Το νεοφιλελεύθερο κοινωνικό δίκαιο στην Ελλάδα

Βρασίδας Πολυμενάκος, Mεταδιδάκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου, ΔΝ

Το παρόν άρθρο αποτελεί την εισήγηση μου με τίτλο «Το νεοφιλελεύθερο κοινωνικό δίκαιο στην Ελλάδα», η οποία παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του Σεμιναρίου Φιλοσοφίας και Πολιτικής Θεωρίας Μεταπτυχιακών Σπουδών (19/11/2025). Για πληρέστερη επεξεργασία των σχετικών προβληματισμών παραπέμπω στο βιβλίο μου Νεοφιλελευθερισμός και κράτος πρόνοιας: από το θεωρητικό πλαίσιο στη νομική πράξη, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα Ε.Ε.

Ι. Εισαγωγή

Με τον όρο νεοφιλελευθερισμός δεν αναφερόμαστε απλά σ’ ένα μοντέλο οργάνωσης της παραγωγής και της οικονομίας αλλά σ’ ένα σύνολο δομών που διαμορφώνουν τον τρόπο ζωής των ανθρώπων, το μοντέλο οργάνωσης της διοίκησης και του κράτους και βέβαια το ισχύον νομικό πλαίσιο. Ειδικότερα, στην περίπτωση του κοινωνικού δικαίου, δηλαδή του δικαίου που συνδέεται άμεσα με την προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων και την διασφάλιση του κοινωνικού κεκτημένου, η επίδραση του νεοφιλελευθερισμού αντανακλάται κυρίως στον χώρο της εργασίας και της κοινωνικής ασφάλισης, αλλά και στο πεδίο της υγείας και της εκπαίδευσης.

Ο νεοφιλελευθερισμός διαμορφώνει εδώ και δεκαετίες την πολιτική, την οικονομία και το δίκαιο στις περισσότερες χώρες του πλανήτη μέσω ενός παγκοσμιοποιημένου δικτύου εμπορικών, τραπεζικών και χρηματοπιστωτικών συναλλαγών. Παρουσιάζεται μάλιστα σαν μια παγιωμένη και αμετάβλητη πολιτικό-οικονομική πραγματικότητα, όπως είχε τονίσει και η Thatcher ‘’there is no alternative’’ (TINA) (Thatcher, 1980; Thatcher, 1987). Στο περιβάλλον αυτό ο νεοφιλελευθερισμός καθίσταται το μοναδικό μοντέλο ανάπτυξης αμφισβητώντας το κεϋνσιανό οικονομικό μοντέλο και την αποτελεσματικότητα του κράτους (Καλτσώνης, 2014, σ. 139 επ.; Κοντιάδης Ξ. , 2001, σσ. 29-34; Γέροντας, 2011, σσ. 69-74; Palier, 2010, p. 337 ff). Σε περίπτωση που κάποια χώρα αποκλίνει από την νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία η παγκοσμιοποιημένη οικονομία λειτουργεί πειθαρχικά απέναντι της, καθιστώντας αδύνατη την οποιαδήποτε διαφορετική απάντηση στο πεδίο της πολιτικής και της οικονομίας.

Οι πρόσφατες εξελίξεις της σύγκρουσης Δύσης και Ανατολής (πχ μέτωπα Ουκρανίας και Ισραήλ) ρίχνουν στην σκιά τους στην παγκοσμιοποίηση και στο νεοφιλελεύθερο πρότυπο οργάνωσης των σύγχρονων κοινωνιών. Παρ΄ όλα αυτά ο νεοφιλελευθερισμός ως επίσημο ιδεολογικό, πολιτικό και οικονομικό μοντέλο παραμένει η κυρίαρχη πολιτική και οικονομική θεωρία. Γεγονός που αποδεικνύεται από την όλο και περισσότερο αυξανόμενη τάση ιδιωτικοποιήσεων, εμπορευματοποίησης και μετοχοποίησης αγαθών και υπηρεσιών. Ακόμη και η Κίνα από το 1993 άρχισε να υιοθετεί μια συγκεκριμένη πολιτική υπερ των ιδιωτικοποιήσεων (Καλτσώνης, 2019, σ. 236 επ.) .

Σε διεθνές επίπεδο, το κράτος όχι μόνο ακολουθεί την νεοφιλελεύθερη ατζέντα «εξωτερικά», ως προς την αλληλεπίδραση του με την κοινωνία, αλλά και δομείται «εσωτερικά» πάνω σ΄ ένα νεοφιλελεύθερο πλέγμα οικονομικών αρχών της αγοράς (Hibou, 2024, σσ. 42-44; Ζαρωτιάδης, 2012, σ. 93 επ.). Το νεοφιλελεύθερο μοντέλο κράτους αναδύθηκε κομίζοντας συγκεκριμένα πολιτικό-ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Η πολιτική και το δίκαιο στα περισσότερα σύγχρονα κράτη εστιάζουν στην επίτευξη συγκεκριμένων νεοφιλελεύθερων στόχων ακόμη και αν επικαλούνται την προάσπιση επίσης συγκεκριμένων κοινωνικών στόχων (πχ προστασία της δημόσιας υγείας, πρόσβαση στην εκπαίδευση κλπ). Ακόμη και η κοινωνική πολιτική επανερμηνεύεται ως συνέχεια της επικρατούσας νεοφιλελεύθερης πολιτικής ακολουθώντας συγκεκριμένες κατευθύνσεις στην διαχείριση των κοινωνικών προβλημάτων που παράγει η καπιταλιστική κοινωνία.

Κοινώς, το νεοφιλελεύθερο μοντέλο δεν στοχεύει στην ριζοσπαστική κατάργηση του κράτους, της δικαιοσύνης ή της κοινωνικής πολιτικής του αστικού φιλελεύθερου μοντέλου προκειμένου να επιτευχθεί το μέγιστο της ανταγωνιστικότητας και του κέρδους στην ελεύθερη αγορά, όπως θα ήταν αναμενόμενο από μια ιδεολογία που προωθεί την διάλυση του θεσμού του κράτους. Αλλά στην προσαρμογή και των τριών αυτών στην νέα πολιτική και οικονομική τάξη. Αντί λοιπόν να απομακρύνει το κράτος από όλες τις οικονομικές δραστηριότητες το μετατρέπει σε μηχανισμό ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας και της επιχειρηματικότητας. Αντί να καταργήσει το δημόσιο δίκαιο και να επιβάλει ένα μοντέλο «ελευθεριακού» ιδιωτικού δικαίου, εισάγει ιδιωτικό-δικαιικούς όρους στο δημόσιο δίκαιο. Αντίστοιχα αντί να καταργήσει την κοινωνική πολιτική, την προσαρμόζει στους κανόνες της ελεύθερης αγοράς.

Το 2009, η Ελλάδα ως μέλος της ΕΕ, κλήθηκε να αντιμετωπίσει μια οικονομική κρίση μέσω της εφαρμογής ενός νεοφιλελεύθερού μνημονιακού περιοριστικού των δημοσίων δαπανών πλαισίου. Ακολούθησαν άλλα δύο μνημόνια με τον ίδιο χαρακτήρα. Σε κάθε εφαρμογή των μνημονιακών μέτρων βάθαιναν οι κοινωνικές ανισότητες και η νεοφιλελεύθερη αναδιοργάνωση της κοινωνίας και της οικονομίας. Δημιουργήθηκε παράλληλα ένα νέο νομικό πλαίσιο για την εφαρμογή των νέων νεοφιλελεύθερου χαρακτήρα πολιτικών και οικονομικών στόχων πάνω στο κοινωνικό σώμα. Ακόμη και μετά την τυπική αποχώρηση της χώρας από τους μνημονιακούς περιορισμούς το 2018, η παραγωγή νόμων αλλά και δικαστικών αποφάσεων υπερ της επίτευξης συγκεκριμένων οικονομικών στόχων συνεχίστηκε εμβαθύνοντας ακόμη περισσότερο την κοινωνική κρίση και βέβαια την οικονομική ανισότητα. Ακόμη και στην περίπτωση της κοινωνικής πολιτικής ακολουθήθηκε η ίδια πορεία. Η κοινωνική πολιτική στην Ελλάδα εστίασε και συνεχίζει να εστιάζει στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, στην προώθηση της επιχειρηματικότητας, στην ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών υπηρεσιών και στην περαιτέρω εμπορευματοποίηση της εργασίας, της υγείας, της εκπαίδευσης και της κοινωνικής ασφάλισης. Σ’ αυτό το ζοφερό κλίμα αναδύεται ένα «νέο κοινωνικό δίκαιο» με συγκεκριμένα νεοφιλελεύθερα χαρακτηριστικά, παράλληλα σχηματίζεται η μορφή ενός νέου ελάχιστου νεοφιλελεύθερου κράτους πρόνοιας.

Το νεοφιλελεύθερο κοινωνικό δίκαιο αποτελεί ένα σύνθετο θεσμικό και ιδεολογικό πλαίσιο που αναδιαμορφώνει τις σχέσεις κράτους, κοινωνίας και οικονομίας με κριτήριο τις αρχές της αγοράς, της ανταγωνιστικότητας και της ατομικής ευθύνης. Στο πλαίσιο αυτό, τα κοινωνικά δικαιώματα και οι κοινωνικές πολιτικές δεν θεωρούνται πλέον καθολικά, αλλά υπό όρους παροχές, συνδεδεμένες με δημοσιονομικά, οικονομικά και ανταποδοτικά κριτήρια.

II. Η επιχείρηση ως ρυθμιστικό πλαίσιο της εργασίας: επιχειρηματικότητα, ανταγωνιστικότητα, χαμηλό κόστος εργασίας

Για να γίνει κατανοητή η σημερινή σχέση του επιχειρείν με την εργασία, είναι αναγκαίο να προσεγγιστούν έννοιες της θεωρίας του μάνατζμεντ. Σύμφωνα με την θεωρία του στρατηγικού μάνατζμεντ, η ενίσχυση του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος των επιχειρήσεων συνδέεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας μιας επιχείρησης δηλαδή με την διαφορά ανάμεσα στο κόστος παραγωγής και στο ποσό που είναι διατεθειμένοι οι πελάτες να δαπανήσουν για το παραγόμενο προϊόν (ή υπηρεσία) (Barney & Hesterly, 2022, σσ. 8-10; Μπουραντάς, 2005, σσ. 102-117).

Είναι εύλογο ότι το κόστος της παραγωγής «μεταφράζεται» σε μισθολογικό κόστος στην περίπτωση της σχέσης του εργαζόμενου με την επιχείρηση. Επίσης, το μισθολογικό κόστος αξιολογείται με βάση τις ανάγκες που προκύπτουν για κάθε επιχείρηση στο πλαίσιο του ανταγωνισμού της με άλλες επιχειρήσεις. Άρα το μισθολογικό κόστος δεν προσεγγίζεται ως μια σταθερή παράμετρος από την επιχείρηση.

Το μνημονιακό εργατικό δίκαιο χαρακτηρίστηκε από αυτήν την αντίληψη περί μείωσης του κόστους της εργασίας (Κακουλίδου, Κορφιάτης, Μελίδης, & Τουρτούρη, 2021, σσ. 27-32).  Όμως η σταδιακή απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων είχε ήδη ξεκινήσει από την δεκαετία του 90’. Η εντατικοποίηση της απορρύθμισης ξεκίνησε με την είσοδο της χώρας στα μνημόνια και βεβαίως συνεχίστηκε και μετά την αποχώρηση της από αυτά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μεταβατικής περιόδου προς την σταθεροποίηση ενός νεοφιλελεύθερου καθεστώτος ευελιξίας στην εργασία είναι ο αμφίσημος όρος flexicurity που εισήχθη την περίοδο του πρώτου μνημονίου επι κυβερνήσεως ΠΑΣΟΚ με τον Ν 3846/10.  Ετυμολογικά πρόκειται για σύνδεση δύο λέξεων της flexibility και της security (ευελιξία-ασφάλεια). Γενικότερα, ο νόμος επιχείρησε να εισάγει ένα νέο πνεύμα στις εργασιακές σχέσεις που θα συνδυάζει τόσο το στοιχείο της ευελιξίας όσο και της ασφάλειας  («ευέλικτης ασφάλειας»)  (Κουζής, 2022, σ. 89).

Ειδικότερα, ο νόμος θέσπιζε μια σειρά μέτρων για την προστασία των εργαζόμενων, πάντα όμως με την τάση να ενισχύει τη ευελιξία στην εργασία. Για παράδειγμα προέβλεπε το τεκμήριο μισθωτής εργασίας για ανεξάρτητες συμβάσεις εργασίας αποκλειστικής απασχόλησης ή κύριας απασχόλησης 9 συναπτών μηνών στον ίδιο εργοδότη (α 1), την αύξηση του χρόνου δανεισμού μέσω ΕΠΑ[2] από οκτάμηνο σε δωδεκάμηνο και σε εξαιρετικές περιπτώσεις σε δεκαεξάμηνο (α 3), την επαναρρύθμιση του καθεστώτος διαθεσιμότητας με την αύξηση του χρόνου της διαθεσιμότητας έως και 3 μήνες ανά ημερολογιακό έτος και την δυνατότητα επανάληψης του μέτρου το επόμενο έτος με διάλειμμα 3 μηνών (α 4), την επέκταση της εφαρμογής της μερικής απασχόλησης στο δημόσιο τομέα (α 2 παρ 18) αλλά και την κατάτμηση της ετήσιας άδειας με αποδοχές σε δύο περιόδους ανάλογα με τις ανάγκες της επιχείρησης (α 6) (Κουζής, 2022, σσ. 88-92; Κουκιάδης, 2021).

Με τον Ν 3845/2010  επεκτάθηκε η λιτότητα και οι περικοπές στις αποδοχές των εργαζομένων του δημοσίου. Για παράδειγμα επεκτάθηκαν οι μηδενικές αυξήσεις στους μισθούς για όλους τους εργαζόμενους του δημοσίου τομέα για το έτος 2011 (α 3). Παράλληλα θεσπίστηκε η περαιτέρω μείωση των επιδομάτων και των πάσης φύσεως αμοιβών κατά 8% στα ΝΠΔΔ και στους ΟΤΑ (α 3 παρ 1) αλλά και η περαιτέρω μείωση των τακτικών αποδοχών κατά 3% στα ΝΠΙΔ (α 3 παρ 4). Επιπροσθέτως εισήχθη το ανώτατο όριο των 500 ευρώ στον καθορισμό του 13ου και 14ου μισθού στο δημόσιο φορέα για τους εργαζόμενους με μηνιαίες αποδοχές κάτω των 3000 ευρώ (α 3 παρ 6). Μ’ επιστέγασμα την κατίσχυση των μειώσεων των αμοιβών στο δημόσιο έναντι οποιασδήποτε αντίθετης νομικής, συλλογικής ή ατομικής ρύθμισης (α 3 παρ 8) το συγκεκριμένο πλαίσιο παγιοποίησε ουσιαστικά την μείωση των αποδοχών στον δημόσιο φορέα (Κουζής, 2022, σσ. 97-98)

Ακολούθως ο Ν 3899/10 εισήγαγε τις ειδικές επιχειρησιακές ΣΣΕ με περιεχόμενο δυσμενέστερο των αντίστοιχων κλαδικών ΣΣΕ (α 13). Παράλληλα παρέμβει στον ΟΜΕΔ προωθώντας αλλαγές στην σύνθεση του με στόχο την καλύτερη εκπροσώπηση της εργοδοσίας, δηλαδή του κεφαλαίου. Αυτό πρακτικά σήμαινε την μονομερή επιλογή των οικονομικών όρων της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας ως μοναδικών κριτηρίων για την επίλυση συλλογικών διαφορών μέσω της μεσολάβησης και της διαιτησίας (α 14 παρ 4, 16 παρ 5) (Κουζής, 2022, σσ. 108-110).

Η υπογραφή του δευτέρου μνημονίου από την κυβέρνηση Παπαδήμου ενέτεινε ακόμη  περισσότερο  την  απορρύθμιση  της  εργασίας. Χαρακτηριστικός ο N 4046/2012 ο οποίος επικύρωσε την ΠΥΣ 6/28-2- 2012. O νόμος προέβλεπε την κατάργηση της μονομερούς προσφυγής στην διαιτησία και η καθιέρωση της από κοινού προσφυγής (ΠΥΣ α 3 παρ 1). Επιπροσθέτως, θέσπισε το καθεστώς διευκόλυνσης των απολύσεων στον ιδιωτικό φορέα και στην περίπτωση του δημοσίου φορέα εξισώνοντας τα όρια ηλικίας και συνταξιοδότησης σε επιχειρήσεις που ανήκουν ή ανήκαν στον δημόσιο φορέα με τα αντίστοιχα προβλεπόμενα όρια στον ιδιωτικό φορέα (ΠΥΣ α 5 παρ 1). Ομοίως, ο νόμος προέβλεψε την κατάργηση της μονιμότητας στο ευρύτερο δημόσιο φορέα που έχει κατοχυρωθεί από προηγούμενους νόμους, προηγούμενες κανονιστικές πράξεις και ΣΣΕ, προηγούμενους κανονισμούς εργασίας και οργανισμούς προσωπικού και προηγούμενες διοικητικές αποφάσεις σε επιχειρήσεις και οργανισμούς στον δημόσιο φορέα (ΠΥΣ α 5 παρ 2) (Κουζής, 2022, σσ. 136-137).

Ο Ν 4046/12 (ΠΥΣ 6/28-2-2012) της κυβέρνησης Παπαδήμου συνέχισε την πολιτική απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων στους μισθούς και στις απολαβές των εργαζόμενων. Ο νόμος προέβλεπε την μείωση του μοναδιαίου κόστους της εργασίας κατά 15% (α 1). Θεσπίστηκε η συμπίεση κατά 22% του κατώτατου μισθού καταργώντας τις ρυθμίσεις της ΕΓΣΣΕ τα έτη 2010-2012 για τα κατώτατα μισθολογικά όρια (ΠΥΣ 1 παρ 1). Ο κατώτατος μισθός λοιπόν από 751 μειώθηκε στα 586 ευρώ, μειώνοντας το κόστος της εργασίας. Αυτή η εξέλιξη συμπαράσυρε επιδόματα που συνδέονταν με τον μισθό όπως είναι το επίδομα ανεργίας ο οποίος ελαττώθηκε από 461 σε 361 ευρώ.

Το δεύτερο μνημόνιο επί κυβέρνησης Παπαδήμου εντατικοποίησε την ευθεία επίθεση στις ΣΣΕ. Χαρακτηριστικός ο Ν 4046/12 που κύρωσε την ΠΥΣ 6/28-2-2012. Ο νόμος προβλέπει ότι τα τρία έτη θα είναι ο ανώτερος χρόνος ισχύος μιας ΣΣΕ (ΠΥΣ α 2 παρ 1) αλλά και την κατάργηση της μονομερούς προσφυγής στην διαιτησία και την θέσπιση την από κοινού προσφυγής εργοδότη – εργαζόμενου (α 3 παρ 1). Παράλληλα κατοχυρώνει την σύντμηση του χρόνου και του περιεχομένου της μετενέργειας (α 2 παρ. 4). Μάλιστα, ο χρόνος μετενέργειας από 6 μήνες γίνεται 3 μήνες ενώ το περιεχόμενο της μετενέργειας συντέμνεται ως προς του κανονιστικούς όρους της ΣΣΕ που έχει λήξει (Κουζής, 2022, σσ. 134-136)

Μετά την υπογραφή του τρίτου μνημονίου επι κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ εισήχθη μια δέσμη μέτρων προς την ίδια κατεύθυνση. Ειδικότερα, με τον Ν 4335/15 οι απαιτήσεις των εργαζόμενων μιας πτωχευμένης επιχείρησης υποχωρούν έναντι των αξιώσεων των τραπεζών στο εκπλειστηρίασμα (α 8). Η προνομιακή εκπλειστηρίαση υπέρ των τράπεζων προστίθεται στο προνομιακό καθεστώς των απαιτήσεων υπέρ του δημοσίου των προηγούμενων μνημονιακών ρυθμίσεων. Σημαντικός και ο Ν 4336/15 ο οποίος κύρωσε το τρίτο μνημόνιο. Ο νόμος κατοχύρωσε την επαναφορά της σύντμησης του χρόνου και του περιεχομένου για την μετενέργεια των ΣΣΕ. (α 2 υποπαρ Ε 2 εδ 4). Ακολούθησε ο Ν 4472/17 που απελευθέρωσε τις ομαδικές απολύσεις με την μεταφορά του αποφασιστικού ρόλου για την έγκριση των ομαδικών απολύσεων από την δημόσια αρχή στο ΑΣΕ[3]. Αυτό θα εξετάζει την νομιμότητα των ομαδικών απολύσεων που ξεπερνάνε το προβλεφθέν ανώτατο μηνιαίο όριο (α 17 παρ 3 εδ 3) (Κουζής, 2022, σσ. 171-174).

Ο Ν 4336/15 επι κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ επαναφέρει την σύντμηση του χρόνου και του περιεχομένου της μετενέργειας των ΣΣΕ (α 2 υποπαρ Ε 2 εδ) καταργώντας προηγούμενη διάταξη του Ν 4331/15 ψηφισθέντα επίσης επι κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ για την επαναφορά της μετενέργειας στο εξάμηνο από το τρίμηνο (α 72 παρ 1).

Χαρακτηριστικός ο Ν 4623/2019 επι κυβερνήσεως ΝΔ ο οποίος εστιάζει στην θέσπιση ενός πλαισίου σχετικής προστασίας της εργασίας. Ο νόμος καταργεί την συνευθύνη των εμπλεκομένων μερών στην περίπτωση της εργολαβίας και υπεργολαβίας, με παράλληλη άρση του μέτρου για την αλληλέγγυα ευθύνη του αναθέτοντος του έργου, του εργολάβου και του υπεργολάβου για οφειλές σε μισθούς, ασφαλιστικές εισφορές και αποζημιώσεις απόλυσης (α 117 παρ 1). Ακολούθως επαναφέρονται οι αναιτιολόγητες απολύσεις, δηλαδή δεν απαιτείται πλέον η επίκληση βάσιμου λόγου από τον εργοδότη στην περίπτωση που επιθυμεί να απολύσει εργαζόμενο ο οποίος βρίσκεται σε καθεστώς σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου (α 117 παρ 2 α). Δύναται να υποστηριχθεί ότι η αναιτιολόγητη απόλυση στιγματίζει τον εργαζόμενο στην αγορά εργασίας και συνεχίζει την εφαρμογή της μνημονιακής λογικής στις εργασιακές σχέσεις (Κουζής, 2022, σσ. 208-209).

Μεταμνημονιακά, η κυβέρνηση της ΝΔ προώθησε μια σειρά μέτρων για την αποδυνάμωση των ΣΣΕ με το Ν 4635/19. Χαρακτηριστική η πρόβλεψη ρήτρας εξαίρεσης από όρους ΣΣΕ που συμφωνούνται εντός κλαδικών και ομοιοεπαγγελματικών ΣΣΕ για ορισμένες κατηγορίες επιχειρήσεων (α 53 παρ 8). Πρόκειται για επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες αλλά και επιχειρήσεις κοινωνικής οικονομίας και μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Η πρόβλεψη υπέρ των επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα εμφανίζεται σ’ όλο φάσμα του νόμου αυτού, με στόχο βεβαίως την διασφάλιση της επιβίωσης τους για την προώθηση της ανταγωνιστικότητας και της επιχειρηματικότητας.

Το νέο νομοθετικό πλαίσιο για την εργασία που εισήχθη με τον Ν 4808/2021, το όποιο κωδικοποιήθηκε με τον Ν 5043/2023, στοχεύει αφενός στην ενίσχυση της διαπραγματευτικής ισχύος του εργοδότη και αφετέρου στην αποδυνάμωση της διαπραγματευτικής θέσης του εργαζόμενου. Το «νέο εργατικό δίκαιο» όπως παρουσιάζεται από την κυβέρνηση της ΝΔ εστίασε στην πλήρη απορρύθμιση  των  εργασιακών  σχέσεων  και  στον  οριστικό «αφοπλισμό» του εργαζόμενου απέναντι στην εργοδοτική αυθαιρεσία. Πιο συγκεκριμένα, ο νόμος κινήθηκε προς δύο διαφορετικές αλληλοαποκλειούμενες κατευθύνσεις με τα προσχήματα της διασφάλισης της αγοράς εργασίας και της αντιμετώπισης της παραβατικότητας σ’ αυτήν. Επιδιώχθηκε η διευκόλυνση των απολύσεων και η αντιμετώπιση της παραβίασης της εργασιακής νομοθεσίας στον χώρο εργασίας. Ευλόγως η αποτελεσματικότητα του δεύτερου μέτρου αμφισβητείται εφόσον επισκιάζεται από την απειλή της αυθαίρετης απόλυσης.

Στην περίπτωση των απολύσεων, ο νόμος προβλέπει μια αναλυτική λίστα των περιοριστικών όρων για την ακυρότητα των απολύσεων (α 66 παρ 1). Αν και ο νόμος δίνει την δυνατότητα στον εργαζόμενο να επαναπροσληφθεί από τον εργοδότη εφόσον η απόλυση καταστεί άκυρη, προβλέπει ότι το βάρος απόδειξης της αιτίας της άκυρης απόλυσης το φέρει ο ίδιος ο εργαζόμενος (α 66 παρ 2). Αντι λοιπόν να προβλέπει ότι το βάρος απόδειξης νόμιμης αιτίας απόλυσης το φέρει ο εργοδότης, προεικάζει την νομιμότητα της απόλυσης. Μια τέτοια προϋπόθεση αίρει ουσιαστικά οποιοδήποτε τυχόν πρόθεση του νόμου να προστατέψει τον εργαζόμενο από την αυθαίρετη επιλογή του εργοδότη να τον απολύσει. Πρόκειται για ένα νομοθετικό μέτρο που διευκολύνει παρά δυσχεραίνει τις αυθαίρετες απολύσεις προσθέτοντάς άλλο ένα «όπλο» στο «οπλοστάσιο» της εργοδοτικής αυθαιρεσίας.

Χαρακτηριστική η ΕφΑθ 116/2021 με αντικείμενο την αντισυνταγματικότητα των μειώσεων των αποδοχών των εργαζομένων στην ΕΥΔΑΠ. Η εφετειακή απόφαση διαπίστωσε ότι εφόσον η ΕΥΔΑΠ είναι δημόσια επιχείρηση κατά τον Ν 3429/05 (α 1 παρ 1-3) και είναι επιχείρηση κοινής ωφέλειας δεν εξαιρείται των Ν 3833/2010, Ν 3845/2010 και Ν 2024/2011. Συνεπώς οι προβλεφθείσες από μνημονιακούς κανόνες μειώσεις των αποδοχών των εργαζόμενων στην ΕΥΔΑΠ δεν πάσχουν αντισυνταγματικότητας και δεν αντίκειται στην ΕΣΔΑ (ΔΣΑ, 2023). Την ίδια πορεία συλλογιστική ακολουθεί επίσης και η ΑΠ 5/2022 με αντικείμενο την μείωση των μισθών στις ΔΕΥΑ. Ο ΑΠ υποστήριξε ότι οι ΔΕΥΑ είναι ΝΠΙΔ, είναι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και συγκαταλέγονται στους ΟΤΑ. Σύμφωνα με τους μνημονιακούς νόμους λοιπόν βρίσκονται υπό την εποπτεία και τον έλεγχο των ΟΤΑ. Άρα με βάση το μνημονιακό πλαίσιο είναι νόμιμη η μείωση στις αποδοχές των εργαζόμενων στις ΔΕΥΑ (ΔΣΑ, 2023).

III. Η κοινωνική ασφάλιση ως ατομική επιλογή: κεφαλαιοποιητικό-ανταποδοτικό μοντέλο, PEPP

Στον νεοφιλελευθερισμό το επίκεντρο είναι το άτομο και οι επιλογές του. Πυρήνας του ρεύματος είναι η ορθολογική εξατομίκευση και η νομιμοποίηση του ατομικισμού (Ζαρωτιάδης, 2012, σσ. 53-57). Η ατομική επιλογή σύναψης ιδιωτικής σύμβασης καθορίζει το περιεχόμενο όλων ων σχέσεων του ατόμου με την κοινωνία. Η ατομική ελευθερία προτάσσεται ως αυτοσκοπός και πάνω της δομούνται τα αντίστοιχα πλαίσια ηθικής και θεσμικής οργάνωσης όλης της κοινωνίας. Η κοινωνική ασφάλιση αποτελεί ιδιωτική επένδυση στο βαθμό που χάνει τον αναδιανεμητικό της χαρακτήρα μετατρέποντας το κοινωνικοασφαλιστικό δικαίωμα σε επενδυτικό προϊόν μέσω της επικράτησης διανεμητικών κεφαλαιοποιητικών και αποταμιευτικών «επιλογών» εντός του ΣΚΑ.

Το πρώτο είναι το αναδιανεμητικό συνταξιοδοτικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης καθορισμένων παροχών ή «αναδιανεμητική καθορισμένη παροχή» (pay-as-you-go defined benefit). Το δεύτερο μοντέλο είναι το συνταξιοδοτικό σύστημα κεφαλαιοποιητικού τύπου καθορισμένων παροχών ή πλήρως χρηματοδοτούμενη καθορισμένη παροχή (fully funded defined benefit). Σ’ αντίθεση με το προηγούμενο μοντέλο το οποίο στηρίζεται στην διαγενεακή αλληλεγγύη, το μοντέλο αυτό στηρίζεται στην κάθε γενιά. Το τρίτο μοντέλο είναι το συνταξιοδοτικό σύστημα κεφαλαιοποιητικού τύπου καθορισμένων εισφορών ή «πλήρως χρηματοδοτούμενη καθορισμένη συνεισφορά» (fully funded defined contribution). Στο σύστημα αυτό ο ασφαλισμένος έχει έναν ατομικό λογαριασμό στον οποίο πιστώνονται οι ασφαλιστικές εισφορές του και οι αποδόσεις των επενδύσεών του (θετικές-αρνητικές).

Ο Ν 3655/08 επί προμνημονιακής κυβερνήσεως Καραμανλή άλλαξε την μέχρι τότε κατάσταση στα ασφαλιστικά ταμεία διαμορφώνοντας ουσιαστικά και την σημερινή πραγματικότητα στην ασφάλιση. Ο νόμος επιχείρησε να αντιμετωπίσει τις παθογένειες του παρελθόντος πριν την οικονομική κρίση και την επιβολή της μνημονιακής πολιτικής που απείλησε την βιωσιμότητα και αποτελεσματικότητα του ΣΚΑ το οποίο κλήθηκε να αντιμετωπίσει την αύξηση της ανεργίας, την μείωση μισθών, την γήρανση του πληθυσμού, την μείωση της κρατικής επιχορήγησης. Ο νόμος προέβλεψε την δραματική μείωση των ασφαλιστικών ταμείων[4] από 155 σε 13.

Ο Ν 4336/15 επί κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ προσδιόρισε ενιαίες προϋποθέσεις και ίδια όρια συνταξιοδότησης για όλους (α 1). Με βάση το συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο το ηλικιακό όριο συνταξιοδότησης από 62 έτη αυξάνεται στα 67 έτη. Προς την ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και ο Ν 4387/16 ο οποίος ενοποίησε όλα τα ταμεία δημιουργώντας δύο ασφαλιστικούς φορείς το ΕΦΚΑ για την κύρια ασφάλιση και το ΕΤΕΑΕΠ για την επικουρική ασφάλιση (α. 51, 53. 74, 75). Ειδικότερα, ο νόμος προσδιόρισε τους κανόνες και τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης για όλους τους ασφαλισμένους τόσο σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού όσο και στην περίπτωση του τρόπου καταβολής των συντάξεων. Μάλιστα διατήρησε την νοητή κεφαλαιοποίηση στην κοινωνική ασφάλιση αντικαθιστώντας την ρήτρα μηδενικού ελλείματος με τον συντελεστή βιωσιμότητας (Ρομπόλης & Μπέτσης, 2023, σ. 20).

Με βάση και νομοθετικές εξελίξεις των Ν 4052/12, Ν 4336/15, Ν 4387/16. Ν 4670/20 και Ν 4826/21 και βέβαια την Οδηγία 2341/2016//ΕΕ το ελληνικό συνταξιοδοτικό σύστημα διαιρείται σε τρεις πυλώνες (Ρομπόλης & Μπέτσης, 2023, σσ. 22-25). Ο πρώτος πυλώνας αποτελεί την κοινωνική ασφάλιση και χωρίζεται στην κύρια και στην επικουρική ασφάλιση. Ο δεύτερος πυλώνας βασίζεται στην προαιρετική ή στην υποχρεωτική ιδιωτική ασφάλιση. Πρόκειται για τα ΤΕΑ τα οποία είναι αυτοχρηματοδοτούμενα και δύναται να ιδρυθούν από εργοδότες, εργαζομένους, εργοδότες και εργαζόμενους ή επαγγελματικές ομάδες ή επαγγελματικούς συλλόγους όπως ο ΙΣΑ ή ο ΔΣΑ. Ακολούθως, ο τρίτος πυλώνας είναι η προαιρετική ιδιωτική ασφάλιση και στηρίζεται στα ατομικά και ομαδικά ασφαλιστικά προγράμματα των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιριών.

Η ενίσχυση του ρόλου της ιδιωτικής ασφάλισης συνδέεται με την διαμόρφωση του λεγόμενου πλαισίου των τριών πυλώνων ασφάλισης που στηρίζεται στην κεφαλαιοποίηση της κοινωνικής ασφάλισης σύμφωνα με τις ρυθμίσεις των Ν 4052/12, Ν 4336/15, Ν 4387/16. Ν 4670/20 και Ν 4826/21 και της Οδηγίας 2341/2016//ΕΕ. Το νεοφιλελεύθερο μοντέλο ασφάλισης επιλέγει να ενισχύσει τον δεύτερο και τον τρίτο πυλώνα ασφάλισης. Επιδιώκει λοιπόν να παραγκωνίσει την κλασική κοινωνική ασφάλιση ακόμη και να εντάξει ιδιωτικό-οικονομικά κριτήρια στην οργάνωση και λειτουργία του ΣΚΑ. Παράλληλα  στοχεύει  στην  ενίσχυση  του  ρόλου  των  επαγγελματικών ταμείων και των ιδιωτικών ασφαλιστικών προγραμμάτων. Κοινώς στοχεύει στην δημιουργία ενός ιδιωτικού ασφαλιστικού συστήματος διαχείρισης των ασφαλιστικών εισφορών και των συνταξιοδοτικών δαπανών.

Χαρακτηριστικός ο Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1238 ο οποίος αναφέρεται στον πανευρωπαϊκό ατομικό συνταξιοδοτικό προϊόν. Σύμφωνα με τον κανονισμό η αύξηση των επενδύσεων στις κεφαλαιαγορές δύναται να συμβάλλει στην αντιμετώπιση των κινδύνων της γήρανσης και τα χαμηλά επιτόκια. Ο κανονισμός ορίζει μάλιστα ότι το πανευρωπαϊκό ατομικό συνταξιοδοτικό προϊόν (PEPP) έχει μακροπρόθεσμο χαρακτήρα και θα συνοδεύει τον συνταξιούχο σ’ όλες τις χώρες ΕΕ. Επίσης θα διευκολύνει τους νέους και μετακινούμενους εργαζόμενους να εργάζονται και να διατηρούν το συνταξιοδοτικό δικαίωμα σ’ όλη την ΕΕ (Eur-Lex, 2023). Ο κανονισμός τονίζει ότι το πανευρωπαϊκό ατομικό συνταξιοδοτικό προϊόν ή  «ατομικό  προϊόν»  βασίζεται  σε  προαιρετική  σύμβαση  μεταξύ αποταμιευτή και ιδιωτικού φορέα, δεν εντάσσεται στην κοινωνική και επαγγελματική ασφάλιση και έχει σαν στόχο στην συσσώρευση κεφαλαίου και την παροχή εισοδήματος κατά την συνταξιοδότηση (α 1). Επίσης, αποτελεί ατομικό συνταξιοδοτικό προϊόν που χρηματοδοτεί τις κεφαλαιαγορές και ενισχύει τον ανταγωνισμό συμπληρώνοντας την κοινωνική και επαγγελματική ασφάλιση (EC, 2022).

Νομολογικά, ενδιαφέρουσα η ΣτΕ 600/2015 μ’ αντικείμενο τον υπολογισμό της σύνταξης. Ειδικότερα, η απόφαση τόνισε ότι ο τρόπος υπολογισμού των συντάξεων των ασφαλισμένων και ο καθορισμός των αποδοχών που λαμβάνονται κάθε φορά υπ’ όψη για τον υπολογισμό αυτών επαφίεται κάθε φορά στον νομοθέτη και στην κατ’ εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση.

Κατά το ΣτΕ, το συνταξιοδοτικό δικαίωμα εμπίπτει στην έννοια του περιουσιακού δικαιώματος όμως η ίδια η αναδιανεμητική φυσιογνωμία του ΣΚΑ και η ύπαρξη δημοσίου συμφέροντος δεν συνάδουν με την ερμηνεία του ως δικαίωμα σε σύνταξη ορισμένου ποσού. Συνεπώς δεν προκύπτει ζήτημα παραβίασης της αρχής της ισότητας, των α 17, 22 Σ και του α 1 ΕΣΔΑ. Το ενδιαφέρον αυτής της απόφασης είναι ότι επικαλείται την ίδια η αναδιανεμητικότητα του ΣΚΑ παράλληλα βεβαίως με το δημόσιο συμφέρον για να αιτιολογήσει την μείωση της σύνταξης. Πρόκειται για απόφαση που επικαλείται τον περιορισμό του περιουσιακού δικαιώματος για την προστασία της αναδιανεμητικότητας του ΣΚΑ, αλλά ουσιαστικά εφαρμόζει το νομοθετικό πλαίσιο υπέρ της μείωσης του ύψους των συντάξεων και κατ’ επέκταση τον περιορισμό του συνταξιοδοτικού δικαιώματος.

IV. Ιδιωτικοποίηση της υγείας: ιδιωτικές κλινικές, μερική απασχόληση, ετεροαπασχόληση ιατρών του ΕΣΥ

Ο Ν 4093/12 αν και αύξησε το ύψος των βασικών μισθών των ιατρών του ΕΣΥ, μείωσε ουσιαστικά τα επιδόματα τους, πλήττοντας ουσιαστικά τα εργασιακά δικαιώματα τους. Ο νόμος αντικατέστησε το α 44 παρ 3, 4 και 6 του Ν 3205/03. Αναλυτικότερα ο νόμος ορίζει ότι το επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών άσκησης ιατρικού έργου οριζόμενο κατά βαθμό ως εξής: Συντονιστής Διευθυντής, Διευθυντής 238 ευρώ, Επιμελητής Α’ 205 ευρώ, Επιμελητής Β’ 174 ευρώ και Ειδικευόμενος 190 ευρώ. Αντίστοιχα η πάγια αποζημίωση για συμμετοχή σε σεμινάρια και ενημέρωση βιβλιοθήκης, ορίζεται κατά βαθμό, ως εξής: Συντονιστής Διευθυντής, Διευθυντής 225 ευρώ, Επιμελητής Α’ 195 ευρώ, Επιμελητής Β’ 164 ευρώ και Ειδικευόμενος 123 ευρώ. Πρόκειται για ρυθμίσεις των οποίων η συνταγματικότητα απασχόλησε και τον Άρειο Πάγο.

Προς την ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και το νομοθετικό πλαίσιο του τρίτου μνημονίου το οποίο ψηφίστηκε επι κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Ο Ν. 4336/15 ρυθμίζει σε μεγάλο βαθμό θέματα μικροοφειλών, ρευστοποίησης περιουσίας και γενικότερα ζητήματα που επικεντρώνονται στην περιστολή δαπανών στον δημόσιο φορέα. Στην Παράγραφο ΣΤ’ για την ρύθμιση θεμάτων αρμοδιότητας του υπουργείου υγείας αναφέρεται ότι: «Τα όρια δαπανών υγείας για τα έτη 2016 έως 2018 είναι 1.402.000.000,00 ευρώ κατ’ έτος». Σαφώς και οι τρεις μνημονιακοί νόμοι δημιούργησαν το κατάλληλο περιβάλλον για την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων στην υγεία αλλά και για την ιδιωτικοποίηση της υγείας μέσω της σχετικής νομοθεσίας. Μάλιστα αυτή η μεταβολή συνδέθηκε με την σταδιακή μείωση του αριθμού των υγειονομικών μονάδων και την υποστελέχωση σε ιατρικό προσωπικό (Παπαρηγοπούλου-Πεχλιβανίδη , 2017 , σ. 193)[5].

Το προβλεπόμενο νομοθετικό πλαίσιο του Ν 4600/19 της κυβέρνησης ΝΔ αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα της στροφής του ενδιαφέροντος προς την ιδιωτική υγεία και την κάλυψη των υγειονομικών αναγκών. Ο νόμος εστίασε   στην   δημιουργία   του   κατάλληλου   πλαισίου   για   την αποτελεσματικότερη οργάνωση και λειτουργία των ιδιωτικών μονάδων υγείας. Προσδιόρισε την έννοια της ιδιωτικής κλινικής (α 1) αλλά και κατηγοριοποίησε τις ιδιωτικές κλινικές ανάλογα με το είδος των υπηρεσιών που παρέχουν σε Γενικές, Ειδικές και Μεικτές (α 16). Αντίστοιχα καθόρισε τις προϋποθέσεις για την νόμιμη λειτουργία τους με βάσει την ύπαρξη συνολικού αριθμού κλινών (α 23 παρ 1). Επιπροσθέτως διατήρησε την απαγόρευση της χρήσης της λέξης «νοσοκομείο» από τις ιδιωτικές κλινικές (α 33).

Ο πρόσφατος Ν 4999/22 της νεοφιλελεύθερής, συντηρητικής της κυβέρνησης της ΝΔ έθεσε τα θεμέλια για την πλήρη ιδιωτικοποίηση του ΕΣΥ. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το προηγούμενο νομοθετικό πλαίσιο ακολουθούσε διαφορετική πορεία. Αν και στον σκοπό του νόμου αναφέρεται ότι επιδιώκει να διαχειριστεί την κρίση και την επιλογή του μόνιμου ιατρικού προσωπικού που θα στελεχώσει τα νοσοκομεία του ΕΣΥ (α 1). Μάλλον εστιάζει στην αντιμετώπιση των ελλείψεων στην υγεία μέσω της δημιουργίας ενός ελαστικού πλαισίου παροχής ιατρικών υπηρεσιών, στο οποίο το ιατρικό προσωπικό «επιλέγει» τον τρόπο που θα παράσχει τις υπηρεσίες του ακόμη και μέσω του ιδιωτικού φορέα. Πρόκειται ουσιαστικά για εργασιακές σχέσεις «πολλαπλών ταχυτήτων» που εντάσσονται στην λογική της ευελιξίας για την κάλυψη των αναγκών μιας επιχείρησης στο χώρο της υγείας παρά για πολιτική οργάνωσης και λειτουργίας μιας δημόσιας επιχείρησης.

Ο Ν 4999/2022 αποτελεί ένα κομβικό για την οργάνωση και λειτουργία του ΕΣΥ νομοθετικό πλαίσιο που ενίσχυσε την συνεργασία μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού φορέα. Τροποποίησε και αντικατέστησε το προηγούμενο νομοθετικό πλαίσιο του Ν 2889/2001 εισάγοντας ουσιαστικά εξαίρεση στην αρχή της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης των ιατρών του ΕΣΥ. Για παράδειγμα προβλέφθηκε η προκήρυξη θέσεων ιατρικού προσωπικού μερικής απασχόλησης για την κάλυψη των υγειονομικών αναγκών σε άγονες και προβληματικές περιοχές της χώρας (α 7). Μάλιστα προβλέφθηκε και η δυνατότητα των ιατρών που θα καλύψουν αυτές τις θέσεις να διατηρούν το δικαίωμα της ετεροαπασχόλησης σε ιδιωτικό ιατρείο ή οδοντιατρείο.

Επιπροσθέτως ο νόμος κατοχυρώνει και την απευθείας δυνατότητα απασχόλησης του ιατρικού προσωπικού να εργαστεί στον ιδιωτικό τομέα της υγείας. Αν και αναφέρει ότι διασφαλίζεται η αρχή της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης μέσω της εξαίρεσης που εισάγει την καταργεί. Κατ’ εξαίρεση λοιπόν δεν συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα η λειτουργία ιδιωτικού ιατρείου ή η παροχή υπηρεσιών με οποιαδήποτε σχέση ακόμη και στην περίπτωση παροχής υπηρεσιών συμβούλου σε ιδιωτική κλινική, ιδιωτικό διαγνωστικό κέντρο ή ιδιωτικό θεραπευτικό κέντρο μετά από άδεια από άδεια του Διοικητή ή του προέδρου του νοσοκομείου (α 10 παρ 1). Επίσης επιτρέπεται μετά από άδεια του οικείο φορέα η συμμετοχή ιατρών του ΕΣΥ σε «Συμβουλευτικές Επιτροπές Εμπειρογνωμόνων» για φάρμακα και θεραπείες στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό με αμοιβή ή χωρίς αμοιβή, οι οποίες οργανώνονται από φαρμακευτικές εταιρίες.

Σύμφωνα με το πρόσφατο νομοθετικό πλαίσιο του Ν 4999/22, προβλέπεται η ενίσχυση του ρόλου της ιδιωτικής υγείας. Ειδικότερα νομοθετείται ότι η λέξη «ιδιωτικές νοσοκομείο» δύναται να χρησιμοποιηθεί για ιδιωτικές κλινικές (α 42). Αναλυτικότερα, προβλέπεται ότι ιδιωτικές κλινικές δύνανται να χρησιμοποιούν στον διακριτικό τους τίτλο «ιδιωτικό νοσοκομείο» σ’ οποιαδήποτε γλώσσα με την προϋπόθεση να διαθέτουν 200 κλίνες, παθολογικό, χειρουργικό τομέα και μονάδα εντατικής θεραπείας και να λειτουργούν με συγκεκριμένα ποιοτικά κριτήρια. Τα ποιοτικά κριτήρια αυτά καθορίζονται με απόφαση του υπουργού υγείας, επίσης δύνανται να προβλεφθούν πρόσθετες προϋποθέσεις για την χρήση του όρου «ιδιωτικό νοσοκομείο». Ο νόμος εισάγει ουσιαστικά προσθήκη στην προηγούμενη ρύθμιση του α 33 παρ 2 του Ν 4600/19. Πρόκειται για μια θετική για την ιδιωτική υγεία νομοθεσία που ενισχύει τον ρόλο και την αξιοπιστία των ιδιωτικών κλινικών και της ιδιωτικής υγείας.

Σημαντική επίσης ρύθμιση στο νόμο αυτό είναι η πρόβλεψη ίδρυσης εταιρείας εκμετάλλευσης φαρμακείου ειδικού τύπου (α 52). Σύμφωνα με το νόμο, δύο ή περισσότεροι φαρμακοποιοί οι οποίοι κατέχουν άδεια λειτουργίας ίδρυσης φαρμακείου η οποία έχει χορηγηθεί βάσει πληθυσμιακών κριτηρίων εντός της ίδιας περιφέρειας δύνανται να ιδρύσουν φαρμακείο ειδικού τύπου (α 52 παρ 1 εδ α). Ο ανώτερος αριθμός συμμετοχής φαρμακοποιών σε εταιρεία εκμετάλλευσης φαρμακείου ειδικού τύπου είναι 7 φαρμακοποιοί, επίσης κάθε φαρμακοποιός δύναται να συμμετάσχει σε μια μόνο εταιρεία πανελλαδικώς (α 52 παρ 1 εδ β). Σαφώς το πλαίσιο αυτό ενισχύει τις ευκαιρίες συνεργασίας μεταξύ φαρμακοποιών και βέβαια την ιδιωτική πρωτοβουλία στον χώρο του φαρμάκου.

Χαρακτηριστική στο νομολογιακό πεδίο, η απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-180/2014 η οποία έκρινε ότι η Ελλάδα έχει παράβει τις υποχρεώσεις της προς ΕΕ μη εφαρμόζοντας το εβδομαδιαίο 48ωρο στις εφημερίες των ιατρών του ΕΣΥ. Ειδικότερα το ιατρικό προσωπικό του ΕΣΥ συχνά πραγματοποιούσε εφημερίες υπερβαίνοντας το εβδομαδιαίο όριο εργασίας θέτοντας ουσιαστικά σε κίνδυνο την υγεία των ασθενών αλλά και οδηγώντας στην φυσική και πνευματική εξάντληση τους ίδιους τους ιατρούς. Συνήθως η διοίκηση προέτρεπε τους εργαζόμενους να υπερβούν αυτό το όριο, ακόμη και αποστέλλοντας τους «εντέλλεσθε». Την εξέλιξη αυτή επιδίωξε να αποτρέψει η Οδηγία 2003/88/ΕΚ. Είναι σαφές ότι η υποστελέχωση του ΕΣΥ και η στρατηγική επιλογή της αποστολής «εντέλλεσθε» για την κάλυψη των κενών λόγω της υποστελέχωσης, οδήγησε στην καταδίκη της Ελλάδας για τις εργασιακές πρακτικές που ακολουθούσε την περίοδο της κρίσης στο ΕΣΥ.

V. Ταξική εκπαίδευση: ΔΒΜ, δεξιότητες, «οιονεί επιχειρηματικό μοντέλο», Κολλέγια, ΝΠΠΕ

Οι θεσμικές καταβολές της ΔΒΜ στην Ελλάδα, εντοπίζονται στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα σε νομοθετικές ρυθμίσεις για την καταπολέμηση του αναλφαβητισμού και στη συνέχεια για τη λαϊκή επιμόρφωση (Λαϊκή Επιμόρφωση). Με τον Ν. 1320/1983 ιδρύθηκε ως αρμόδιος κεντρικός φορέας, η Γενική Γραμματεία Λαϊκής Επιμόρφωσης, η οποία με τον Ν. 2909/2001 μετονομάστηκε σε Γενική Γραμματεία Εκπαίδευσης Ενηλίκων. Ακολούθως, με το Ν. 3699/2008 μετονομάστηκε σε Γενική Γραμματεία Διά Βίου Μάθησης (Γ.Γ.ΔΒΜ).

Για πρώτη φορά στην Ελλάδα, με την ψήφιση του Ν. 3879/2010 «Ανάπτυξη της Διά Βίου Μάθησης και λοιπές διατάξεις», διαμορφώθηκε μια ενιαία εθνική στρατηγική ΔΒΜ και συγκροτήθηκε το Εθνικό Δίκτυο Δια Βίου Μάθησης (Ε.Δ.ΔΒΜ), το οποίο απαρτίστηκε από το σύνολο των φορέων διοίκησης και παροχής υπηρεσιών ΔΒΜ. Στο πλαίσιο αυτό τέθηκαν η θεσμοθέτηση προτύπων και μέσων για την ανάπτυξη και ποιοτική αναβάθμιση της ΔΒΜ, η διασφάλιση της δυνατότητας πρόσβασης των ατόμων και ιδιαίτερα των μελών κοινωνικά ευπαθών και ευάλωτων ομάδων σε όλες τις δράσεις κατάρτισης και γενικής εκπαίδευσης ενηλίκων, η συνεχιζόμενη εκπαίδευση και αξιολόγηση των εκπαιδευτών ενηλίκων και η δημιουργία συνεκτικού εθνικού πλαισίου αξιολόγησης και πιστοποίησης για όλες τις μορφές κατάρτισης και γενικής εκπαίδευσης ενηλίκων, με την ίδρυση του Εθνικού Οργανισμού Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (ΕΟΠΠΕΠ). Τέλος, ως στόχος τέθηκε και η συγκρότηση ενιαίου εθνικού πλαισίου αναγνώρισης προσόντων και πιστοποίησης γνώσεων, δεξιοτήτων και ικανοτήτων (Εθνικό Πλαίσιο Προσόντων).

Χαρακτηριστική η ανάλυση της έννοιας των δεξιοτήτων στην οποία προβαίνει το πλαίσιο που ταυτίζεται με την προσέγγιση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την σημασία των δεξιοτήτων. Για την επιτροπή, οι δεξιότητες αποτελούν σημαντική κινητήρια δύναμη για την ανταγωνιστικότητα και την ικανότητα καινοτομίας και καθοριστικό παράγοντα κοινωνικής συνοχής και προσωπικής ευημερίας στην Ε.Ε. Την ίδια πορεία προσδιορισμού των δεξιοτήτων ακολουθεί και το ελληνικό σχετικό νομοθετικό πλαίσιο. Ειδικότερα, ο Ν. 4763/2020 ορίζει ως αναβάθμιση δεξιοτήτων την βραχυπρόθεσμη, στοχευμένη επαγγελματική κατάρτιση, που παρέχεται μετά την αρχική κατάρτιση και περιλαμβάνει παροχή συντονισμένων ευκαιριών μάθησης για τους ενήλικους με χαμηλή εξειδίκευση ή συγκεκριμένα προσόντα και αποσκοπεί στην στήριξη ενηλίκων με χαμηλά επίπεδα δεξιοτήτων και προσόντων για την ενίσχυση των βασικών δεξιοτήτων τους, όπως του γραμματισμού, του αριθμητισμού και των ψηφιακών ικανοτήτων ή την απόκτηση ενός ευρύτερου συνόλου δεξιοτήτων, γνώσεων και ικανοτήτων και την πορεία προς την απόκτηση υψηλότερων προσόντων (α. 2 περ. ε) ). Στο ισχύον αυτό πλαίσιο, δεν είναι αδικαιολόγητη η αναφορά του νόμου στην σύνδεση της εκπαίδευσης και της κατάρτισης με την παραγωγή και την αγορά (α. 6), εξάλλου σ’ αυτό εντάσσεται και η προβλεπόμενη αμειβόμενη μαθητεία (α. 2 περ. ζδ) ).

Στην λογική αυτή βασίζεται η διάκριση μεταξύ soft skills και hard skills, όροι που χρησιμοποιούνται ως δείκτες καταλληλότητας ενός υποψηφίου για την κάλυψη θέσεων εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, δηλαδή στις επιχειρήσεις.  Οι όροι hard skills και soft skills έχουν συγκεκριμένο περιεχόμενο. Hard skills είναι τα προσόντα που αντιστοιχούν σε ακαδημαϊκές και επαγγελματικές σπουδές όπως είναι οι ξένες γλώσσες, οι τεχνολογίες πληροφορίας (ΙΤ), το management, η λογιστική κ.α. Πρόκειται δηλαδή κυρίως για δεξιότητες που είναι χρήσιμες στο εμπόριο και την αγορά. Soft skills είναι οι δεξιότητες που αναδεικνύονται στο χώρο της εργασίας όπως είναι η συνέπεια, η επικοινωνία, η προσαρμοστικότητα κ.α. (Birt, 2024).

Το κείμενο της Διακήρυξης της Μπολόνια, ήρθε σε συνέχεια της Διακήρυξης της Σορβόννης του 1998 για την εναρμόνιση της δομής του ευρωπαϊκού συστήματος ανώτατης εκπαίδευσης. Στόχος της Διακήρυξης της Μπολόνια ήταν η διασφάλιση «καλύτερης συμβατότητας και πληρέστερης συγκρισιμότητας των συστημάτων Ανώτατης Εκπαίδευσης», και η βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας του ευρωπαϊκού συστήματος ανώτατης εκπαίδευσης. Η Διακήρυξη της Μπολόνια έθεσε ουσιαστικά ως στόχο της αναγνώριση της ειδίκευσης ως πυρήνα της οργάνωσης και των στόχων των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων. Η ειδίκευση όμως συνδέθηκε με την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων. Έθεσε λοιπόν τις βάσεις για την αναγνώριση ενός ανταγωνιστικού επιχειρηματικού μοντέλου διοίκησης και λειτουργίας των πανεπιστημίων στην ΕΕ.

Είναι σημαντικό να αναφερθεί, ότι το πλαίσιο των Ν. 4009/2011 και 4076/2012 αποτελεί συνέχεια των πολιτικών της δεκαετίας του 2000, υπό την έννοια  ότι αναπαράγει και προωθεί τον κυρίαρχο ευρωπαϊκό λόγο που αφορά  στην «πανεπιστημιακή παραγωγικότητα» (αποδοτικότητα), την «ανταπόκριση στην αγορά», τη «λογοδοσία», τη διασφάλιση της «ποιότητας», το  μοντέλο του «κράτους-αξιολογητή», τον «ακαδημαϊκό καπιταλισμό», την  έμφαση στην απασχολησιμότητα των αποφοίτων και τη λεγόμενη ΔΒΜ (Πασιάς & Πρόκου, 2022, σσ. 45-74; Λαμπριανού, 2019).

Στην Ελλάδα, η πορεία προς το επιχειρηματικό μοντέλο ήταν σταδιακή. Τόσο το πρώτο μνημονιακό πλαίσιο Ν 3845/10 όσο και οι επόμενοι μνημονιακοί νόμοι Ν 4046/12, Ν 4336/15 στόχευσαν στην δημιουργία του κατάλληλου εδάφους για την περαιτέρω επέκταση των δομών της «επιχείρησης» στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Αυτό έγινε με δύο τρόπους, αφενός με την ενίσχυση του ρόλου της ανώτερης διοίκησης, που θα λάμβανε τις «αναγκαίες» αποφάσεις, και αφετέρου με την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων του διδακτικού προσωπικού. Ο νόμος που κατοχύρωσε το λεγόμενο «οιονεί επιχειρηματικό μοντέλο» είναι ο Ν. 4009/2011, που αναφέρθηκε και στην προηγούμενη παράγραφο. Στόχος του νομοθέτη ήταν η υιοθέτηση του στα ελληνικά ΑΕΙ του μοντέλου της «οιονεί επιχειρηματικής διοίκησης» . (Τσολακίδης, 2014, σσ. 1-25).

Στο μοντέλο αυτό ο Πρύτανης έχει ιδιαιτέρως ενισχυμένες εξουσίες, το Συμβούλιο της Διοίκησης έχει κυρίως ελεγκτικά καθήκοντα και οι Κοσμήτορες επίσης αυξημένες εξουσίες. Πρόκειται για ένα μοντέλο που ευαγγελίζεται την παροχή υψηλής ποιότητας υπηρεσιών διοίκησης μέσω της συγκέντρωσης εξουσιών σε ορισμένα πρόσωπα και πλήρη ελέγχου των πόρων και κατ΄ επέκταση του γνωστικού αντικειμένου των μαθημάτων μέσω του ελέγχου της χρηματοδότησης.

Ο Ν 4957/22 της κυβέρνησης ΝΔ εστιάζει όπως αναφέρει στην ενίσχυση της ποιότητας, της λειτουργικότητας και της σύνδεσης των ΑΕΙ με την κοινωνία. Ειδικότερα, ο νόμος προβλέπει την δυνατότητα των ΔΕΠ να ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα ατομικώς ή μέσω εταιρείας (α 156 περ ζ) ). Η συγκεκριμένη δραστηριότητα θα πρέπει να είναι συναφής με την επιστημονική περιοχή του μέλους ΔΕΠ. Επίσης για την άσκηση της θα πρέπει να έχει ενημερωθεί ο Πρόεδρος του Τμήματος όπου υπηρετεί το μέλος ΔΕΠ Σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο, βασική και μοναδική προϋπόθεση είναι ότι η άσκηση της συγκεκριμένης επιχειρηματικής δραστηριότητας δεν προσδίδει εμπορική ιδιότητα στο μέλος ΔΕΠ Το συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο εστιάζει στην μετατροπή του πανεπιστημίου από μια εκπαιδευτική κοινότητα καθηγητών και ερευνητών σε ένα χώρο συνεργαζόμενων επιχειρηματιών (Saunders, 2010).

Επίσης ο νόμος προβλέπει ότι τα μέλη ΔΕΠ δύνανται να ασκήσουν τα καθήκοντα του διευθύνοντος συμβόλου στην Εταιρείας Αξιοποίησης και Διαχείρισης της Περιουσίας του ΑΕΙ συμμετέχοντας ουσιαστικά στο Δ.Σ. της εταιρείας (α. 156 περ. θ) ). Επιπροσθέτως δικαιούνται να συμμετάσχουν σε εταιρείες στις οποίες μετέχει το ΑΕΙ μετά από σύμφωνη γνώμη της Κοσμητείας (α. 156 περ. ιγ) ). Μάλιστα τα μέλη ΔΕΠ μερικής απασχόλησης  δύνανται να ασκούν όλες τις προβλεπόμενες δραστηριότητες του άρθρου πλην αυτών του διευθύνοντος συμβούλου σε ΕΑΔΠ ΑΕΙ (α. 156). Διαπιστώνεται ότι το συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο προωθεί την συνεργασία των πανεπιστημίων με την ελεύθερη αγορά μέσα από την δημιουργία κινήτρων συμμετοχής των μελών ΔΕΠ σε εταιρίες. Πρόκειται για σημαντικές νομοθετικές ρυθμίσεις υπέρ της εισόδου του ιδιωτικού φορέα στης τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Μερικά παραδείγματα τέτοιων εταιριών είναι η ΕΑΔΠ Πανεπιστημίου Αθηνών – Εταιρεία Αξιοποίησης και Διαχείρισης Περιουσίας του Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΕΑΔΠ Α.Π.Θ. – Εταιρεία Αξιοποίησης και Διαχείρισης Περιουσίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Αθηνών, ΕΑΔΠ Πανεπιστημίου Θεσσαλίας – Εταιρεία Αξιοποίησης και Διαχείρισης Περιουσίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και η ΕΑΔΠ Πανεπιστημίου Κρήτης – Εταιρεία Αξιοποίησης και Διαχείρισης της Περιουσίας του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Με τον Ν. 4093/2012 διαμορφώνεται το πλαίσιο για την οργάνωση και λειτουργία των ιδιωτικών εκπαιδευτικών φορέων (ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Θ). Προϋπήρχε βεβαίως το κατάλληλο νομοθετικό «έδαφος», ο προηγούμενος Ν 3696/2008 εξειδίκευσε το ρυθμιστικό πλαίσιο για τα κολλέγια. Για παράδειγμα στον εν λόγω νόμο προβλέπεται και το Μητρώο Κολλεγίων και το Μητρώο Εργαστηρίων Ελεύθερων Σπουδών (α 14) και το Μητρώο Διδασκόντων Κολλεγίων (α 15). Χαρακτηριστική η ρύθμιση που προβλέπει την καταβολή παράβολου χορήγησης άδειας λειτουργίας 10.000 ευρώ, την καταβολή άδειας λειτουργίας 10.000 ευρώ, για ανανέωση άδειας λειτουργίας 2.000 ευρώ, για άδεια μετεγκατάστασης 5.000 ευρώ και για εγγραφή στο μητρώο 100 ευρώ (α 20).

Ειδικότερα, ο νόμος προβλέπει ότι σε νομικό πρόσωπο χορηγείται άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, Κολλεγίου, ΙΙΕΚ (Ιδιωτικό Ινστιτούτο Επαγγελματικής Εκπαίδευσης), Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο, Φροντιστηρίου και Κέντρων Ξένων Γλωσσών με συγκεκριμένες προϋποθέσεις: Αυτές είναι να έχει καταστατική έδρα σε χώρα-μέλος της ΕΕ, οι μέτοχοι να μην έχουν την ιδιότητα δημοσίου υπαλλήλου, υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ. και κληρικού, να έχει ασφαλιστική και φορολογική ενημερότητα, να μην υφίσταται ζήτημα πτώχευσης, να μην έχει επιβληθεί διοικητική κύρωση, και ο νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου να πληροί συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Σημαντική νομοθετική εξέλιξη είναι η κατοχύρωση της εγκατάστασης παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων στην Ελλάδα μέσω του Ν. 5094/2024. Άτυπα αυτό ήδη συμβαίνει με την δευτερεύουσα εγκατάσταση πανεπιστημίων άλλων κρατών-μελών στην Ελλάδα, εδώ και πολλά χρόνια μέσω των ρυθμίσεων του Ν. 3696/2008 για τα Κολλέγια. Τα ΝΠΠΕ είναι μορφώματα ειδικής νομικής μορφής με αποκλειστικό αντικείμενο την παροχή πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και αποτελούν παραρτήματα αλλοδαπών Πανεπιστημίων. Ο νομοθέτης μέσω του νόμου αυτού υλοποιεί τους στόχους του α. 49 ΣυνθΛΕΕ και, ειδικότερα, το δικαίωμα δευτερεύουσας εγκατάστασης.

Τα ΝΠΠΕ θα απονέμουν ακαδημαϊκά αναγνωρισμένους τίτλους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, μετά από αδειοδότηση, αξιολόγηση και πιστοποίηση  από κρατικά όργανα των προγραμμάτων σπουδών τους και των κτιριακών, εργαστηριακών και ερευνητικών υποδομών τους. Σκοπός του νόμου είναι η ρύθμιση της αδειοδότησης της εγκατάστασης και λειτουργίας στην Ελλάδα παραρτημάτων μητρικών ιδρυμάτων υπό τη μορφή ΝΠΠΕ κατά τρόπο «σύμφωνο με τον συνταγματικό προορισμό της ανώτατης εκπαίδευσης».

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και το α. 21 του Ν. 5173/2025, υπέρ των αποφοίτων κολλεγίων που δίνει το δικαίωμα άσκησης επαγγέλματος στους αποφοίτους κολλεγίων, χωρίς να εγκρίνονται οι αιτήσεις τους με την διαδικασία που ορίζει ο νόμος και στην οποία υπόκεινται όλοι οι απόφοιτοι Πανεπιστημίων και οι κάτοχοι αναγνωρισμένων πτυχίων από τον Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π. αλλοδαπής. Ο νόμος αναφέρεται στους επαγγελματίες υγείας και ειδικότερα στους εξής επαγγελματικούς φορείς:  στο Σύλλογο Επιστημόνων Μαιών-Μαιευτών (β.δ. 15.12.1955, Α’ 347), στην Ένωση Νοσηλευτών-Νοσηλευτριών Ελλάδος (Ν. 3252/2004, Α’ 132), στον Πανελλήνιο Σύλλογο Φυσικοθεραπευτών (Ν. 3599/2007, Α’ 176), στον Πανελλήνιο Σύλλογο Ειιισκεπτών-Επισκεπτριών Υγείας (α. 40 Ν. 4058/2012, Α’ 63),  στον Πανελλήνιο Σύλλογο Οδοντοτεχνιτών (α. 54 έως 71 Ν. 4461/2017, Α’ 38), στον Πανελλήνιο Σύλλογος Εργοθεραπευτών (α. 72 έως 87 Ν. 4461/2017, Α’ 38), στον Πανελλήνιο Σύλλογο Οπτικών και Οπτομετρών (α. 76 έως 93Α Ν. 4486/2017, Α’ 115) και στην Ένωση Τεχνολόγων Ακτινολογίας Ακτινοθεραπείας Ελλάδας (Ν. 4975/2022, Α’ 187).

Είναι σαφές ότι τα Ν.Π.Π.Ε. διαμορφώνουν μια εσωτερική αγορά της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με κύριο σκοπό την περαιτέρω εμπορευματοποίηση γνωστικών αντικειμένων που θεωρούνται προσοδοφόρα. Η προσέλκυση Ελλήνων και ξένων «πελατών-φοιτητών» είναι ουσιαστικά ο κεντρικός στόχος των παραρτημάτων Ν.Π.Π.Ε., εφόσον η επιλογή της ελεύθερης αγοράς για την κάλυψη των ακαδημαϊκών αναγκών της χώρας χαρακτηρίζει το πνεύμα αλλά και το γράμμα του νόμου.

Πρόσφατη και σημαντική η υπο δημοσίευση απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ περί της αντισυνταγματικότητας του νόμου για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια[6]. Το ΣτΕ έκρινε ότι οι διατάξεις των παρ 5 και 8 παράλληλα με την παρ 1 του α. 16 Σ  κατοχυρώνουν την πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση, την ακαδημαϊκή ελευθερία και γενικότερα την ελευθερία στην εκπαίδευση. Υπο το πρίσμα του α. 28 Σ και των α 2 και 4 παρ. 3 ΕΕ, οι προαναφερθείσες συνταγματικές ρυθμίσεις ερμηνεύονται με βάση τις αρχές της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και της καλόπιστης συνεργασίας των κρατών μελών της ΕΕ. Στο ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο της ελευθερίας εγκατάστασης σε κράτος-μέλος, του δικαιώματος πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση και του δικαιώματος ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, το ΣτΕ έκρινε ότι δεν αντίκειται στο Σύνταγμα η ίδρυση παραρτημάτων αλλοδαπών πανεπιστημίων προερχομένων από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από χώρα συμβεβλημένη στην GATS (α. 49, 165 ΣΛΕΕ, α. 14 παρ. 3 ΧΘΔΕΕ). Εν κατακλείδι, η απόφαση αυτή αποτελεί ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα νομολογιακής αναγνώρισης του ρόλου της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και του ανταγωνισμού στην ανώτατη εκπαίδευση.

VI. Συμπεράσματα

Η επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού συνδέθηκε με την αποδυνάμωση του παραδοσιακού μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους και με την επιλογή του κεφαλαίου να εντείνει την καπιταλιστική συσσώρευση προκειμένου να διασώσει τα κεκτημένα της ανώτερης τάξης. Τα κεκτημένα της οποίας απειλούνταν λόγω της εφαρμογής της αναδιανεμητικής κοινωνικής πολιτικής – όσο αυτό επιτρεπόταν στο πλαίσιο της καπιταλιστικής οργάνωσης της κοινωνίας – αλλά και λόγω της έντασης των κοινωνικών διεκδικήσεων την λεγόμενη «χρυσή περίοδο» της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη.

Η Ελλάδα ακολούθησε, όπως οι περισσότερες χώρες, την σταδιακή υιοθέτηση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου στην οργάνωση και λειτουργία του κράτους. Η εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης ατζέντας στην Ελλάδα είχε ξεκινήσει νωρίτερα της οικονομικής κρίσης αλλά εντατικοποιήθηκε την μνημονιακή περίοδο με μέτρα προώθησης ελαστικών σχέσεων εργασίας, κεφαλαιοποίησης της κοινωνικής ασφάλισης, ιδιωτικοποίησης της υγείας και εμπορευματοποίησης της εκπαίδευσης. Μάλιστα μέτρα όμοιας λογικής εφαρμόστηκαν και μετά την αποχώρηση της χώρας από τα μνημονιακά δεσμά γεγονός που απέδειξε ότι η επίκληση της προσωρινότητας των μνημονιακών ρυθμίσεων ήταν έωλη αν όχι προσχηματική.

Με βάση το προαναφερθέν θεωρητικό πλαίσιο, στην νομική πράξη ο νεοφιλελευθερισμός επιχείρησε να επανασχεδιάσει το νομοθετικό και νομολογιακό περιβάλλον της εργασίας, της κοινωνικής ασφάλισης, της υγείας και της εκπαίδευσης. Για παράδειγμα, στην εργασία η προώθηση των ελαστικών συνθήκων εργασίας μέσω της αύξησης του χρόνου εργασίας, της κατάργησης στην πράξη της κυριακάτικης αργίας, της επέκτασης του διευθυντικού δικαιώματος, της αποδυνάμωσης της δικαιώματος προσφυγής στην διαιτησία και του δικαιώματος της απεργίας, της μείωσης των αποδοχών των εργαζόμενων σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αλλά και της άρσης της μονιμότητας σε δημόσιες υπηρεσίες αποτελεί μια χαρακτηριστική νεοφιλελεύθερη στρατηγική για την μείωση του κόστους της εργασίας.

Αναλόγως, στην κοινωνική ασφάλιση, ο νεοφιλελευθερισμός μετατρέπει την συνταξιοδότηση από μηχανισμό κοινωνικής αλληλεγγύης και κοινωνικής προστασίας σε επενδυτικό προϊόν. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω της κεφαλαιοποίησης της κοινωνικής ασφάλισης με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον ευρωπαϊκό ατομικό συνταξιοδοτικό λογαριασμό. Μεταφέρεται με αυτό τον τρόπο το ρίσκο της συνταξιοδότησης από το κράτος στον ασφαλισμένο. Σαφώς και η αύξηση του χρόνου του εργασιακού βίου μέσω της αύξησης των ορίων της συνταξιοδότησης αλλά και της προώθησης της παραμονής στην εργασία μέσω των ποσοστών αναπλήρωσης εντάσσεται στον ευρύτερο νεοφιλελεύθερο σχεδιασμό για μείωση του κόστους εργασίας αλλά και της χρονικής περιόδου παραμονής στην συνταξιοδότηση.

Στην περίπτωση της δημόσιας υγείας ο νεοφιλελευθερισμός επιδιώκει τον επανασχεδιασμό της οργάνωσης και λειτουργίας των δημόσιων υπηρεσιών υγείας με όρους κόστους-οφέλους. Για παράδειγμα, η δυνατότητα που δόθηκε στο ιατρικό προσωπικό του ΕΣΥ για εργασία εκτός του δημοσίου φορέα, αποτελεί παραβίαση του πλήρους και αποκλειστικού χαρακτήρα της θέσεως του ιατρού του ΕΣΥ. Σ’ αυτή βεβαίως την λογική εντάσσεται και η επιλογή του κράτους να μην προκηρύσσει συχνά προσλήψεις μόνιμου προσωπικού στην υγεία.

Στην εκπαίδευση η σύνδεση του περιεχομένου της εκπαίδευσης με την αγορά σχετίζεται με την προσπάθεια του νεοφιλελευθερισμού να μειώσει το κόστος της δημόσιας εκπαίδευσης αλλά και να την συντονίσει με τις ανάγκες της ελεύθερης αγοράς. Η κατάργηση μαθημάτων που θεωρούνται ότι δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες της αγοράς εργασίας, η προώθηση ΠΜΣ επι πληρωμή αλλά και η ενίσχυση του ρόλου των ιδιωτικών πανεπιστημίων και κολλεγίων αποτελούν μέτρα υπερ της εμπορευματοποίησης της εκπαίδευσης και της δημιουργίας αγορών εντός της.

Στον νεοφιλελευθερισμό η εργασία, η ασφάλιση, η υγεία και η εκπαίδευση αποτελούν εμπορεύσιμα προϊόντα. Και τα τέσσερα συνδέονται με τέσσερα βασικά χαρακτηστικά του νεοφιλελεύθερου κράτους πρόνοιας. Αυτά είναι η προώθηση της μορφής της επιχείρησης, η εξατομίκευση της κοινωνικής ασφάλισης, η υποχώρηση του κράτους και η αναβίωση της ταξικότητας.  Βασικοί λοιπόν πυλώνες της νεοφιλελεύθερης κοινωνικής ατζέντας είναι η επιχείρηση, το άτομο, το ελάχιστο κράτος και η τάξη. Και τα τέσσερα χαρακτηριστικά εντοπίζονται σε κάθε πρωτοβουλία νεοφιλελεύθερης μεταρρύθμισης. Παραδείγματος χάριν, στο περιεχόμενο των μνημονιακών μέτρων και των προτάσεων του ΟΟΣΑ και του ΔΝΤ εντάσσεται η προσαρμογή της εργασίας, της κοινωνικής ασφάλισης, της δημόσιας υγείας και της δημόσιας εκπαίδευσης στην αγορά και στους κανόνες του ανταγωνισμού.

Ο νεοφιλελευθερισμός προωθεί ένα συγκεκριμένο μοντέλο οργάνωσης της κοινωνίας στην εργασία, στην κοινωνική ασφάλιση, στην υγεία και στην εκπαίδευση. Λογικώς συνάγεται ότι απαιτείται κάποιο επίπεδο αποτελεσματικής οργάνωσης του κράτους ώστε να επιτευχθούν οι στόχοι του νεοφιλελευθερισμού. Το νέο μοντέλο κράτους δεν απεκδύεται τον ρόλο του ως κράτος πρόνοιας αλλά τον προσαρμόζει στις ανάγκες της επιχειρηματικότητας και του ανταγωνισμού. Στον νεοφιλελευθερισμό, η κοινωνική λειτουργία του κράτους επαναπροσδιορίζεται και οριοθετείται αποκλειστικώς μέσω της αγοράς και της οικονομίας καθιστώντας πιο αποτελεσματική την διασφάλιση του καπιταλιστικού συστήματος και ειδικότερα των συμφερόντων της αστικής τάξης. Πρακτικώς επιδιώκεται να διασφαλιστεί ένα  ελάχιστο  επίπεδο  κοινωνικής  προστασίας  χωρίς να επηρεάζονται οι μηχανισμοί της αγοράς.

Η ανάγκη του νεοφιλελευθερισμού για μια κοινωνία ταυτισμένη με την ελεύθερη αγορά συμπορεύεται με την επαναερμηνεία των κοινωνικών δικαιωμάτων μέσω της εξατομίκευσης τους. Στην μεταπολεμική εκδοχή τους, τα κοινωνικά δικαιώματα δεν εστίαζαν στα ίδια τα άτομα ούτε σε συγκεκριμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, αλλά στο κοινωνικό σύνολο και ειδικότερα σε διαφορετικές κατηγορίες πολιτών και κοινωνικές ομάδες (Μανιτάκης, 2007, σσ. 101-106; Μανιτάκης, 1993, σσ. 163-167; Κασιμάτης & Μαυριάς, 2000, σσ. 315-337; Κατρούγκαλος, 1998, σσ. ιδ. 68-382). Ουσιαστικά, τα κοινωνικά δικαιώματα έχουν πολιτικό χαρακτήρα και διασφαλίζουν την άσκηση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων (Marshal & Botomore, 1995; Σπανού, 2005, σσ. 226-297; Κοντιάδης Ξ. , 1997, σσ. 57-111). Ο νεοφιλελεύθερος πλήρης έλεγχος των πόρων και των υπηρεσιών στο δημόσιο φορέα για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς, προϋποθέτει την εξαιρετική κατά περίπτωση ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών και όχι την καθολική κάλυψη αυτών. Δηλαδή την ενίσχυση της αρχής της επιλεκτικότητας έναντι της καθολικότητας. Δηλαδή την δημιουργία ενός ελάχιστου πλαισίου προστασίας για τους πιο αδύναμους και άτυχους πολίτες. Εν τέλει, τα κοινωνικά δικαιώματα δεν προσεγγίζονται μέσω της καθολικότητας αλλά μόνο ως εξατομικευμένα «κατ’ εξαίρεση» κοινωνικά δικαιώματα.

Η νομική προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων επαναπροσδιορίζει τα όρια τους και τους φορείς των δικαιωμάτων αυτών. Το δίκαιο καθίσταται εργαλείο της πολιτικής στο βαθμό που προσαρμόζεται στις επιταγές της νεοφιλελεύθερης πολιτικής εξουσίας και ιδεολογίας. Τα κοινωνικά δικαιώματα προσδιορίζονται με βάση τις ανάγκες της επιχειρηματικότητας και του ανταγωνισμού. Για παράδειγμα η προστασία του δημόσιου συμφέροντος ταυτίζεται με την προάσπιση του δημοσιονομικού συμφέροντος, η διασφάλιση των εργασιακών δικαιωμάτων συνδέεται με την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, η βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος με την ενίσχυση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, η επιβίωση του ΕΣΥ με την προώθηση των ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας και η πρόσβαση στην εκπαίδευση με την ενίσχυση των ιδιωτικών πανεπιστημίων.

Στο ρυθμιστικό αυτό περιβάλλον, τα πρόσωπα που καθίστανται φορείς των κοινωνικών δικαιωμάτων είναι κυρίως άτομα που βρίσκονται στο φάσμα της ακραίας ένδειας ή αδυνατούν να εργαστούν λόγω γήρατος ή κάποιας σοβαρής ασθένειας. Αποτελούν δηλαδή τις «ατυχείς» εξαιρέσεις και όχι ευρύτερες κατηγορίες πολιτών με κοινά κοινωνικο-οικονομικά χαρακτηριστικά. Το κράτος επιδιώκει να συντηρεί τις κοινωνικές ανισότητες που δημιουργούνται στο πλαίσιο του ελεύθερου ανταγωνισμού μη παρεμβαίνοντας στους μηχανισμούς της αγοράς.

Η ένταξη όλο και περισσότερων ιδιωτικό-οικονομικών κριτηρίων και νεοφιλελεύθερων οικονομικών αρχών στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των κοινωνικών υπηρεσιών αποτελεί βασικό κανόνα (νέο δημόσιο μάνατζμεντ) (Ρωσσίδης, 2014; Ρωσσίδης, 2021, σσ. 140-142; Μιχαλόπουλος, 2003; Bovaird & Loffler, 2009; Λαδή, 2012; Σωτηρόπουλος & Νταλάκου, 2021). Δεδομένου μάλιστα ότι δεν αναζητούνται άλλες λύσεις που θεωρούνται κοστοβόρες όπως είναι η αύξηση των προσλήψεων μόνιμου προσωπικού και η αύξηση της μισθοδοσίας των δημοσίων υπαλλήλων (κοστοβόρες με βάση την λογική του μάνατζμεντ). Η κατίσχυση της οικονομίας πάνω στο δίκαιο αποτυπώνεται και στον έλεγχο της συνταγματικότητας του νόμων (Γιαννακόπουλος, 2015, σσ. 417-442)

Ουσιαστικά, οι επιλογές αυτές αντανακλώνται και στο ευρύτερο κοινωνικό δίκαιο. Για παράδειγμα, στο δίκαιο της κοινωνικής ασφάλισης εντάσσονται στοιχεία χρηματιστηριακού και τραπεζικού δικαίου μέσω της κεφαλαιοποίησης. Το εργατικό δίκαιο παραγκωνίζεται από το εμπορικό δίκαιο μέσω της επικράτησης του διευθυντικού δικαιώματος (εταιρικό δίκαιο, δίκαιο των επιχειρήσεων). Το δημόσιο δίκαιο της υγείας αποικιοποιείται από το δίκαιο της ιδιωτικής υγείας και το δημόσιο δίκαιο της εκπαίδευσης διαμορφώνεται από το δίκαιο της ιδιωτικής εκπαίδευσης μέσω της εμπορευματοποίησης της ανώτατης εκπαίδευσης. Εν κατακλείδι, διαπιστώνεται ότι συνολικώς το δημόσιο δίκαιο και το εργατικό δίκαιο αντικαθίστανται σταδιακά από το κατ’ εξοχήν ιδιωτικό δίκαιο.

 

Βιβλιογραφία

Barney, J., & Hesterly, W. (2022). Στρατηγικό μάνατζμεντ και ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. (Α. Βεργίδου, Μεταφρ.) Θεσσαλονίκη: Τζιόλας.

Birt, J. (2024). Hard Skills vs. Soft Skills: What’s the Difference? Ανάκτηση 2024, από https://www.indeed.com/career-advice/resumes-cover-letters/hard-skills-vs-soft-skills#:~:text=In%20job%20descriptions%2C%20employers%20often,leadership%2C%20communication%20or%20time%20management%20.

Bovaird, T., & Loffler, E. (2009). Public Management and Governance. New York: Routledge.

ΕU (2022). ec.europa.eu. Retrieved 2023, from https://ec.europa.eu/commission/: https://ec.europa.eu/commission/presscorner/detail/el/IP_22_1941

Eur-Lex. (2023). eur-lex.europa.eu. Ανάκτηση 2023, από https://eur-lex.europa.eu/: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:32019R1238&from=EN

Hibou, B. (2024). Η γραφειοκρατικοποίηση του κόσμου στην νεοφιλελεύθερη εποχή. (Β. Πατσογιάννης, Μεταφρ.) Αθήνα: Πλήθος.

Marshal, T., & Botomore, T. (1995). Ιδιότητα του Πολίτη και Κοινωνική Τάξη. (Gutenberg, Επιμ., & Ο. Στασινοπούλου, Μεταφρ.) Αθήνα.

Palier, B. (2010). A Long Goodbye to Bismark? Amsterdam: Amsterdam University Press.

Saunders, D. (2010). Neoliberal Ideology and Public Higher Education in the United States. Journal for Critical Education Policy Studies, 8, pp. 41-77. Retrieved August 2024, from http://www.jceps.com/wp-content/uploads/PDFs/08-1-02.pdf

Thatcher, M. (1980, May 21). margaretthatcher.org. Retrieved 2022, from www.margaretthatcher.org/document/104368: https://www.margaretthatcher.org/document/104368

Thatcher, M. (1987). margaretthatcher.org. Retrieved 2022, from www.margaretthatcher.org: https://www.margaretthatcher.org/document/106689

Γέροντας, Α. (2011). Δημόσιο Οικονομικό Δίκαιο. Αθήνα-Κομοτηνή: Σάκκουλας.

Γιαννακόπουλος, Κ. (2015, 4). Τo ελληνικό Σύνταγμα και η επιφύλαξη του εφικτού της προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων: «να είστε ρεαλιστές, να ζητάτε το αδύνατο». Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου, 417-442.

ΔΣΑ. (2023). dsanet.gr. Ανάκτηση 2023, από www.dsanet.gr: https://www.dsanet.gr

Ζαρωτιάδης, Γ. (2012). Νεοφιλελευθερισμός-Χυδαία απλός ή απλά χυδαίος. Αθήνα: Gutenberg.

Κακουλίδου, Θ., Κορφιάτης, Π., Μελίδης, Κ., & Τουρτούρη, Μ. (2021). Η ζώνη της εισφάλειας στην Ελλάδα. Εμπειρία κια προτάσεις πολιτικής. Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς.

Καλτσώνης, Δ. (2014). Δίκαιο, οικονομική κρίση και δημοκρατία. Αθήνα: Τόπος.

Καλτσώνης, Δ. (2019). Το κράτος στην Κίνα. Αθήνα: Τόπος.

Κασιμάτης, Γ., & Μαυριάς, Κ. (2000). Ερμηνεία του Συντάγματος Ι. Αθήνα: Αντ. Σάκκουλας.

Κατρούγκαλος, Γ. (1998). Το κοινωνικό κράτος της μεταβιομηχανικής εποχής: Θεσμοί παροχικής διοίκησης και κοινωνικά δικαιώματα στον σύγχρονο κόσμο. Αθήνα: Αντ. Ν. Σάκκουλα.

Κοντιάδης, Ξ. (1997). Κράτος πρόνοιας και κοινωνικά δικαιώματα. Αθήνα: Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλας.

Κοντιάδης, Ξ. (2001). Μεταμορφώσεις του κοινωνικού κράτους στην εποχή της παγκοσμιοποίησης . Αθήνα : Παπαζήση.

Κουζής, Γ. (2022). Η Μεγάλη Εργασιάκη Απορρύθμιση. Αθήνα: Τόπος.

Κουκιάδης, Ι. (2021). Εργατικό δίκαιο: Ατομικές εργατικές σχέσεις και το δίκαιο της ευελιξίας στην εργασία. Αθήνα/Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας.

Λαδή, Σ. (2012). Δημόσια πολιτική στην Ελλάδα. Στο Δ. Σωτηρόπουλος, & Β. Νταλάκου, Το Σύγχρονο Διοικητικό Σύστημα στην Ελλάδα (σσ. 55-73). Αθήνα: ΕΑΠ.

Λαμπριανού, Λ. (2019). Η επιβολή νεοφιλελεύθερων πολιτικών στην εκπαίδευση και την επιστήμη. Θέσεις(149). Ανάκτηση 2024, από http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&view=article&id=1465:category-1465&catid=168&Itemid=113

Μανιτάκης, Α. (1993). Κράτος δικαίου και δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας. Θεσσαλονίκη: Εκδ. Σάκκουλας.

Μανιτάκης, Α. (2007). Τι είναι Κράτος. Αθήνα: Σαββάλας.

Μιχαλόπουλος, Ν. (2003). Απο την δημόσια γραφειοκρατία στο δημόσιο μάνατζμεντ. Αθήνα: Παπαζήση.

Μπουραντάς, Δ. (2005). Ηγεσία – Ο δρόμος της διαρκούς επιτυχίας. Αθήνα: Κριτική.

Παπαρηγοπούλου-Πεχλιβανίδη , Π. (2017 ). Το Δημόσιο Δίκαιο της Υγείας . Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη .

Πασιάς, Γ., & Πρόκου, Ε. (2022). Η μεταρρύθμιση του ελληνικού πανεπιστημίου (2011-2015). Η διαχείριση της ‘κρίσης’ και η αλλαγή παραδείγματος». Συγκριτική και Διεθνής Εκπαιδευτική Επιθεώρηση, σσ. 45-74. Ανάκτηση 2024, από https://www.academia.edu/87956811/Πασιάς_Γ_and_Πρόκου_Ελ_2022_Η_μεταρρύθμιση_του_ελληνικού_πανεπιστημίου_2011_2015_Η_διαχείριση_της_κρίσης_και_η_αλλαγή_παραδείγματος_Συγκριτική_και_Διεθνής_Εκπαιδευτική_Επιθεώρηση_28_σσ_45_74

Πολυμενάκος, Β. (2025). Νεοφιλελευθερισμός και κράτος πρόνοιας: από το θεωρητικό πλαίσιο στη νομική πράξη. Αθήνα: Αντ. Ν. Σάκκουλας.

Ρομπόλης, Σ., & Μπέτσης, Β. (2023). Η κεφαλαιοποίηση της επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης. Αθήνα: Α.Α. Λιβάνη.

Ρωσσίδης, Γ. (2014). Εφαρμογές Επιχειρησιακού Μάνατζμεντ στην Ελληνική Δημόσια Διοίκηση. Αθήνα: Σταμούλη ΑΕ.

Ρωσσίδης, Γ. (2021). Ο δημόσιος τομέας. Στο Δ. Σωτηρόπουλος, & Β. Νταλάκου, Το Συγχρονο Διοικητικό Σύστημα στην Ελλάδα (σσ. 125-150). Αθήνα: ΕΑΠ.

Σπανού, Κ. (2005). Η πραγματικότητα των δικαιωμάτων. Αθήνα: Σαββάλας.

Σωτηρόπουλος, Δ., & Νταλάκου, Β. (2021). Εισαγωγή. Στο Δ. Σωτηρόπουλος, & Β. Νταλάκου, Το Σύγχρονο Διοικητικό Σύστημα στην Ελλάδα (σσ. 15-28). Αθήνα: ΕΑΠ.

Τσολακίδης, Ζ. (2014). Το Δίκαιο των Α.Ε.Ι. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.

[2] Επιχειρήσεις Προσωρινής Απασχόλησης – ΕΠΑ

[3] Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας – ΑΣΕ

[4] Ακρωνύμια ταμείων:

Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων – ΕΤΑΑ

Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών – ΙΚΑ-ΕΤΑΜ

Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Προσωπικού ΜΜΕ – ΕΤΑΑ

Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων – ΕΤΑΤ

Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης – ΕΤΕΑ

Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών – ΕΤΕΑΕΠ

Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών – ΕΤΕΑΜ

Ενιαίος Δημοσιογραφικός Οργανισμός Επικουρικής Ασφάλισης Περίθαλψης – ΕΔΟΕΑΠ

Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης – ΕΦΚΑ

Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών – ΙΣΑ

Κλάδοι σύνταξης του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού Ασφαλιστικής Εταιρείας «Η ΕΘΝΙΚΗ»– ΤΑΠΑΕ-Ε

Κλάδοι σύνταξης του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού ΕΤΒΑ – ΤΑΠ-ΕΤΒΑ

Κλάδοι σύνταξης του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού ΟΤΕ – ΤΑΠ-ΟΤΕ

Οργανισμός Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών – ΟΑΕΕ

Οργανισμός Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ – ΟΑΠ-ΔΕΗ

Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας – ΠΦΥ

Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας – ΣΣΕ

Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης – ΣΚΑ

Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης – ΤΕΑ

Ταμείο Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ – ΤΑΠ-ΔΕΗ

Ταμείο Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών & Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας – ΤΑΥΤΕΚΩ

Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων – ΤΕΑΔΥ

Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδος – ΤΕΑΗΕ

Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Ιδιωτικού Τομέα – ΤΕΑΙΤ

Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Πρόνοιας Απασχολούμενων στα Σώματα Ασφαλείας – ΤΕΑΠΑΣΑ νυν ΤΑΠΑΣΑ

Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης – ΤΕΚΑ

Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης – ΤΕΚΑ

Ταμείο Πρόνοιας και Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Ιπποδρομιών – ΤΑΠΕΑΠΙ

Ταμείο Προνοίας Ξενοδόχων – ΤΠΞ

Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού – ΗΣΑΠ

Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού της Τραπέζης της Ελλάδος – ΤΣΠ-ΤΕ

Ταμείο Συντάξεων του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος – ΤΣΠ-ΕΤΕ

Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων – ΤΕΑΠΕΤ

Τομέας Ασφάλισης Ναυτικών και Τουριστικών Πρακτόρων – ΤΑΝΤΠ

Τομέας Επικουρικής Ασφάλισης Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων – ΤΕΑΥΕΚ πρώην Κλάδος Επικουρικής Ασφάλισης του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων

Τομέας Πρόνοιας Δικηγόρων Αθηνών – ΤΠΔΑ πρώην Ταμείο Πρόνοιας Δικηγόρων Αθηνών

[5] Ειδικότερα ο αριθμός των κέντρων υγείας μειώθηκε από 205 κέντρα υγείας την περίοδο 2012-2015 σε 204 την περίοδο 2015-2019. Σημαντικό να επισημανθεί ότι ενώ από την ίδρυση του ΕΣΥ (172 Κέντρα Υγείας την πρώτη περίοδο) μέχρι το 2015 είχαμε μια αύξηση των μονάδων περίπου 20%, αντίθετα την περίοδο της κρίσης προκύπτει μια μείωση περίπου του 1%. Παράλληλα προκύπτει μείωση του ιατρικού προσωπικού στα κέντρα υγείας από 2049 ιατρούς το 2012 σε 1831 το 2019.

[6] Η Ολομέλεια συνήλθε στις 2.6.2025 και 13.6.2025 στο πλαίσιο δικασίμου της 11.4.2025.

Σχετικές αναρτήσεις