναδεικνύεται μέσα από τον κριτικό ρεαλισμό και τη θεωρία της κοινωνικής τοποθέτησης, συνδέεται επίσης με τη διαδικασία αναπαραγωγής θεσμικών «κεκτημένων συμφερόντων», τα οποία ενσωματώνονται στις νομικές μορφές και στις κανονιστικές ρυθμίσεις. Με τον τρόπο αυτό, το δίκαιο μπορεί να συμβάλλει όχι μόνο στη ρύθμιση, αλλά και στη σταθεροποίηση σχέσεων εξουσίας, περιορίζοντας τις δυνατότητες ουσιαστικής κοινωνικής μεταβολής. Ακόμη και όταν παρέχει πεδία διεκδίκησης και αμφισβήτησης, αυτά παραμένουν εντός ενός πλαισίου που έχει ήδη δομικά καθοριστεί.

Συνεπώς, το δίκαιο ως δομή εμφανίζεται ταυτόχρονα ως μηχανισμός κοινωνικής οργάνωσης και ως πεδίο αναπαραγωγής ανισοτήτων, γεγονός που αναδεικνύει την εγγενή του αμφισημία. Η κατανόηση αυτής της αρνητικής διάστασης δεν αναιρεί τη σημασία του δικαίου, αλλά υπογραμμίζει ότι η λειτουργία του δεν μπορεί να αποσπαστεί από τις δομικές συνθήκες μέσα στις οποίες παράγεται και εφαρμόζεται, ούτε από τις σχέσεις ισχύος που ενσωματώνει και αναπαράγει.

 

[1] Στην κριτική που ασκείται από τον Μουζέλη στο έργο της Archer αναφέρεται στο ότι σαφώς η κριτική που ασκεί η ίδια στον Giddens ορθά αναδεικνύει τις αδυναμίες της μη διάκρισης δομής-δράσης όμως δεν αναλύει τις αιτιακές δυνάμεις των δομών και των δρώντων . Η εισαγωγή του «εξουσιαστικού-ιεραρχικού χώρου» για να εξηγηθούν αυτές οι αιτιακές δυνάμεις στην ουσία εισάγει μια «τρίτη δύναμη» αναιρώντας όλο το μοντέλο της μορφογένεσης. Αυτή η προσέγγιση δεν θεωρείται κατάλληλη διότι κάνει αυτό για το οποίο κατηγορεί τον Giddens οδηγείται σε μια μονόπλευρη προσέγγιση. Εισάγει δηλαδή μια τρίτη παράμετρο που υπερβαίνει ακόμη και την επιρροή των δομών. Βεβαίως, η οντολογική προσέγγιση του αναλυτικού δυϊσμού παραμένει σημαντική πρώτον γιατί διατηρεί την χρονική αλληλουχία δομή-δράση, δράση-δομή χωρίς να «θολώνει» τον διαχωρισμό δομή-δράση και δεύτερον λαμβάνει υπόψιν του την ιστορική-χρονική διάσταση των δομών. Αντίθετα η τοποθέτηση του Μουζέλη απομακρυνόμενη από μαρξιστικές επιρροές δεν εξηγεί την προέλευση των ιεραρχικά τοποθετημένων δρώντων.

[2] Στο παρακάτω σχήμα αποκαλύπτεται η διαλεκτική σχέση κοινωνικού και πολιτισμικού πεδίου:

Βιβλιογραφία

Archer , M., 1995. Realist social theory the morphogenetic approach. Cambridge : University Press.

Archer, M., 1988. Culture and Agency: The Place of Culture in Social Theory. Cambridge Eng: Cambridge University Press.

Archer, M., 1998. Addressing the cultural system. In: Readings, Critical Realism Essential. London-New York: Routledge, pp. 503-543.

Bhaskar, R., 2008. A realist theory of science. London and New York: Routlegde: Taylor and Francis Group.

Craib, I., 2011. Σύγχρονη Κοινωνική Θεωρία. Αθήνα: Τόπος.

Deakin, S., 2017. Tony Lawson’s Theory of the Corporation:. Cambridge Journal of Economics, Issue 41, p. 1505–1523.

Lawson, T., 2015. ‘Comparing conceptions of social ontology: emergent social entities and/or institutional facts?. Journal for the Theory of Social Behaviour.

Lawson, T., 2019. The Nature of Social Reality: Issues in Social Ontology. London: Routledge.

Morgan, J., 2020. Tony Lawson, economics and the theory of social positioning. Real-World Economics Review, Issue 91, pp. 132-145.

Mouzelis , N., 2007. Social causation: between social constructionism and critical realism. Επιστήμη και Κοινωνία: Επιθεώρηση Πολιτικής και Ηθικής Θεωρίας, Volume 17, pp. 307-332.

Outhwaite, W., 1987. New Philosophies of Social Science: realism, hermeneutics and critical theory. Houndmills, Basingstoke, Hampshire and London: MACMILLAN EDUCATION LTD.

Porpora , D., 1989. ‘Four concepts of social structure’. Journal for the Theory of Social, 19(2), p. 208.

Ritzer, G., 2012. Σύγχρονη Κοινωνιολογική Θεωρία. Αθήνα: Κριτική.

Σχετικές αναρτήσεις