Το νεοφιλελεύθερο νομικό πλαίσιο στην υγεία

Βρασίδας Πολυμενάκος, Mεταδιδάκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου, ΔΝ

Το άρθρο αποτελεί την εισήγηση μου στην ημερίδα «Συνταγματική αναθεώρηση, δημοκρατία και κοινωνικά δικαιώματα» (11/12/2025) που διοργανώθηκε από το Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου σε συνεργασία με τον Όμιλο Μαρξιστικών Ερευνών. Το κείμενο θα δημοσιευτεί και στο ηλεκτρονικό περιοδικό του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου εντός του 2026.

Ι. Εισαγωγή

Η επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού συνδέθηκε με την αποδυνάμωση του παραδοσιακού μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους και με την επιλογή του κεφαλαίου να εντείνει την καπιταλιστική συσσώρευση προκειμένου να διασώσει τα κεκτημένα της ανώτερης τάξης. Τα κεκτημένα της οποίας απειλούνταν λόγω της εφαρμογής της αναδιανεμητικής κοινωνικής πολιτικής – όσο αυτό επιτρεπόταν στο πλαίσιο της καπιταλιστικής οργάνωσης της κοινωνίας – αλλά και λόγω της έντασης των κοινωνικών διεκδικήσεων την λεγόμενη «χρυσή περίοδο» της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη.

Η Ελλάδα ακολούθησε, όπως οι περισσότερες χώρες, την σταδιακή υιοθέτηση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου στην οργάνωση και λειτουργία του κράτους. Η εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης ατζέντας στην Ελλάδα είχε ξεκινήσει νωρίτερα της οικονομικής κρίσης αλλά εντατικοποιήθηκε την μνημονιακή περίοδο με μέτρα προώθησης ελαστικών σχέσεων εργασίας, κεφαλαιοποίησης της κοινωνικής ασφάλισης, ιδιωτικοποίησης της υγείας και εμπορευματοποίησης της εκπαίδευσης. Μάλιστα μέτρα όμοιας λογικής εφαρμόστηκαν και μετά την αποχώρηση της χώρας από τα μνημονιακά δεσμά γεγονός που απέδειξε ότι η επίκληση της προσωρινότητας των μνημονιακών ρυθμίσεων ήταν έωλη αν όχι προσχηματική.

Ειδικότερα, στην περίπτωση της δημόσιας υγείας ο νεοφιλελευθερισμός επιδιώκει τον επανασχεδιασμό της οργάνωσης και λειτουργίας των δημόσιων υπηρεσιών υγείας με όρους κόστους-οφέλους. Για παράδειγμα, η δυνατότητα που δόθηκε στο ιατρικό προσωπικό του ΕΣΥ για εργασία εκτός του δημοσίου φορέα, αποτελεί παραβίαση του πλήρους και αποκλειστικού χαρακτήρα της απασχόλησης των ιατρών στο ΕΣΥ.

ΙΙ. Η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία στην οργάνωση της υγείας

Στο νεοφιλελεύθερο νομικό πλαίσιο, η επικράτηση της επιχειρησιακής λογικής στην οργάνωση του ΕΣΥ και η προώθηση της ιδιωτικής υγείας δημιουργούν ένα περιβάλλον φιλικό για την ιδιωτική πρωτοβουλία στην υγεία. Το κράτος όλο και περισσότερο καθίσταται «ρυθμιστής» του κόστους των υπηρεσιών υγείας από διαμορφωτής ενός ενιαίου προγράμματος πολιτικής δημόσιας υγείας. Στην υγεία αναδεικνύεται καθαρότερα το πρόταγμα για ελάχιστη συμμετοχή του κράτους στην αγορά και εν προκειμένω στην αγορά της υγείας. Στο πλαίσιο αυτό, οι σταθερές σχέσεις εργασίας στον χώρο της υγείας αποτελούν ένα εμπόδιο για την περαιτέρω ανάπτυξη της δομής της επιχείρησης στις δημόσιες υγειονομικές μονάδες. Στο πεδίο του δικαίου, επιχειρήθηκε η δημιουργία ενός νομοθετικού πλαισίου που ευνοούσε την ύπαρξη εργαζομένων με διαφορετικά καθεστώτα απασχόλησης σ’ όλες τις βαθμίδες υγειονομικής φροντίδας (ΠΦΥ, ΔΦΥ, ΤΦΥ).

Εκτός από την εισαγωγή ελαστικών όρων εργασίας στο χώρο της δημόσιας υγείας, μια άλλη σημαντική και αναμενόμενη στρατηγική για την επέκταση της μορφής της επιχείρησης στο ΕΣΥ είναι η περαιτέρω συνεργασία δημοσίου και ιδιωτικού φορέα. Ο θεσμός των ΣΔΙΤ δημιουργήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο από τις κυβερνήσεις των Θάτσερ και Μπλερ, προκειμένου να αξιοποιηθεί το εργαλείο της ιδιωτικής χρηματοδότησης. Στην Ελλάδα, πριν το πρώτο μνημόνιο, ο Ν. 3389/2005 καθόρισε το περιεχόμενο των ΣΔΙΤ στην υγεία (Δαμιανάκης, 2023, σσ. 76-77; Βατικιώτης, 2020). Επίσης, το ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο της ενιαίας αγοράς και των κριτηρίων του Μάαστριχτ διασφάλισε ένα ευνοϊκό ρυθμιστικό περιβάλλον για την εφαρμογή των ΣΔΙΤ (Seretis, Sotiriou, Pantoularis, Poulimas, & Kondilis, 2021, pp. 63-87; Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, 2018)

Σήμερα, είναι σαφές ότι το μοντέλο της ιδιωτικής επιχείρησης δεν αποτελεί απλά ένα από τις πολλές μορφές παραγωγής στην οικονομία ενός κράτος αλλά το κυρίαρχο. Το ΕΣΥ, όπως και ήταν αναμενόμενο, δεν ήταν δυνατό να αποφύγει την αναδιοργάνωση του με ιδιωτικό-οικονομικούς όρους, δηλαδή με όρους οργάνωσης και λειτουργίας μιας επιχείρησης. Η πορεία προς ένα μοντέλο ΕΣΥ ευέλικτων εργασιακών σχέσεων και συνεργασιών με τον ιδιωτικό φορέα, σε βαθμό που ξεπερνά ακόμη και το μεικτό μοντέλο παροχής υπηρεσιών υγείας στο οποίο και στηρίχθηκε το ΕΣΥ συνδέεται άμεσα με την οργάνωση και μετατροπή του σε μια ιδιωτική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών υγείας.

Σαφώς, ο νεοφιλελευθερισμός συνδέεται άμεσα με την επέκταση των ιδιωτικών κλινικών και γενικότερα των ιδιωτικών υπηρεσιών στην υγεία για την κάλυψη των υγειονομικών αναγκών του πληθυσμού. Η ίδια η προσπάθεια του νέου νομοθετικού πλαισίου να ενισχύσει τον ρόλο του ιδιωτικού φορέα στην υγεία με πρόσχημα την κάλυψη των αδυναμιών του ΕΣΥ αποτελεί μια βαθιά πολιτικό-ιδεολογική επιλογή με στόχο την απελευθέρωση της αγοράς της υγείας.

Συνοψίζοντας, το κράτος μετατοπίζεται από τον ρόλο του ως κεντρικού σχεδιαστή και εγγυητή της καθολικής πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας προς εκείνον του ρυθμιστή της αγοράς της υγείας, ενώ η ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και η θεσμοθέτηση των ΣΔΙΤ εδραιώνουν ένα καθεστώς ιδιωτικό-οικονομικής διακυβέρνησης. Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί ουδέτερη τεχνοκρατική επιλογή, αλλά σαφής πολιτική και ιδεολογική επιλογή, εναρμονισμένη με το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα, η οποία υπονομεύει τον δημόσιο και κοινωνικό χαρακτήρα της υγείας, μετατρέποντάς την σταδιακά από κοινωνικό δικαίωμα σε εμπόρευμα.

IΙΙ. Το νέο δημόσιο δίκαιο της υγείας στο ΕΣΥ

Η εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου μοντέλου συνδέθηκε με τους τρεις μνημονιακούς νόμους τον Ν 3845/2010, τον Ν. 4046/2012 και τον Ν 4336/15. Σημαντικό να ειπωθεί ότι και οι τρεις νόμοι εντατικοποιήσαν την διαδικασία νεοφιλελευθεροποίησης κράτους, κοινωνίας και δικαίου των προηγούμενων χρόνων.

Με την είσοδο της χώρας στο πρώτο μνημονιακό νομοθετικό πλαίσιο επί κυβερνήσεως ΠΑΣΟΚ νομοθετήθηκε ουσιαστικά ένα ευρύ πλαίσιο κανόνων για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης μέσω της επιβολής μέτρων λιτότητας. Ειδικότερα, ο Ν. 3845/2010 επιδίωξε αναδιάρθρωση της οικονομίας όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο παράρτημα ΙΙ του νόμου «Οι κύριοι στόχοι του προγράμματος είναι η διόρθωση των δημοσιονομικών και εξωτερικών ανισορροπιών και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης». Αυτό σήμαινε την πρωτίστως την μείωση των δημοσίων δαπανών (α 3).

Μετά τον πρώτο μνημονιακό νόμο ακολούθησε δεύτερος, ο Ν. 4046/2012 επί κυβερνήσεως Παπαδήμου. Στο πλαίσιο των ρυθμίσεων του συγκεκριμένου νόμου προβλέφθηκε σχέδιο χρηματοδοτικής διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος. Χαρακτηριστικά στο Παράρτημα VΙ του νόμου αναφέρονται μειώσεις στις μισθολογικές δαπάνες στο δημόσιο τομέα και στα ειδικά μισθολόγια αλλά και τις δαπάνες των φαρμάκων. Ο νόμος μάλιστα τονίζει ότι επιδιώκεται η μείωση της μισθολογικής δαπάνης στην γενική κυβέρνησης στο 9% του ΑΕΠ με στόχο την ευθυγράμμιση με τις πλέον αποτελεσματικές χώρες του ΟΟΣΑ. Ακολούθως, ο Ν 4093/12 αν και αύξησε το ύψος των βασικών μισθών[1] των ιατρών του ΕΣΥ, μείωσε ουσιαστικά τα επιδόματα τους[2], πλήττοντας τα εργασιακά δικαιώματα τους.

Προς την ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και το νομοθετικό πλαίσιο του τρίτου μνημονίου το οποίο ψηφίστηκε επι κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Ο Ν. 4336/15 ρυθμίζει σε μεγάλο βαθμό θέματα μικροοφειλών, ρευστοποίησης περιουσίας και γενικότερα ζητήματα που επικεντρώνονται στην περιστολή δαπανών στον δημόσιο φορέα. Στην Παράγραφο ΣΤ’ για την ρύθμιση θεμάτων αρμοδιότητας του υπουργείου υγείας αναφέρεται ότι: «Τα όρια δαπανών υγείας για τα έτη 2016 έως 2018 είναι 1.402.000.000,00 ευρώ κατ’ έτος».

Ο Ν 4600/19, επί κυβερνήσεως ΝΔ, επιχείρησε να θέσει κανόνες στις αναδυόμενη αγορά των ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας. Για παράδειγμα όρισε το τι είναι μια ιδιωτική κλινική (α 1) αλλά και διαχώρισε τις ιδιωτικές κλινικές ανάλογα με το είδος των παρεχόμενων από αυτές υπηρεσιών υγείας σε Γενικές, Ειδικές και Μεικτές (α 16). Επίσης καθόρισε τις προϋποθέσεις για την νόμιμη λειτουργία τους με βάσει την ύπαρξη

συνολικού αριθμού κλινών (α 23 παρ 1). Αντίστοιχα με τον νόμο αυτό διατηρήθηκε η απαγόρευση της χρήσης της λέξης «νοσοκομείο» από τις ιδιωτικές κλινικές (α 33). Πρόκειται για ένα σημαντικό νομοθετικό πλαίσιο που προετοίμασε το δρόμο για περαιτέρω άμβλυνση των ορίων μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου φορέα στην υγεία και προώθησε την συμμετοχή του ιδιωτικού φορέα στην δημόσια υγεία.

Ο σχετικά πρόσφατος Ν 4999/22, επίσης της κυβέρνησης της ΝΔ, έθεσε τα θεμέλια για την πλήρη ιδιωτικοποίηση του ΕΣΥ. Αν και στον σκοπό του νόμου αναφέρεται ότι επιδιώκει να διαχειριστεί την κρίση και την επιλογή του μόνιμου ιατρικού προσωπικού που θα στελεχώσει τα νοσοκομεία του ΕΣΥ (α 1). Μάλλον εστιάζει αποσπασματικά στην αντιμετώπιση των ελλείψεων στην υγεία μέσω της δημιουργίας ενός ελαστικού πλαισίου παροχής ιατρικών υπηρεσιών, στο οποίο το ιατρικό προσωπικό «επιλέγει» τον τρόπο που θα παράσχει τις υπηρεσίες του ακόμη και μέσω του ιδιωτικού φορέα.

Για παράδειγμα ο νόμος προβλέπει την δυνατότητα προκήρυξης θέσεων ιατρών στο ΕΣΥ με καθεστώς μερικής απασχόλησης (α 7). Αναλυτικότερα ο νόμος με προσθήκη στο α 11 παρ 1 περ γ του προηγούμενου Ν 2889/01 ουσιαστικά προτείνει ότι για την αντιμετώπιση των ελλείψεων ιατρικού προσωπικού σε άγονες και προβληματικές περιοχές με έγκριση του Υπουργού Υγείας κατόπιν αιτιολογημένης εισήγησης του Διοικητή του νοσοκομείου, αν πρόκειται για θέση σε νοσοκομείο, ή του Διοικητή της οικείας Υγειονομικής Περιφέρειας, δύναται να προκηρυχθούν θέσεις ιατρικού προσωπικού μερικής απασχόλησης. Ακόμη και στην περίπτωση που οι ανάγκες συνδέονται με ελλείψεις σε συγκεκριμένες ειδικότητες (π.χ. αναισθησιολόγου, πνευμονολόγου κ.α.) δύναται να προκηρυχθούν θέσεις ιατρών με καθεστώς μερικής απασχόλησης.

Στο νομολογιακό πεδίο, η ΣτΕ Α655/2016 αποτελεί μια χαρακτηριστική περίπτωση αναγνώρισης σε νομολογιακό επίπεδο της δυνατότητα κατάργησης 1.665 οργανικών θέσεων με βάση την αξιολόγηση η οποία διενεργηθεί. Επίσης σημαντικές οι ΣτΕ, 1240/2017, ΣτΕ Ολ. 431/2018 ΣτΕ Ολ. 816/2019, 817/2019 και 819/2019 που απέρριπταν ουσιαστικά τα μισθολογικά αιτήματα του ιατρικού προσωπικού.

IV. Συμπεράσματα

Εν κατακλείδι, η υγεία, υπό το πρίσμα του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος, αποσυνδέεται σταδιακά από τη θεμελίωσή της ως καθολικό κοινωνικό δικαίωμα και επανασημασιοδοτείται ως διακινήσιμο οικονομικό αγαθό, στο οποίο η πρόσβαση διαμεσολαβείται όλο και περισσότερο από τους μηχανισμούς της αγοράς και, συνακόλουθα, από την αγοραστική ικανότητα των υποκειμένων. Εντός αυτού του πλαισίου, το κράτος δεν εξαφανίζεται, αλλά ανασυγκροτείται λειτουργικά, μετατοπιζόμενο από τον ρόλο του άμεσου παρόχου και εγγυητή της καθολικής φροντίδας προς εκείνον του ρυθμιστή της επιχειρηματικής δραστηριότητας στον χώρο της υγείας. Η προώθηση των συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, η ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και η συστηματική συγκράτηση των δημόσιων δαπανών συνιστούν κομβικά εργαλεία αυτής της αναδιάρθρωσης. Ως εκ τούτου, η κοινωνική προστασία αναδιαμορφώνεται σε ένα ελάχιστο και στοχευμένο πλέγμα παρεμβάσεων, ικανό να περιορίσει τις οξύτερες κοινωνικές εντάσεις, αλλά αδύναμο να διασφαλίσει την καθολική, ισότιμη και ποιοτική πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας για το σύνολο του πληθυσμού.

Βιβλιογραφία

Seretis, S., Sotiriou, S., Pantoularis, I., Poulimas, M., & Kondilis, E. (2021). European Union and health policy: Mechanisms of europeanization of healthcare systems. The Greek Review of Social Research(157), pp. 63-87.

Βατικιώτης, Λ. (2020). ΣΔΙΤ: Η Συντριβή του Δημοσίου Συμφέροντος από τον Ιδιωτικό Τομέα. Ανάκτηση 2024, από https://www.emdydas.gr/wp-content/uploads/2020/01/29.1.2020_ereyna_sdit.pdf

Δαμιανάκης, Ν. (2023). ΣΔΙΤ και Δημόσια Υγεία: Η ευρωπαϊκή βιοεξουσία στο Ελληνικό Δημόσιο. Στο Δ. Καλτσώνης, Λ. Βατικιώτης, Ν. Δαμιανάκης, Π. Κοσμάς, Δ. Κουλάλης, Ε. Λαζαρίδου, . . . Β. Φούσκας, Μπορεί η Ελλάδα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης; (σσ. 23-47). Αθήνα: Εκδόσεις Τόπος.

Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο. (2018). Συμπράξεις δημοσίου-ιδιωτικού φορέα στην ΕΕ: Πολλαπλές αδυναμίες και περιορισμένα οφέλη. Ειδική έκθεση 09/2018, Λουξεμβούργο.

Σχετικές αναρτήσεις