Βιβλιοκρισία: Αλέξανδρος Κριτσίκης, Η Ιδεολογικοπολιτική φυσιογνωμία της Νέας Δημοκρατίας όπως καταγράφηκε στις αναθεωρήσεις του Συντάγματος στη Μεταπολίτευση, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 2025

Διονύσης Παπατριανταφύλλου

Υποψήφιος Διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

Το παρόν βιβλίο του Αλέξανδρου Κριτσίκη αποτελεί μια ενδελεχή προσπάθεια ιχνηλάτησης των σχέσεων μεταξύ του Συντάγματος του 1975 και του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας (Ν.Δ.). Βασική θέση του συγγραφέα αποτελεί το γεγονός πως το Σύνταγμα του 1975 καθιερώνει την ιδεολογία του κοινωνικού φιλελευθερισμού «ως του ισχύοντος μέσω του συνταγματικού κανονιστικού πλαισίου πολιτικού και οικονομικού συστήματος διακυβέρνησης της χώρας».

Το βιβλίο αρθρώνεται σε δύο μέρη με ισάριθμα κεφάλαια: το πρώτο μέρος διαπραγματεύεται την έννοια των πολιτικών κομμάτων και του κοινωνικού φιλελευθερισμού, τη θέση της Ν.Δ. κατά την περίοδο εμφάνισης του νεοφιλελευθερισμού, καθώς και τις ιδεολογικές αρχές του κόμματος από το 1974 έως και σήμερα ͘ το δεύτερο μέρος εξετάζει την ιδεολογικοπολιτική φυσιογνωμία της Ν.Δ. μέσω της θέσπισης του Συντάγματος  όπως και την επίδραση του δεύτερου στο κόμμα, καθώς και τη στάση του κόμματος κατά τις αναθεωρήσεις και την ερμηνεία του Συντάγματος.

Στην εισαγωγή του βιβλίου αναφορικά με τα πολιτικά κόμματα ο συγγραφέας προσεγγίζει το κομματικό φαινόμενο ως θεσμό της νεωτερικότητας με αρμοδιότητα τη σύνδεση ανάμεσα στο κράτος και στη κοινωνία, μέσω της εναρμόνισης αντιτιθέμενων κοινωνικών συμφερόντων, ενώ τονίζεται η δισυπόστατη φύση των κομμάτων τόσο ως «παραγόντων πολιτικής εκπροσώπησης» όσο και ως «θεσμών ελέγχου της εξουσίας». Ειδική δε αναφορά γίνεται για τα ελληνικά μεταπολιτευτικά κόμματα, των οποίων κύριο χαρακτηριστικό ήταν η ταχεία μετάλλαξη από «μαζικά κόμματα» σε «κόμματα καρτέλ».

Στο κεφάλαιο για την ιδεολογία του κοινωνικού φιλελευθερισμού, ο συγγραφέας προσεγγίζει το πολιτικοϊδεολογικό αυτό ρεύμα ως κληρονομιά του κλασικού φιλελευθερισμού του 18ου και 19ου αιώνα, το οποίο ωστόσο αντιτίθεται στην άκρατη και άναρχη λειτουργία της αγοράς και προτάσσει τη σύζευξη ανάμεσα στην ελευθερία και στη κοινωνική αλληλεγγύη, γεγονός που το διακρίνει και από το σύγχρονο ρεύμα του «νεοφιλελευθερισμού».

Αναφορικά δε με το τελευταίο, πραγματοποιείται μια ενδελεχής και εις βάθος ανάλυση του νεοφιλελευθερισμού από τις απαρχές της συγκρότησής του έως και σήμερα. Ως πολιτικοϊδεολογικό ρεύμα ο νεοφιλελευθερισμός συνιστά μια ακραία επιθετική προσπάθεια των αρχουσών τάξεων και του διεθνούς κεφαλαίου εις βάρος του κράτους πρόνοιας και των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων. Στο πλαίσιο αυτό, και μετά την παγκοσμιοποίηση της δεκαετίας του 1990, τα εθνικά κράτη και τα πολιτικά κόμματα είναι ανίσχυρα απέναντι στο διεθνοποιημένο κεφάλαιο και μετατρέπονται σε απλούς εκτελεστές της οικονομικής εξουσίας, όπως αποτυπώθηκε και στην Ελλάδα την εποχή των Μνημονίων.

Όσον αφορά δε την ίδια τη Ν.Δ., ο συγγραφές πραγματοποιεί μια ιστορική αναδρομή από τις αρχές της ίδρυσης του κόμματος έως και σήμερα στην οποία αποτυπώνει την ιδεολογικοπολιτική εξέλιξη της Ν.Δ. από τον «ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό» των Κωνσταντίνου Καραμανλή έως το νεοφιλελευθερισμό του Κυριάκου Μητσοτάκη. Παρότι επίσημη ιδεολογία του κόμματος παραμένει ο «ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός», η εκλεκτική ασάφεια του όρου επιτρέπει στην εκάστοτε ηγεσία να τον ερμηνεύει με διαφορετικό τρόπο: «κρατικός πατερναλισμός» (Καραμανλής), ήπιος νεοφιλελευθερισμός (Ράλλης), συντηρητισμός (Αβέρωφ), νεοφιλελευθερισμός (Μητσοτάκης), «λαϊκή δεξιά» (Έβερτ), στρατηγική «μεσαίου χώρου» (Κώστας Καραμανλής), κοινωνικός φιλελευθερισμός (Αντώνης Σαμαράς), επιθετικός νεοφιλελευθερισμός (Κυριάκος Μητσοτάκης).

Εν ολίγοις, η Ν.Δ. παραμένει εν πολλοίς διασπασμένη ανάμεσα σε τρεις διακριτές τάσεις: την καραμανλική, τη (νέο)φιλελεύθερη και τη λαϊκή δεξιά, με καθεμία να αφήνει το δικό της στίγμα όταν αναλαμβάνει την προεδρία του κόμματος. Ωστόσο, στις μέρες μας υπό την επίδραση εξωγενών παραγόντων (παγκοσμιοποίηση της οικονομίας και μνημονιακή εποπτεία της χώρας) η ιδεολογική φυσιογνωμία του κόμματος έχει υποστεί αλλοιώσεις από τις αρχικές ιδρυτικές διακηρύξεις του.

Όσον αφορά στο θέμα του Συντάγματος του 1975 ο συγγραφέας τονίζει πως το Σύνταγμα αυτό αποτελεί το πιο φιλελεύθερο και δημοκρατικό απ’ όσα προϋπήρχαν στην Ελλάδα. Προπομποί του Συντάγματος του 1975 αποτελεί τόσο αυτό του 1952 όσο και οι προτάσεις «βαθιάς τομής» του Καραμανλή της δεκαετίας του 1960. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται «η ΝΔ υιοθέτησε, εν ολίγοις, το συνταγματικό πνεύμα που επικράτησε στην Ευρώπη μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το οποίο συνέδεσε τον φιλελευθερισμό με το κοινωνικό κράτος, έθεσε σε προτεραιότητα την αξία του ανθρώπου και τις ελευθερίες του, ενώ δεν υιοθέτησε αρχές σοσιαλιστικής προέλευσης».

Η Ν.Δ. υιοθέτησε συνταγματικά ένα μοντέλο «μαχόμενης δημοκρατίας» σε μια προσπάθεια περιορισμού και καταστολής του μεταπολιτευτικού ριζοσπαστισμού της εποχής. Στη συνάφεια χαρακτηριστικό ήταν οι «υπερεξουσίες» του Προέδρου της Δημοκρατίας, οι οποίες αποτέλεσαν και σημείο τριβής με την αντιπολίτευση, καθώς και η ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας. Ωστόσο, σε γενικές γραμμές το Σύνταγμα ήταν αρκετά προωθημένο και φιλελεύθερο για την εποχή του, καθώς συνδύαζε το φιλελευθερισμό με τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα:

«Ο ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός, συνεπώς, με κοινωνικό πρόσωπο, αποτέλεσε τον ιδεολογικό πυρήνα του ισχύοντος Συντάγματος […] Γι’ αυτούς τους λόγους κυρίαρχη είναι στη θεωρία η άποψη πως το Σύνταγμά μας δεν είναι αξιολογικά και οικονομικοπολιτικά ουδέτερο, αλλά προσανατολισμένο στις φιλελεύθερες αξίες του δυτικού πολιτισμού».

Στο πλαίσιο αυτό η θέσπιση του Συντάγματος καθορίστηκε από τις κυρίαρχες απόψεις και θέσεις του κυβερνώντος αστικού κόμματος, ήτοι της Ν.Δ. Παρά τον προαναφερθέντα προωθημένο χαρακτήρα του, το Σύνταγμα «επιβεβαίωσε την κυριαρχία της μεγάλης ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, καθώς και την κυριαρχία του εφοπλιστικού κεφαλαίου και των ξένων μονοπωλιακών επιχειρήσεων» μέσω σειράς διατάξεων και άρθρων που αποσκοπούσαν στην αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.

Όσον αφορά και στάση του κόμματος κατά τις αναθεωρήσεις του Συντάγματος (1986, 2001, 2008, 2019) αυτή καθοριζόταν από τη θέση του κόμματος στο πολιτικό σύστημα, εάν δηλαδή βρισκόταν στην κυβέρνηση ή στην αντιπολίτευση, αλλά και με βάση το εκάστοτε ιδεολογικοπολιτικό του στίγμα:

  1. Στην αναθεώρηση του 1986 η στάση του κόμματος ήταν αρνητική, λόγω του φορτισμένου πολιτικού κλίματος της εποχής, χωρίς ωστόσο να προβάλει έντονες αντιρρήσεις στον περιορισμό των «υπερεξουσιών» του Προέδρου της Δημοκρατίας.
  2. Στην αναθεώρηση του 2001, τα δύο μεγάλα κόμματα, σε κλίμα συναίνεσης, προχώρησαν στην αναθεώρηση πληθώρας διατάξεων του Συντάγματος. Βασική θέση της Ν.Δ. ήταν η «θεσμοθέτηση της έννοιας του κοινωνικού κράτους δικαίου» και της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων στη νέα εποχή της παγκοσμιοποίησης, ενώ παράλληλα προώθησε ενεργά την προσπάθεια ίδρυσης ιδιωτικών ΑΕΙ και την ενίσχυση του ΠτΔ απέναντι στο πρωθυπουργικό μοντέλο εξουσίας.
  3. Στην αναθεώρηση του 2008 η κυβέρνηση της Ν.Δ. επιχείρησε να εισαγάγει νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις στο Σύνταγμα, όπως την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων (Α16) και τον αποχαρακτηρισμό δασικών εκτάσεων (Α24). Ωστόσο, εξαιτίας της εμφάνισης κοινωνικών αντιδράσεων και της υπαναχώρησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ., η αναθεώρηση των άρθρων κατέστη ανέφικτη.
  4. Στην αναθεώρηση του 2019 η Ν.Δ., διαπνεόμενη από έντονα νεοφιλελεύθερες θεωρήσεις, τάχθηκε υπέρ μιας «γενναίας» αναθεώρησης του Συντάγματος, στην κατεύθυνση της διασφάλισης των επενδύσεων, της κερδοφορίας, της αξιοκρατίας και της αριστείας.

Στο τέταρτο κεφάλαιο, ο συγγραφέας εστιάζει την προσοχή του στην έλευση των Μνημονίων και στην οικονομική κρίση της χώρας. Άποψή του είναι πως τα Μνημόνια και ο τρόπος που αυτά εφαρμόστηκαν παραβίασαν τη συνταγματική και εθνική ανεξαρτησία της Ελλάδας, καθώς καταστρατήγησαν το πνεύμα του Συντάγματος. Ο συγγραφέας κάνει λόγο για μοντέλο «αυταρχικής δημοκρατίας», όπου οι κανονιστικοί θεσμοί υποχωρούν μπροστά στις επιταγές του νεοφιλελευθερισμού.

Ιδιαίτερη μάλιστα οπισθοχώρηση των κοινωνικών δικαιωμάτων βιώνουμε τα χρόνια της παρούσας κυβέρνησης της Ν.Δ. μετά το 2019, όπου μια σειρά νομοθετημάτων (νόμος για τις διαδηλώσεις, κατάργηση ασύλου, υπόθεση υποκλοπών) πλήττουν τις λαϊκές ελευθερίες και περιορίζουν ασφυκτικά το δημόσιο βίο. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο συγγραφέας, η νεοφιλελεύθερη στροφή της Ν.Δ. «δεν εξακριβώθηκε τόσο μέσα από αναθεωρητικές διαδικασίες του Συντάγματος, όσο από την καταστρατήγηση του Συντάγματος ή της αμφιλεγόμενης συνταγματικότητας επιλογών διαφόρων “μνημονιακών” νόμων που ψήφισε ή εφάρμοσε ως κόμμα εξουσίας».

Εν κατακλείδι, η έρευνα του Αλέξανδρου Κριτσίκη αποτελεί μια πρωτοποριακή μελέτη της συσχέτισης και αλληλεπίδρασης μεταξύ του πολιτικού και συνταγματικού πεδίο, αποτυπώνοντας τις θέσεις της Ν.Δ. στο Σύνταγμα και στις αναθεωρήσεις του, μια μελέτη που απουσιάζει από την ελληνική βιβλιογραφία. Καθώς το Σύνταγμα δεν είναι ένα «κενό» ή μια «αφαίρεση», αλλά αποτυπώνει το δοσμένο συσχετισμό πολιτικών δυνάμεων, η έρευνα συμβάλλει στην κατανόηση και ερμηνεία της κρίσης της Δημοκρατίας και της Δικαιοσύνης που ταλανίζει σήμερα την Ελλάδα.

 

 

 

 

Σχετικές αναρτήσεις