Κυριάκος Τσελεγκίδης
θεολόγος, νομικός, οικονομολόγος
Δρ. Θρησκευτικού Τουρισμού, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής
Μεταδιδακτορικός Ερευνητής, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής
Περίληψη
Ο θρησκευτικός και προσκυνηματικός τουρισμός βρίσκεται στο σημείο συνάντησης της τουριστικής πολιτικής, της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, της τοπικής και περιφερειακής διοίκησης και, στους ενεργούς τόπους λατρείας, της θρησκευτικής διοίκησης. Η διεθνής βιβλιογραφία έχει εξετάσει εκτενώς τα κίνητρα των επισκεπτών, τη σχέση προσκυνήματος και τουρισμού και τη διαχείριση της θρησκευτικής κληρονομιάς, ενώ λιγότερο συστηματικά έχει μελετηθεί η κατανομή και ο συντονισμός των σχετικών αρμοδιοτήτων σε διαφορετικά διοικητικά συστήματα. Το άρθρο συγκρίνει την Ελλάδα και την Ισπανία με ποιοτικό συγκριτικό σχεδιασμό και εξέταση νομοθετικών, διοικητικών και κανονιστικών πηγών, επίσημων στρατηγικών, εγγράφων δημόσιων και θρησκευτικών φορέων και επιστημονικής βιβλιογραφίας. Στην Ελλάδα καταγράφεται ρητή εθνική νομοθετική αναγνώριση του πεδίου, ενώ στην Ισπανία οι τουριστικές αρμοδιότητες ασκούνται σε μεγαλύτερο βαθμό σε περιφερειακό επίπεδο και συνοδεύονται από πιο θεσμοποιημένες μορφές διαδιοικητικής συνεργασίας. Και στις δύο χώρες, η τουριστική χρήση συνυπάρχει με την πολιτιστική προστασία και τη συνεχιζόμενη λατρευτική λειτουργία. Το βασικό συγκριτικό εύρημα είναι ότι η κανονιστική αναγνώριση, η εδαφική κατανομή των αρμοδιοτήτων και η σταθερότητα του συντονισμού αποτελούν διακριτές διαστάσεις της θεσμικής διακυβέρνησης.
Λέξεις-κλειδιά: θρησκευτικός τουρισμός, προσκυνηματικός τουρισμός, δημόσια πολιτική, θεσμική διακυβέρνηση, πολυεπίπεδη διακυβέρνηση, θρησκευτική κληρονομιά, Ελλάδα, Ισπανία.
- Εισαγωγή
Ο θρησκευτικός και προσκυνηματικός τουρισμός φέρνει σε επαφή πεδία δημόσιας πολιτικής με διαφορετικές αρμοδιότητες και κανονιστικές απαιτήσεις. Ναοί, μονές, προσκυνήματα και ιστορικές διαδρομές μπορεί να λειτουργούν συγχρόνως ως ενεργοί τόποι λατρείας, προστατευόμενα πολιτιστικά αγαθά και προορισμοί επίσκεψης. Η διοίκησή τους αφορά την τουριστική πολιτική, την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, την αυτοδιοίκηση και, όταν διατηρείται η λατρευτική χρήση, τους αρμόδιους θρησκευτικούς φορείς.
Η βιβλιογραφία έχει εξετάσει τη σχέση προσκυνητή και τουρίστα, τα μικτά κίνητρα επίσκεψης, τη διαχείριση της θρησκευτικής κληρονομιάς και τη διακυβέρνηση τουριστικών προορισμών (Aulet & Vidal, 2018; Bramwell & Lane, 2011; Collins-Kreiner, 2018; Kim et al., 2020; Thouki, 2022). Για τη δημόσια πολιτική, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται και συνδέονται οι αρμοδιότητες γύρω από τον ίδιο τόπο ή τη διαδρομή. Η συνεχιζόμενη λατρευτική χρήση επηρεάζει την πρόσβαση και την οργάνωση της επίσκεψης, ενώ οι προσκυνηματικές διαδρομές αυξάνουν τις ανάγκες συντονισμού όταν υπερβαίνουν διοικητικά όρια (Loulanski & Loulanski, 2011; Moscarelli et al., 2020).
Η Ελλάδα και η Ισπανία επιλέχθηκαν επειδή διαθέτουν εκτεταμένη χριστιανική κληρονομιά, ενεργές προσκυνηματικές πρακτικές και σημαντική τουριστική δραστηριότητα, αλλά διαφέρουν στην εδαφική οργάνωση των δημόσιων αρμοδιοτήτων. Στην Ελλάδα, μελέτες για την Καβάλα και τη Διαδρομή του Αποστόλου Παύλου έχουν ήδη καταγράψει τη σημασία του θεσμικού συντονισμού για τη συγκρότηση θρησκευτικών διαδρομών (Bausch et al., 2020; Tsironis, 2022). Η σύγκριση των δύο χωρών επιτρέπει να εξεταστούν διαφορετικοί τρόποι σύνδεσης εθνικής ρύθμισης, αποκέντρωσης και συνεργασίας.
Στο σώμα της βιβλιογραφίας που συγκροτήθηκε για την παρούσα έρευνα δεν εντοπίστηκε συστηματική σύγκριση Ελλάδας και Ισπανίας με κοινά κριτήρια ως προς την κατανομή των αρμοδιοτήτων, τη θέση των θρησκευτικών φορέων, τη διαχείριση ενεργών τόπων λατρείας και την οργάνωση προσκυνηματικών διαδρομών. Σε αυτό το συγκεκριμένο κενό εστιάζει το άρθρο.
Η έρευνα θέτει δύο ερωτήματα. Πρώτον, πώς κατανέμονται και συνδέονται οι αρμοδιότητες δημόσιων και θρησκευτικών φορέων στη θεσμική διακυβέρνηση του θρησκευτικού και προσκυνηματικού τουρισμού στην Ελλάδα και την Ισπανία; Δεύτερον, ποιες συγκλίσεις και διαφοροποιήσεις καταγράφονται ως προς την προστασία της θρησκευτικής κληρονομιάς, τη διατήρηση της λατρευτικής λειτουργίας και τον συντονισμό των προσκυνηματικών διαδρομών;
Ακολουθείται ποιοτικός συγκριτικός σχεδιασμός δύο εθνικών περιπτώσεων, οι οποίες επιλέχθηκαν σκόπιμα λόγω των κοινών χαρακτηριστικών τους και της διαφορετικής εδαφικής οργάνωσης των αρμοδιοτήτων (Seawright & Gerring, 2008; Skarbek, 2020; Steiner-Khamsi & Morais de Sa e Silva, 2024). Το ερευνητικό υλικό περιλαμβάνει εθνική και περιφερειακή νομοθεσία, κανονιστικές και διοικητικές πράξεις, στρατηγικές τουριστικής πολιτικής, έγγραφα δημόσιων και θρησκευτικών φορέων και επιστημονικές δημοσιεύσεις. Εντάχθηκαν πηγές που παρείχαν άμεση πληροφορία για τουλάχιστον έναν από τους τέσσερις άξονες της σύγκρισης, οι οποίοι είναι η κατανομή διοικητικών αρμοδιοτήτων, η θέση θρησκευτικών φορέων, η προστασία και η χρήση της θρησκευτικής κληρονομιάς και η διοίκηση προσκυνηματικών διαδρομών. Για τον προσδιορισμό των ισχυουσών αρμοδιοτήτων δόθηκε προτεραιότητα στις πρωτογενείς επίσημες πηγές. Η επεξεργασία ακολούθησε τη λογική της συστηματικής εξέτασης εγγράφων και τα στάδια της προσέγγισης READ, με καταγραφή του φορέα έκδοσης, της ημερομηνίας, του είδους του εγγράφου και, στις κανονιστικές πηγές, της νομικής ισχύος (Bowen, 2009; Dalglish et al., 2020). Η χρονική αποτύπωση φθάνει έως τον Αύγουστο του 2026. Η μελέτη εξετάζει τη θεσμική οργάνωση και δεν επιχειρεί να κατατάξει τα δύο συστήματα ως προς τη συνολική αποτελεσματικότητά τους.
- Θεωρητικό και εννοιολογικό πλαίσιο
Η σχέση προσκυνήματος και τουρισμού δεν αποδίδεται επαρκώς με δύο απολύτως διακριτές κατηγορίες επισκεπτών. Η έρευνα καταγράφει συνδυασμούς θρησκευτικών, πολιτιστικών, προσωπικών και ταξιδιωτικών κινήτρων, τα οποία μπορεί να μεταβάλλονται ακόμη και κατά τη διάρκεια της ίδιας διαδρομής (Collins-Kreiner, 2018; Kim et al., 2020; Terzidou et al., 2018). Για την παρούσα μελέτη, κρίσιμο είναι πώς οργανώνεται η χρήση των θρησκευτικών τόπων και διαδρομών και όχι η απόδοση μιας αποκλειστικής ταυτότητας σε κάθε επισκέπτη.
Ως θρησκευτικός τουρισμός νοούνται εδώ οι μετακινήσεις στις οποίες θρησκευτικοί τόποι, μνημεία, τελετές ή διαδρομές αποτελούν ουσιώδες μέρος της επίσκεψης, ακόμη και όταν το κίνητρο δεν είναι αποκλειστικά λατρευτικό. Ο όρος προσκυνηματικός τουρισμός χρησιμοποιείται στενότερα για μετακινήσεις με εμφανή σχέση προς την πρακτική του προσκυνήματος, αναγνωρισμένους ιερούς τόπους ή προσκυνηματικές διαδρομές. Η διάκριση υπηρετεί τη συγκριτική εξέταση της διοίκησής τους.
Η θρησκευτική κληρονομιά περιλαμβάνει υλικά στοιχεία, όπως ναούς, μονές, παρεκκλήσια, έργα τέχνης και ιστορικές διαδρομές, αλλά και άυλες πρακτικές που συνδέονται με τελετές, εορτές και προσκυνήματα. Όταν ένας προστατευόμενος χώρος εξακολουθεί να χρησιμοποιείται για λατρεία, οι υποχρεώσεις πολιτιστικής προστασίας συνυπάρχουν με τη θρησκευτική λειτουργία και τις ανάγκες της επισκεψιμότητας. Αποφάσεις για φύλαξη, συντήρηση, πληροφόρηση ή πρόσβαση μπορεί έτσι να εμπλέκουν φορείς με διαφορετική νομική βάση και ευθύνη (Thouki, 2022). Στις θρησκευτικές-πολιτιστικές διαδρομές ο αριθμός των εμπλεκόμενων τόπων και φορέων καθιστά τον συντονισμό μέρος της ίδιας της διαχείρισης (Moira et al., 2021).
Ο όρος ενεργός τόπος λατρείας περιγράφει έναν χώρο στον οποίο η θρησκευτική χρήση συνεχίζεται και πρέπει να συνεκτιμάται μαζί με την πολιτιστική προστασία και την τουριστική επίσκεψη. Δεν προϋποθέτει σύγκρουση μεταξύ των λειτουργιών. Επιτρέπει, όμως, να εξεταστεί ποιος αποφασίζει για καθεμία και με ποιες διαδικασίες συνδέονται οι σχετικές αρμοδιότητες.
Η έννοια της διακυβέρνησης χρησιμοποιείται για να εξεταστούν αυτές οι σχέσεις πέρα από την απλή παράθεση νομοθετικών διατάξεων. Στην τουριστική βιβλιογραφία αφορά τον τρόπο με τον οποίο δημόσιες αρχές, οργανισμοί διαχείρισης, επιχειρήσεις, τοπικές κοινότητες και άλλοι φορείς συμμετέχουν στη λήψη και εφαρμογή αποφάσεων. Η παρουσία πολλών συμμετεχόντων δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη αποτελεσματικής συνεργασίας. Εξετάζονται η κατανομή αρμοδιοτήτων και πόρων, η δυνατότητα παρέμβασης και οι σχέσεις μεταξύ των εμπλεκομένων (Bramwell & Lane, 2011; Roxas et al., 2020).
Στον θρησκευτικό και προσκυνηματικό τουρισμό, εκκλησίες, θρησκευτικές κοινότητες, μονές και φορείς προσκυνημάτων μπορεί να είναι ιδιοκτήτες, χρήστες ή διοικητές των χώρων που δέχονται επισκέπτες. Μία απόφαση μπορεί επομένως να αφορά συγχρόνως δημόσιες αρμοδιότητες τουρισμού και πολιτιστικής προστασίας και εσωτερική θρησκευτική διοίκηση. Η πραγματική δυνατότητα συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από την τυπική παρουσία ενός φορέα. Σε διαφορετικό πεδίο, η Rethimiotaki (2012, σ. 695) επισημαίνει ότι η συμμετοχή χωρίς δυνατότητα επίδρασης στις αποφάσεις παραμένει περιορισμένη; η παρατήρηση αυτή προσφέρει χρήσιμο σημείο αναφοράς για τα σχήματα συνεργασίας που εξετάζονται εδώ.
Η πολυεπίπεδη διακυβέρνηση προσφέρει ένα δεύτερο εργαλείο για τη σύγκριση. Οι Hooghe και Marks (2003) περιγράφουν την κατανομή της δημόσιας εξουσίας μεταξύ διαφορετικών επιπέδων και διακρίνουν σταθερές εδαφικές δικαιοδοσίες από περισσότερο εξειδικευμένες δομές που οργανώνονται γύρω από συγκεκριμένες λειτουργίες. Η τυπολογία δεν μεταφέρεται αυτούσια στον θρησκευτικό τουρισμό, βοηθά όμως να διακριθεί η εδαφική κατανομή των αρμοδιοτήτων από ειδικούς μηχανισμούς συνεργασίας, όπως εκείνοι που απαιτούνται για μια διαπεριφερειακή προσκυνηματική διαδρομή.
Στην παρούσα έρευνα, η θεσμική διακυβέρνηση αναφέρεται στην επίσημη κατανομή αρμοδιοτήτων, στη θέση δημόσιων και θρησκευτικών φορέων και στους νομοθετικά προβλεπόμενους ή διοικητικά διαπιστώσιμους μηχανισμούς συντονισμού. Ο όρος χρησιμοποιείται περιγραφικά και δεν προδικάζει την αποτελεσματικότητα των δύο συστημάτων. Η σύγκριση οργανώνεται στους τέσσερις άξονες που ορίστηκαν στην εισαγωγή, ώστε οι διαφορές να συνδέονται με συγκεκριμένες ρυθμίσεις και θεσμούς.
- Η θεσμική διακυβέρνηση του θρησκευτικού και προσκυνηματικού τουρισμού στην Ελλάδα
3.1 Θεσμική αναγνώριση και κατανομή αρμοδιοτήτων
Στην Ελλάδα, ο θρησκευτικός και προσκυνηματικός τουρισμός διαθέτει ρητή νομοθετική αναγνώριση. Το άρθρο 15 του ν. 4582/2018 εντάσσει τη συγκεκριμένη μορφή μετακίνησης στο θεσμικό πλαίσιο των ειδικών και θεματικών μορφών τουρισμού και περιγράφει με σχετικά ευρύ τρόπο το περιεχόμενό της. Στην έννοια περιλαμβάνονται ταξίδια προς τόπους, χώρους, μνημεία, μονές και ναούς θρησκευτικής σημασίας, όταν η επίσκεψη συνδέεται με θρησκευτικό, ιστορικό, πολιτιστικό ή εκπαιδευτικό ενδιαφέρον. Η διάταξη αναφέρεται επίσης σε προσκυνηματικές περιηγήσεις, συμμετοχή σε θρησκευτικές τελετές και εκδηλώσεις και σε μετακινήσεις που σχετίζονται με τη λατρευτική πίστη (Ν. 4582/2018, άρθρο 15).
Η επιλογή του νομοθέτη έχει σημασία για τον τρόπο με τον οποίο οριοθετείται το πεδίο. Ο θρησκευτικός και προσκυνηματικός τουρισμός δεν συνδέεται αποκλειστικά με έναν επισκέπτη που ταξιδεύει για αυστηρά λατρευτικούς λόγους. Η αναφορά σε ιστορικό, πολιτιστικό και εκπαιδευτικό ενδιαφέρον επιτρέπει την ένταξη μετακινήσεων με σύνθετα κίνητρα, στοιχείο που βρίσκεται σε συμφωνία με τη σύγχρονη βιβλιογραφική συζήτηση για τη δυσκολία απόλυτου διαχωρισμού μεταξύ προσκυνητή και τουρίστα. Από διοικητική άποψη, αυτό σημαίνει ότι η εφαρμογή της σχετικής πολιτικής μπορεί να αφορά ένα ευρύτερο φάσμα τόπων και δραστηριοτήτων από εκείνο που θα προέκυπτε από έναν στενά λατρευτικό ορισμό.
Η ίδια διάταξη περιλαμβάνει επίσης δράσεις γνωστών θρησκευτικών κοινοτήτων και πρωτοβουλίες που συνδέονται με θρησκευτικά μνημεία, τόπους και παραδόσεις. Η νομοθετική αναγνώριση του θρησκευτικού και προσκυνηματικού τουρισμού δεν μεταβάλλει, ωστόσο, το ειδικό καθεστώς που μπορεί να διέπει τους χώρους στους οποίους αναπτύσσονται οι σχετικές δραστηριότητες. Όταν ένας ναός, μια μονή ή άλλο θρησκευτικό αγαθό αποτελεί αρχαιολογικό χώρο, ιστορικό τόπο ή προστατευόμενο μνημείο, εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι κανόνες της πολιτιστικής προστασίας. Η τουριστική ή προσκυνηματική αξιοποίησή του δεν δημιουργεί αυτοτελές καθεστώς χρήσης ούτε περιορίζει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την προστασία του μνημείου.
Η συνύπαρξη διαφορετικών κανονιστικών απαιτήσεων στον ίδιο χώρο συνδέεται με ένα ευρύτερο χαρακτηριστικό της δημόσιας διοίκησης του τουρισμού. Η τουριστική δραστηριότητα εκτείνεται σε περισσότερα πεδία δημόσιας πολιτικής και για τη διοίκησή της εμπλέκονται διαφορετικά υπουργεία, δημόσιοι οργανισμοί και φορείς της αυτοδιοίκησης. Η άσκηση της τουριστικής πολιτικής προϋποθέτει, επομένως, συντονισμό μεταξύ αρχών που διαθέτουν διαφορετικές αρμοδιότητες (Μοίρα et al., 2024). Στον θρησκευτικό και προσκυνηματικό τουρισμό η ανάγκη αυτή γίνεται περισσότερο εμφανής, επειδή ένας ναός, μια μονή ή άλλο θρησκευτικό αγαθό μπορεί να λειτουργεί συγχρόνως ως τουριστικός προορισμός, προστατευόμενο πολιτιστικό αγαθό και ενεργός τόπος λατρείας. Η προβολή του ως προορισμού, η προστασία και συντήρηση του μνημείου, οι τοπικές ή περιφερειακές δράσεις και η λατρευτική λειτουργία μπορεί να υπάγονται σε διαφορετικούς φορείς. Για την εξέταση της ελληνικής περίπτωσης χρειάζεται, συνεπώς, να προσδιοριστούν οι αρμοδιότητες του Υπουργείου Τουρισμού και του ΕΟΤ σε σχέση με εκείνες του Υπουργείου Πολιτισμού, της αυτοδιοίκησης και των αρμόδιων εκκλησιαστικών φορέων.
Σε εθνικό επίπεδο, η χάραξη της τουριστικής πολιτικής ανήκει στο Υπουργείο Τουρισμού, ενώ ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού έχει κεντρική θέση στην προώθηση και προβολή της χώρας. Το π.δ. 72/2018 προβλέπει ότι ο ΕΟΤ υλοποιεί την πολιτική τουριστικής προβολής και συνεργάζεται με τις Περιφέρειες και άλλους δημόσιους φορείς (Π.Δ. 72/2018). Στις σχετικές δράσεις μπορούν να περιλαμβάνονται και θρησκευτικοί ή προσκυνηματικοί προορισμοί. Η προβολή τους, όμως, δεν μεταβάλλει τις αρμοδιότητες που συνδέονται με τη διοίκηση, την πολιτιστική προστασία ή τη λατρευτική χρήση των ίδιων των χώρων.
Οι Περιφέρειες και οι λοιποί φορείς της αυτοδιοίκησης διαθέτουν επίσης δυνατότητα ανάπτυξης δράσεων τουριστικής προβολής. Η δυνατότητα αυτή ασκείται μέσα σε διαδικασίες συντονισμού με τον εθνικό τουριστικό σχεδιασμό. Το άρθρο 46 του ν. 4276/2014 προβλέπει την εναρμόνιση των σχετικών ενεργειών με τον γενικό σχεδιασμό, ενώ για τις Περιφέρειες το άρθρο 136 του ν. 4964/2022 αντικατέστησε το άρθρο 57 του ν. 4875/2021, διατηρώντας τη διαδικασία προηγούμενης έγκρισης από τον ΕΟΤ (Ν. 4276/2014, άρθρο 46; Ν. 4875/2021, άρθρο 57, όπως αντικαταστάθηκε με Ν. 4964/2022, άρθρο 136). Η κατανομή αυτή δείχνει ότι η αυτοδιοίκηση μπορεί να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, αλλά η τουριστική προβολή δεν λειτουργεί αποκομμένα από τον εθνικό σχεδιασμό.
Η ανάγκη σύνδεσης των διαφορετικών αρμοδιοτήτων έχει οδηγήσει και στη δημιουργία ειδικών μηχανισμών συνεργασίας. Τον Ιούνιο του 2024 το Υπουργείο Τουρισμού υπέγραψε κοινό Πρωτόκολλο Συνεργασίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, την Εκκλησία της Ελλάδος και την Εκκλησία της Κρήτης, σε συνέχεια επιμέρους πρωτοκόλλων που είχαν συναφθεί από το 2013. Η συνεργασία αφορά, μεταξύ άλλων, την προστασία, την ανάδειξη και την προβολή θρησκευτικών μνημείων, τόπων λατρείας και προσκυνημάτων (Υπουργείο Τουρισμού, 2024b). Η ύπαρξη του πρωτοκόλλου επιβεβαιώνει ότι η ανάπτυξη του θρησκευτικού τουρισμού αντιμετωπίζεται ως πεδίο στο οποίο απαιτείται οργανωμένη επικοινωνία μεταξύ δημόσιων και εκκλησιαστικών φορέων.
Η λειτουργία αυτών των μηχανισμών πρέπει να διαχωρίζεται από την κατανομή της νόμιμης αρμοδιότητας. Το πρωτόκολλο συνεργασίας δεν μεταφέρει στις εκκλησιαστικές αρχές αρμοδιότητες που ο νόμος αναθέτει στο Υπουργείο Τουρισμού, στον ΕΟΤ ή στο Υπουργείο Πολιτισμού. Αντίστοιχα, η συμμετοχή δημόσιων φορέων σε κοινές δράσεις δεν καταργεί την ευθύνη των θρησκευτικών οργανισμών για τη λατρευτική χρήση των χώρων τους. Πρόκειται για διαδικασίες συντονισμού μεταξύ φορέων που εξακολουθούν να διαθέτουν διαφορετική νομική βάση και διαφορετικό πεδίο ευθύνης.
Η διάκριση γίνεται ακόμη σαφέστερη στην περίπτωση των θρησκευτικών χώρων που υπάγονται στο καθεστώς προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς. Ο ν. 4858/2021 ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, την προστασία των ακινήτων μνημείων, τις επιτρεπόμενες επεμβάσεις και τη χρήση τους. Όταν ένας ναός ή μια μονή εμπίπτει στις σχετικές διατάξεις, οι προϋποθέσεις προστασίας εξακολουθούν να ισχύουν ανεξάρτητα από την τουριστική ή προσκυνηματική αξιοποίησή του. Η ένταξη ενός τέτοιου χώρου σε οργανωμένη διαδρομή, σε πρόγραμμα προβολής ή σε άλλη τουριστική δράση δεν μεταβάλλει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το καθεστώς του μνημείου (Ν. 4858/2021, ιδίως άρθρα 10, 40 και 46).
Το ιδιοκτησιακό καθεστώς προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο στη διοίκηση των θρησκευτικών μνημείων. Το άρθρο 73 του ν. 4858/2021 διατηρεί, υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, υφιστάμενα δικαιώματα κυριότητας εκκλησιαστικών νομικών προσώπων και άλλων θρησκευτικών φορέων σε αρχαία μνημεία θρησκευτικού χαρακτήρα. Ένας θρησκευτικός χώρος μπορεί, επομένως, να βρίσκεται σε εκκλησιαστική κυριότητα ή χρήση και συγχρόνως να υπάγεται στην κρατική εποπτεία ως προστατευόμενο πολιτιστικό αγαθό (Ν. 4858/2021, άρθρο 73).
Η συνύπαρξη αυτή έχει άμεσες συνέπειες για τη διακυβέρνηση. Η ιδιοκτησία δεν ταυτίζεται με την αρμοδιότητα πολιτιστικής προστασίας, όπως και η κρατική εποπτεία του μνημείου δεν υποκαθιστά τη θρησκευτική διοίκηση της λατρευτικής του λειτουργίας. Για τον ίδιο χώρο μπορεί επομένως να απαιτείται η εμπλοκή περισσότερων φορέων, ανάλογα με το ζήτημα που τίθεται κάθε φορά. Η προστασία του μνημείου, η πραγματοποίηση μιας επέμβασης, η τουριστική προβολή, η πρόσβαση των επισκεπτών και η τέλεση της λατρείας δεν αποτελούν κατ’ ανάγκη αντικείμενο της ίδιας αρμόδιας αρχής. Αυτή η κατανομή εξηγεί γιατί ο συντονισμός έχει ουσιαστικό περιεχόμενο στην ελληνική περίπτωση και δεν περιορίζεται σε μία γενική διοικητική απαίτηση.
3.2 Θεσμική συνεργασία και διακυβέρνηση των προσκυνηματικών διαδρομών στην Ελλάδα
Η θέση των θρησκευτικών φορέων στο ελληνικό σύστημα δεν περιορίζεται στη συμμετοχή τους ως ενδιαφερόμενων μερών σε δράσεις τουριστικής ανάπτυξης. Η Εκκλησία της Ελλάδος διαθέτει ειδική οργανωτική δομή για τις προσκυνηματικές περιηγήσεις. Ο Κανονισμός 281/2015 συνέστησε το Συνοδικό Γραφείο Προσκυνηματικών Περιηγήσεων ως υπηρεσιακή μονάδα της Ιεράς Συνόδου, με αρμοδιότητες που περιλαμβάνουν την ανάδειξη των προσκυνημάτων και τη συνεργασία με κρατικές αρχές, φορείς της αυτοδιοίκησης και οργανισμούς του τουρισμού (Κανονισμός 281/2015).
Η ύπαρξη ειδικού Συνοδικού Γραφείου έχει ενδιαφέρον επειδή παρέχει στην Εκκλησία οργανωμένο σημείο επαφής με τη δημόσια διοίκηση για θέματα προσκυνηματικού τουρισμού. Οι σχετικές πρωτοβουλίες δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από αποσπασματικές επαφές μεταξύ επιμέρους φορέων, αλλά μπορούν να υποστηρίζονται από θεσμοθετημένη εκκλησιαστική δομή. Η Κοινή Συντονιστική Επιτροπή του Προσκυνηματικού Τουρισμού και το Πρωτόκολλο του 2024 προσθέτουν ένα ακόμη επίπεδο συνεργασίας, καθώς δημιουργούν οργανωμένο σημείο επικοινωνίας μεταξύ εκκλησιαστικών αρχών, Υπουργείου Τουρισμού, Υπουργείου Πολιτισμού και ΕΟΤ (Υπουργείο Τουρισμού, 2024b).
Από το εξεταζόμενο υλικό δεν προκύπτει ότι οι μηχανισμοί αυτοί μεταβάλλουν τη νόμιμη κατανομή των αρμοδιοτήτων. Οι εκκλησιαστικοί φορείς δεν αναλαμβάνουν τις αρμοδιότητες του κράτους για την πολιτιστική προστασία ή την εθνική τουριστική πολιτική, όπως και οι δημόσιες αρχές δεν υποκαθιστούν την εκκλησιαστική διοίκηση ως προς τη λατρευτική λειτουργία. Η συνεργασία αποκτά νόημα ακριβώς επειδή οι αρμοδιότητες παραμένουν διακριτές και χρειάζεται να συνδεθούν όταν αφορούν τον ίδιο χώρο ή την ίδια δράση.
Οι προσκυνηματικές διαδρομές κάνουν αυτή τη συνύπαρξη περισσότερο ορατή. Σε αντίθεση με έναν μεμονωμένο θρησκευτικό τόπο, μια διαδρομή συνδέει περισσότερες τοποθεσίες και συχνά διασχίζει διαφορετικές διοικητικές περιοχές. Μπορεί να περιλαμβάνει ενεργούς ναούς και μονές, προστατευόμενα μνημεία, σημεία ιστορικού ενδιαφέροντος, οδικές ή πεζοπορικές υποδομές και υπηρεσίες επισκεπτών. Η λειτουργία της εξαρτάται, επομένως, από περισσότερους οργανισμούς και από τη δυνατότητα σύνδεσης των επιμέρους αρμοδιοτήτων τους.
Η Διαδρομή του Αποστόλου Παύλου αποτελεί μία από τις περιπτώσεις στις οποίες η σχετική βιβλιογραφία έχει εξετάσει αυτές τις απαιτήσεις. Η διαδρομή συνδέει τόπους διαφορετικών περιοχών με ιστορικά και θρησκευτικά σημεία αναφοράς. Η μελέτη του Tsironis (2022) για την Κεντρική Μακεδονία εξετάζει τη σχέση της διαδρομής με το προσκύνημα και τον θρησκευτικό τουρισμό και συνδέει την ανάπτυξή της με την οργάνωση των διαθέσιμων θρησκευτικών και τοπικών πόρων. Η έρευνα των Bausch et al. (2020) για την Καβάλα καταγράφει, από διαφορετική σκοπιά, θεσμικές και πολιτιστικές δυσκολίες που επηρεάζουν τη συγκρότηση ενός συνεκτικού δικτύου γύρω από το προσκύνημα.
Οι δύο μελέτες δεν αρκούν για να περιγράψουν συνολικά τη διοίκηση των προσκυνηματικών διαδρομών στην Ελλάδα. Δείχνουν, όμως, ότι η ύπαρξη θρησκευτικών τόπων και ιστορικών αναφορών δεν αρκεί από μόνη της για τη συγκρότηση μιας λειτουργικής διαδρομής. Απαιτείται σύνδεση των επιμέρους σημείων, οργανωτική συνέχεια και συνεργασία μεταξύ φορέων που διαθέτουν διαφορετικές αρμοδιότητες. Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα εμφανές όταν η διαδρομή υπερβαίνει τα διοικητικά όρια ενός δήμου ή μιας Περιφέρειας.
Άλλη μορφή συνεργασίας καταγράφεται σε περιφερειακό επίπεδο. Τον Μάιο του 2026 η Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας διοργάνωσε για ενδέκατη συνεχή χρονιά την Προσκυνηματική Διαδρομή προς τον Όσιο Ιωάννη τον Ρώσο. Η σηματοδοτημένη διαδρομή μήκους 18,1 χιλιομέτρων πραγματοποιήθηκε με τη στήριξη της αρμόδιας Ιεράς Μητρόπολης και τη συνεργασία δήμων, κρατικών υπηρεσιών και εθελοντικών οργανώσεων (Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας, 2026). Η συγκεκριμένη περίπτωση δείχνει ότι μία Περιφέρεια μπορεί να αναλάβει οργανωτικό ρόλο και να συνδέσει γύρω από μία προσκυνηματική δράση φορείς διαφορετικού χαρακτήρα.
Το παράδειγμα τεκμηριώνει την ύπαρξη επαναλαμβανόμενης περιφερειακής συνεργασίας, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ενιαίου εθνικού συστήματος διοίκησης προσκυνηματικών διαδρομών. Η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης για τη σύγκριση που ακολουθεί με την Ισπανία. Στο ελληνικό υλικό καταγράφονται θεσμοθετημένες μορφές συνεργασίας σε εθνικό επίπεδο για τον θρησκευτικό και προσκυνηματικό τουρισμό, καθώς και συγκεκριμένες περιφερειακές ή τοπικές πρωτοβουλίες. Δεν εντοπίζεται, όμως, αντίστοιχος μόνιμος διαπεριφερειακός μηχανισμός που να έχει συγκροτηθεί γύρω από μία ενιαία εθνική προσκυνηματική διαδρομή.
Η ελληνική περίπτωση χαρακτηρίζεται από κατανομή των αρμοδιοτήτων που αφορούν την τουριστική πολιτική και προβολή, την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, τη λατρευτική λειτουργία και τις τοπικές ή περιφερειακές πρωτοβουλίες μεταξύ διαφορετικών φορέων. Η κατανομή αυτή έχει διαφορετική θεσμική βάση ανάλογα με το πεδίο: σε ορισμένους τομείς καθορίζεται από τη νομοθεσία, ενώ σε άλλους η συνεργασία μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων οργανώνεται μέσω πρωτοκόλλων, κοινών επιτροπών ή συγκεκριμένων δράσεων σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Οι προσκυνηματικές διαδρομές αποτελούν χαρακτηριστικό πεδίο όπου αυτές οι διαφορετικές αρμοδιότητες συναντώνται στην πράξη, καθώς η οργάνωσή τους μπορεί να απαιτεί τη συμμετοχή δημόσιων αρχών, εκκλησιαστικών φορέων και φορέων της αυτοδιοίκησης.
Η ρητή αναγνώριση του θρησκευτικού και προσκυνηματικού τουρισμού από τον εθνικό νομοθέτη παρέχει ένα κοινό θεσμικό σημείο αναφοράς, χωρίς όμως να συγκεντρώνει σε έναν φορέα το σύνολο των σχετικών αρμοδιοτήτων. Η τουριστική ανάπτυξη, η προστασία των μνημείων, η λατρευτική χρήση των θρησκευτικών χώρων και η οργάνωση επιμέρους δράσεων εξακολουθούν να διέπονται από διαφορετικούς κανόνες και να υπάγονται σε διαφορετικούς φορείς. Το ελληνικό σύστημα στηρίζεται, συνεπώς, στη συνύπαρξη και στη συνεργασία διακριτών αρμοδιοτήτων. Το ζήτημα της διακυβέρνησης του προσκυνηματικού τουρισμού δεν είναι επομένως μόνο ζήτημα κατανομής αρμοδιοτήτων, αλλά και ζήτημα του τρόπου με τον οποίο οι αρμοδιότητες αυτές συνδέονται στην πράξη γύρω από έναν κοινό τόπο, μια διαδρομή ή μια συγκεκριμένη προσκυνηματική δράση.
- Η θεσμική διακυβέρνηση του θρησκευτικού και προσκυνηματικού τουρισμού στην Ισπανία
4.1 Θεσμική αναγνώριση, κατανομή αρμοδιοτήτων και περιφερειακή οργάνωση
Στις εθνικές πηγές που εξετάστηκαν για την Ισπανία δεν εντοπίστηκε ενιαίος νομοθετικός ορισμός του θρησκευτικού και προσκυνηματικού τουρισμού αντίστοιχος με εκείνον του άρθρου 15 του ελληνικού ν. 4582/2018. Αυτό δεν σημαίνει ότι το πεδίο απουσιάζει από τη δημόσια πολιτική. Οι σχετικές μορφές ταξιδιού εμφανίζονται στον εθνικό τουριστικό σχεδιασμό, στο δίκαιο της πολιτιστικής κληρονομιάς, στην περιφερειακή νομοθεσία και σε ειδικές ρυθμίσεις που αφορούν συγκεκριμένους τόπους και προσκυνηματικές διαδρομές. Η ισπανική περίπτωση χαρακτηρίζεται, συνεπώς, από διαφορετικό τρόπο θεσμικής ενσωμάτωσης του αντικειμένου.
Η Estrategia España Turismo 2030, η οποία εγκρίθηκε το 2025, περιλαμβάνει ρητές αναφορές σε ταξίδια που συνδέονται με θρησκευτικές και πνευματικές αξίες. Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρονται προσκυνηματικές μετακινήσεις, οι romerías και οι θρησκευτικές εκδηλώσεις της Semana Santa (Ministerio de Industria y Turismo, 2025). Η παρουσία αυτών των μορφών στο εθνικό στρατηγικό κείμενο τεκμηριώνει την αναγνώρισή τους ως τμήματος της ισπανικής τουριστικής δραστηριότητας. Η στρατηγική αυτή αναγνώριση δεν ισοδυναμεί, όμως, με τη δημιουργία ιδιαίτερου νομικού καθεστώτος για τον θρησκευτικό και προσκυνηματικό τουρισμό.
Η διαφορά από την Ελλάδα εντοπίζεται ακριβώς σε αυτό το επίπεδο. Στην ελληνική περίπτωση υπάρχει κοινός νομοθετικός ορισμός σε εθνικό επίπεδο. Στην Ισπανία, αντίθετα, η εθνική πολιτική αναγνωρίζει συγκεκριμένες μορφές θρησκευτικού και προσκυνηματικού ταξιδιού, ενώ η ρύθμιση και η διοικητική τους εφαρμογή εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις αρμοδιότητες των Αυτόνομων Κοινοτήτων. Για τη σύγκριση των δύο χωρών, επομένως, χρειάζεται να διαχωριστεί η εθνική αναγνώριση ενός πεδίου από το διοικητικό επίπεδο στο οποίο ασκούνται οι επιμέρους αρμοδιότητες.
Το κεντρικό κράτος εξακολουθεί να διαθέτει συγκεκριμένες λειτουργίες στον τουρισμό. Το Instituto de Turismo de España (Turespaña) είναι αρμόδιο, μεταξύ άλλων, για τη διεθνή τουριστική προβολή της Ισπανίας και για τη συνεργασία με τις Αυτόνομες Κοινότητες και άλλους φορείς (Real Decreto 425/2013, art. 2). Η παρουσία του Turespaña διατηρεί έναν εθνικό μηχανισμό εξωτερικής προβολής. Δεν συνεπάγεται, όμως, ότι η οργάνωση της τουριστικής δραστηριότητας συγκεντρώνεται στο κεντρικό επίπεδο.
Η ισχυρή περιφερειακή διάσταση της ισπανικής τουριστικής διοίκησης έχει συνταγματική βάση. Το άρθρο 148.1.18 της Constitución Española προβλέπει ότι οι Αυτόνομες Κοινότητες μπορούν να αναλάβουν αρμοδιότητες για την προώθηση και οργάνωση του τουρισμού στην επικράτειά τους. Το άρθρο 148.1.16 αφορά τη μνημειακή κληρονομιά ενδιαφέροντος της αντίστοιχης Κοινότητας. Παράλληλα, το κράτος διατηρεί, σύμφωνα με το άρθρο 149.1.28, αρμοδιότητες για την προστασία της ισπανικής ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς έναντι εξαγωγής και λεηλασίας, καθώς και τη γενικότερη πολιτιστική λειτουργία που προβλέπεται στο άρθρο 149.2 (Constitución Española, 1978). Η κατανομή αυτή εξηγεί γιατί τουρισμός και πολιτιστική προστασία μπορεί να αφορούν τον ίδιο τόπο χωρίς να υπάγονται στον ίδιο διοικητικό φορέα.
Η σημασία αυτής της διάκρισης γίνεται περισσότερο εμφανής στους θρησκευτικούς χώρους. Ένας ναός, ένα μοναστήρι ή μια προσκυνηματική διαδρομή μπορεί να αποτελεί ταυτόχρονα τουριστικό προορισμό, προστατευόμενο πολιτιστικό αγαθό και ενεργό χώρο θρησκευτικής χρήσης. Η τουριστική προβολή, η προστασία του μνημείου, ο χωρικός σχεδιασμός και η λατρευτική λειτουργία δεν αποτελούν κατ’ ανάγκη αντικείμενο της ίδιας διοικητικής αρχής. Για την παρούσα έρευνα, το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται μόνο στον βαθμό αποκέντρωσης, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο συνδέονται αυτές οι διαφορετικές αρμοδιότητες όταν αφορούν τον ίδιο χώρο ή την ίδια διαδρομή.
Η Γαλικία προσφέρει συγκεκριμένο παράδειγμα της περιφερειακής αυτής οργάνωσης. Η Ley 7/2011 del Turismo de Galicia κατανέμει τουριστικές αρμοδιότητες μεταξύ της διοίκησης της Αυτόνομης Κοινότητας, των δήμων και των υπερδημοτικών οντοτήτων (Ley 7/2011, arts. 3–6). Η ίδια νομοθεσία αναθέτει στη διοίκηση της Γαλικίας αρμοδιότητες που αφορούν την προώθηση και τη σήμανση των Caminos de Santiago, καθώς και τη συντήρησή τους σε συνεργασία με άλλες δημόσιες διοικήσεις (Ley 7/2011, art. 4). Η ρύθμιση δείχνει ότι η περιφερειακή αρμοδιότητα στον τουρισμό δεν ασκείται απομονωμένα, αλλά μπορεί να προϋποθέτει συνεργασία με άλλα επίπεδα διοίκησης όταν το αντικείμενο υπερβαίνει τα όρια ενός μόνο φορέα.
Παρόμοια πολυεπίπεδη κατανομή εμφανίζεται στην προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Η Ley 16/1985 del Patrimonio Histórico Español ρυθμίζει τις κρατικές αρμοδιότητες που απορρέουν από το Σύνταγμα, ενώ οι Αυτόνομες Κοινότητες διαθέτουν δικό τους κανονιστικό πλαίσιο για τα πολιτιστικά αγαθά που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους. Ένα θρησκευτικό μνημείο ή μια ιστορική προσκυνηματική διαδρομή μπορεί, κατά συνέπεια, να υπόκειται σε περισσότερα του ενός επίπεδα ρύθμισης. Η τουριστική αξιοποίηση δεν παραμερίζει τις υποχρεώσεις πολιτιστικής προστασίας, όπως και η περιφερειακή τουριστική αρμοδιότητα δεν καταργεί τις κρατικές ή τοπικές αρμοδιότητες που προβλέπονται για άλλα ζητήματα.
Η περιφερειακή διαφοροποίηση δεν αξιολογείται στην παρούσα μελέτη ως θετικό ή αρνητικό χαρακτηριστικό. Αποτελεί στοιχείο της διοικητικής δομής της Ισπανίας και δημιουργεί συγκεκριμένες απαιτήσεις όταν ένα αντικείμενο υπερβαίνει τα όρια μιας Αυτόνομης Κοινότητας. Σε μια προσκυνηματική διαδρομή που διασχίζει περισσότερες περιφέρειες, η συνέχεια της σήμανσης, η προστασία του πολιτιστικού αποθέματος, η τουριστική προβολή και οι υπηρεσίες προς τους προσκυνητές προϋποθέτουν συνεννόηση μεταξύ διοικήσεων που διατηρούν τις δικές τους αρμοδιότητες.
Το ζήτημα γίνεται ιδιαίτερα σαφές στην περίπτωση του Camino de Santiago. Η διαδρομή εκτείνεται σε περισσότερες διοικητικές επικράτειες και δεν μπορεί να διοικηθεί αποκλειστικά από μία Αυτόνομη Κοινότητα. Η ισπανική θεσμική οργάνωση έχει αντιμετωπίσει αυτή την ανάγκη με ειδικούς μηχανισμούς διαδιοικητικής συνεργασίας, μεταξύ των οποίων κεντρική θέση κατέχει το Consejo Jacobeo. Ο συγκεκριμένος μηχανισμός εξετάζεται στην επόμενη ενότητα, μαζί με τη θέση της Καθολικής Εκκλησίας και το ειδικό καθεστώς προστασίας των προσκυνηματικών διαδρομών.
4.2 Καθολική Εκκλησία, θρησκευτική κληρονομιά και Camino de Santiago
Η θέση της Καθολικής Εκκλησίας στη διαχείριση της θρησκευτικής κληρονομιάς στην Ισπανία στηρίζεται και σε ειδικό συμβατικό πλαίσιο. Το άρθρο XV της συμφωνίας του 1979 μεταξύ του ισπανικού κράτους και της Αγίας Έδρας προβλέπει συνεργασία για τη διατήρηση, τη γνωστοποίηση, την καταγραφή και τη μελέτη της ιστορικής, καλλιτεχνικής και αρχειακής κληρονομιάς που βρίσκεται στην κατοχή της Εκκλησίας. Προβλέπεται επίσης μικτή επιτροπή για την αντιμετώπιση των σχετικών ζητημάτων (Instrumento de Ratificación…, 1979, art. XV). Η συμφωνία αναγνωρίζει έτσι θεσμικό πεδίο συνεργασίας μεταξύ κράτους και Εκκλησίας για αγαθά που έχουν συγχρόνως θρησκευτική χρήση και πολιτιστική αξία.
Η εκκλησιαστική κυριότητα ή κατοχή ενός αγαθού δεν το εξαιρεί από το καθεστώς πολιτιστικής προστασίας. Η Ley 16/1985 del Patrimonio Histórico Español περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις για αγαθά που βρίσκονται στην κατοχή εκκλησιαστικών φορέων και, μεταξύ άλλων, περιορίζει τη μεταβίβαση ορισμένων προστατευόμενων κινητών αγαθών (Ley 16/1985, art. 28). Στους χώρους που υπάγονται σε καθεστώς προστασίας, επομένως, η ευθύνη της Εκκλησίας συνυπάρχει με τις αρμοδιότητες των δημόσιων αρχών για τη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη πρακτική σημασία όταν τα προστατευόμενα αγαθά εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται για λατρεία. Η συνύπαρξη εκκλησιαστικής κατοχής ή χρήσης με το καθεστώς πολιτιστικής προστασίας δεν αφορά, επομένως, μόνο τη διατήρηση και τη νομική προστασία του αγαθού, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αυτό μπορεί να είναι επισκέψιμο. Η πρόσβαση των επισκεπτών, το ωράριο, η παρουσία οργανωμένων ομάδων και ο τρόπος παρουσίασης του μνημείου χρειάζεται να λαμβάνουν υπόψη τη λατρευτική λειτουργία που συνεχίζει να επιτελεί ο χώρος. Η έρευνα των Aulet και Vidal (2018) στην Καταλονία έδειξε ότι η μνημειακή αξία και η πραγματική θρησκευτική χρήση δεν συμπίπτουν στον ίδιο βαθμό σε όλους τους τόπους θρησκευτικής κληρονομιάς. Επομένως, η διάκριση μεταξύ ενός προστατευόμενου μνημείου με περιορισμένη λατρευτική χρήση και ενός ενεργού τόπου λατρείας έχει άμεσες συνέπειες για την οργάνωση της επίσκεψης και για τη συνεννόηση μεταξύ των εκκλησιαστικών και δημόσιων φορέων που εμπλέκονται στη διαχείρισή του.
Το Camino de Santiago επιτρέπει να παρατηρηθεί αυτή η κατανομή αρμοδιοτήτων σε μεγαλύτερη κλίμακα. Η δημόσια διοίκηση είναι υπεύθυνη για πλευρές που συνδέονται με την προστασία της διαδρομής, τις υποδομές, τη σήμανση και άλλες διοικητικές λειτουργίες, ενώ συγκεκριμένες πράξεις που αφορούν το θρησκευτικό περιεχόμενο του προσκυνήματος παραμένουν στην ευθύνη εκκλησιαστικών φορέων. Η Oficina de Acogida al Peregrino (Γραφείο Προσκυνητή) υπάγεται στον Καθεδρικό Ναό του Santiago de Compostela και στην Αρχιεπισκοπή. Σύμφωνα με την επίσημη πληροφόρησή της, εκεί ολοκληρώνεται η διαδικασία της προσκυνηματικής διαπίστευσης και εκδίδεται η Compostela (Oficina de Acogida al Peregrino, n.d.). Η περίπτωση αυτή αποτυπώνει τη διάκριση ανάμεσα στη δημόσια διοίκηση της διαδρομής και στις λειτουργίες που συνδέονται άμεσα με την προσκυνηματική πρακτική.
Η γεωγραφική έκταση του Camino δημιουργεί επιπλέον ζήτημα διαδιοικητικού συντονισμού. Η διαδρομή υπερβαίνει τα όρια μίας Αυτόνομης Κοινότητας, ενώ οι επιμέρους περιφερειακές διοικήσεις διατηρούν τις δικές τους αρμοδιότητες. Για την αντιμετώπιση ζητημάτων που αφορούν περισσότερες διοικητικές επικράτειες λειτουργεί το Consejo Jacobeo. Όπως οργανώθηκε με το Real Decreto 1431/2009, πρόκειται για όργανο συνεργασίας μεταξύ της κεντρικής διοίκησης και των εμπλεκόμενων Αυτόνομων Κοινοτήτων για θέματα που συνδέονται με το Camino de Santiago και τα Ιακωβιανά Έτη (Real Decreto 1431/2009).
Η λειτουργία του Consejo Jacobeo έχει ενδιαφέρον για την παρούσα σύγκριση επειδή ο συντονισμός αποκτά μόνιμη οργανωτική μορφή χωρίς να καταργούνται οι περιφερειακές αρμοδιότητες. Το Real Decreto 403/2025 επικαιροποίησε τη σύνθεση και τη λειτουργία του οργάνου και διατήρησε τον χαρακτήρα του ως μηχανισμού συνεργασίας μεταξύ διαφορετικών επιπέδων διοίκησης (Real Decreto 403/2025). Πρόκειται, επομένως, για συντονισμό αρμοδιοτήτων που εξακολουθούν να ασκούνται από διαφορετικούς φορείς και όχι για μεταφορά τους σε μία ενιαία διοικητική αρχή.
Στη Γαλικία, αυτή η διαδιοικητική διάσταση συμπληρώνεται από ειδική περιφερειακή νομοθεσία για την ίδια τη διαδρομή. Το Τítulo VI της Ley 5/2016 del patrimonio cultural de Galicia ρυθμίζει τους Caminos de Santiago ως προστατευόμενο χωρικό και πολιτιστικό σύνολο. Οι σχετικές διατάξεις αφορούν, μεταξύ άλλων, τις αναγνωρισμένες οδεύσεις, τη σήμανση, τις χρήσεις και τον χωρικό σχεδιασμό (Ley 5/2016, arts. 73–82). Ιδίως το άρθρο 82 συνδέει την προστασία της διαδρομής με εργαλεία ολοκληρωμένου χωρικού σχεδιασμού. Με αυτή την έννοια, η διοίκηση του Camino δεν περιορίζεται στην τουριστική προβολή. Αφορά επίσης την πολιτιστική προστασία, τη χρήση του χώρου και τις αρμοδιότητες περιφερειακών και τοπικών αρχών.
Η ύπαρξη κοινού μηχανισμού συνεργασίας δεν σημαίνει ότι το Camino διοικείται με ενιαίο τρόπο σε ολόκληρη την ισπανική επικράτεια. Οι Somoza Medina και Lois González (2017) έχουν καταγράψει διαφοροποιήσεις στις στρατηγικές χωρικού σχεδιασμού που ακολουθούν οι Αυτόνομες Κοινότητες. Ο θεσμικός συντονισμός, επομένως, συνυπάρχει με την περιφερειακή διαφοροποίηση και δεν την εξαλείφει.
Από το εξεταζόμενο υλικό προκύπτει έτσι ένα σύστημα στο οποίο οι αρμοδιότητες παραμένουν κατανεμημένες. Οι Αυτόνομες Κοινότητες διατηρούν ευρύ πεδίο δράσης στον τουρισμό και στην πολιτιστική προστασία, το κράτος ασκεί συγκεκριμένες λειτουργίες και συμμετέχει σε μηχανισμούς συνεργασίας, ενώ η Καθολική Εκκλησία εξακολουθεί να έχει ευθύνη για ενεργούς τόπους λατρείας και για πλευρές της προσκυνηματικής πρακτικής. Στις διαδρομές που υπερβαίνουν τα όρια μίας περιφέρειας, η σύνδεση αυτών των αρμοδιοτήτων οργανώνεται μέσω σταθερών μηχανισμών συνεργασίας. Αυτό είναι το στοιχείο της ισπανικής περίπτωσης που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη σύγκριση με την Ελλάδα. Η διαφορά δεν εξαντλείται στον μεγαλύτερο βαθμό διοικητικής αποκέντρωσης της Ισπανίας. Εντοπίζεται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο η κατανομή των αρμοδιοτήτων συνδυάζεται, σε συγκεκριμένα πεδία, με θεσμοθετημένους και σταθερούς μηχανισμούς διαπεριφερειακού συντονισμού. Η ισπανική περίπτωση δείχνει ότι η κατανομή της αρμοδιότητας και η οργάνωση της συνεργασίας αποτελούν διακριτές θεσμικές διαστάσεις. Οι αρμοδιότητες μπορούν να παραμένουν κατανεμημένες μεταξύ διαφορετικών διοικητικών επιπέδων, ενώ ταυτόχρονα να υφίστανται μόνιμες διαδικασίες και όργανα που εξασφαλίζουν τη μεταξύ τους σύνδεση. Η διάκριση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στη συγκριτική εξέταση Ελλάδας και Ισπανίας, καθώς επιτρέπει να αξιολογηθεί όχι μόνο ποιος φορέας έχει την αρμοδιότητα, αλλά και με ποιον τρόπο οι επιμέρους αρμοδιότητες συνδέονται στην πράξη.
- Συγκριτική εξέταση Ελλάδας και Ισπανίας
Η σύγκριση της Ελλάδας και της Ισπανίας δείχνει ότι ο θρησκευτικός και προσκυνηματικός τουρισμός εντάσσεται με διαφορετικό τρόπο στη δημόσια πολιτική των δύο χωρών (Πίνακας 1). Η πρώτη διαφοροποίηση αφορά τη μορφή της θεσμικής αναγνώρισης. Στην Ελλάδα, το άρθρο 15 του ν. 4582/2018 παρέχει ρητό εθνικό νομοθετικό ορισμό και εντάσσει τον θρησκευτικό και προσκυνηματικό τουρισμό στις ειδικές και θεματικές μορφές τουρισμού. Στην Ισπανία, από τις εθνικές πηγές που εξετάστηκαν δεν προέκυψε αντίστοιχος ενιαίος νομοθετικός ορισμός. Οι σχετικές μορφές ταξιδιού αναγνωρίζονται στον εθνικό στρατηγικό σχεδιασμό, όπως στην Estrategia España Turismo 2030, και ρυθμίζονται περαιτέρω μέσα από την περιφερειακή τουριστική νομοθεσία, το δίκαιο της πολιτιστικής κληρονομιάς και ειδικές διατάξεις για τόπους και διαδρομές (Ν. 4582/2018, άρθρο 15· Ministerio de Industria y Turismo, 2025).Η κατανομή των αρμοδιοτήτων είναι περισσότερο συγκεντρωμένη γύρω από το εθνικό επίπεδο στην Ελλάδα, παρότι Περιφέρειες και δήμοι διατηρούν σημαντικές λειτουργίες. Στην Ισπανία η εδαφική αποκέντρωση έχει ισχυρότερη συνταγματική και νομοθετική βάση. Και στις δύο περιπτώσεις, πάντως, η τουριστική πολιτική, η πολιτιστική προστασία και η θρησκευτική διοίκηση παραμένουν διακριτές και απαιτούν συντονισμό όταν αφορούν τον ίδιο τόπο.
Πιο ουσιαστική διαφορά εντοπίζεται στη θεσμική κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των αρμόδιων φορέων. Στην Ελλάδα, η εθνική τουριστική πολιτική και η κεντρική τουριστική προβολή συνδέονται με το Υπουργείο Τουρισμού και τον ΕΟΤ, ενώ οι Περιφέρειες και οι δήμοι αναπτύσσουν δικές τους δράσεις μέσα σε προβλεπόμενες διαδικασίες συντονισμού. Στην Ισπανία, οι Αυτόνομες Κοινότητες διαθέτουν συνταγματικά κατοχυρωμένο και ευρύτερο πεδίο αρμοδιοτήτων για την προώθηση και οργάνωση του τουρισμού στην επικράτειά τους, ενώ το κεντρικό κράτος διατηρεί συγκεκριμένες λειτουργίες, μεταξύ των οποίων η διεθνής τουριστική προβολή και αρμοδιότητες που αφορούν την πολιτιστική κληρονομιά (Constitución Española, 1978, arts. 148.1.16, 148.1.18, 149.1.28 και 149.2). Παρά τη διαφορετική διοικητική διάρθρωση, στις δύο χώρες οι αρμοδιότητες για τον τουρισμό, την πολιτιστική προστασία και τη θρησκευτική λειτουργία παραμένουν διακριτές. Ένας ναός, μια μονή ή μια προσκυνηματική διαδρομή μπορεί να αποτελεί ταυτόχρονα τουριστικό προορισμό, προστατευόμενο πολιτιστικό αγαθό και ενεργό τόπο λατρείας. Η διαχείρισή του απαιτεί επομένως συνεργασία μεταξύ φορέων με διαφορετικές νομικές ευθύνες.
Η θέση των θρησκευτικών φορέων παρουσιάζει ουσιαστικές λειτουργικές ομοιότητες στις δύο χώρες, αλλά οργανώνεται μέσω διαφορετικών θεσμικών μηχανισμών. Στην Ελλάδα, η Εκκλησία της Ελλάδος διαθέτει ειδική δομή για τις προσκυνηματικές περιηγήσεις μέσω του Συνοδικού Γραφείου που προβλέπει ο Κανονισμός 281/2015, ενώ πρωτόκολλα και κοινές επιτροπές δημιουργούν θεσμικά σημεία επαφής μεταξύ εκκλησιαστικών οργανισμών, Υπουργείου Τουρισμού, Υπουργείου Πολιτισμού και ΕΟΤ (Κανονισμός 281/2015· Υπουργείο Τουρισμού, 2024b). Παράλληλα, η βιβλιογραφία έχει καταγράψει τοπικές μορφές συνεργασίας μεταξύ εκκλησιαστικών και αυτοδιοικητικών φορέων σε πρωτοβουλίες θρησκευτικού τουρισμού (Kilipiris & Dermetzopoulos, 2016). Στην Ισπανία, αντίστοιχα, η σχέση κράτους και Καθολικής Εκκλησίας ως προς τη θρησκευτική πολιτιστική κληρονομιά διαθέτει ειδική συμβατική βάση ήδη από τη συμφωνία του 1979 με την Αγία Έδρα. Το άρθρο XV προβλέπει συνεργασία για τη διατήρηση, την καταγραφή και τη μελέτη της εκκλησιαστικής ιστορικής και καλλιτεχνικής κληρονομιάς, ενώ η Ley 16/1985 del Patrimonio Histórico Español εντάσσει τα προστατευόμενα εκκλησιαστικά αγαθά στο γενικό πλαίσιο πολιτιστικής προστασίας.
Οι προσκυνηματικές διαδρομές παρουσιάζουν σαφέστερες διαφορές μεταξύ Ελλάδας και Ισπανίας, καθώς απαιτούν συντονισμό μεταξύ πολλών δήμων, περιφερειών και φορέων (Moira et al., 2021). Στην Ελλάδα, η διαχείριση βασίζεται κυρίως σε εθνικές, περιφερειακές και τοπικές πρωτοβουλίες, χωρίς να τεκμηριώνεται ένας ενιαίος και σταθερός μηχανισμός διοίκησης των διαδρομών σε διαπεριφερειακό επίπεδο. Οι περιπτώσεις της Καβάλας και της Διαδρομής του Αποστόλου Παύλου αναδεικνύουν κυρίως την ανάγκη ενίσχυσης του συντονισμού και της συνεργασίας μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων (Bausch et al., 2020; Tsironis, 2022). Ως εκ τούτου, στην Ελλάδα δεν τεκμηριώνεται ενιαίος μόνιμος διαπεριφερειακός μηχανισμός για τις προσκυνηματικές διαδρομές σε εθνικό επίπεδο. Στην Ισπανία, και ειδικότερα στην περίπτωση του Camino de Santiago, η ανάγκη συντονισμού μεταξύ περισσότερων Αυτόνομων Κοινοτήτων έχει αποκτήσει σταθερότερη οργανωτική έκφραση. Το Consejo Jacobeo λειτουργεί ως όργανο συνεργασίας της κεντρικής διοίκησης και των εμπλεκόμενων Αυτόνομων Κοινοτήτων, χωρίς να υποκαθιστά τις αρμοδιότητές τους (Real Decreto 1431/2009; Real Decreto 403/2025). Η ύπαρξη αυτού του μηχανισμού δεν συνεπάγεται, ωστόσο, ομοιομορφία στη διαχείριση του Camino. Οι Somoza Medina και Lois González (2017) έχουν καταγράψει διαφοροποιήσεις στις στρατηγικές χωρικού σχεδιασμού των Αυτόνομων Κοινοτήτων. Το εύρημα είναι σημαντικό για τη συγκεκριμένη σύγκριση επειδή δείχνει ότι η θεσμοποίηση του συντονισμού μπορεί να συνυπάρχει με περιφερειακή αυτονομία και διαφορετικές διοικητικές πρακτικές.
Πίνακας 1. Συγκριτική αποτύπωση της θεσμικής διακυβέρνησης στην Ελλάδα και την Ισπανία
| Άξονας | Ελλάδα | Ισπανία | Συγκριτικό εύρημα |
| Κατανομή αρμοδιοτήτων | Ισχυρότερος εθνικός συντονισμός, με συμμετοχή Περιφερειών και δήμων | Εκτεταμένες αρμοδιότητες των Αυτόνομων Κοινοτήτων | Μεγαλύτερη εδαφική αποκέντρωση στην Ισπανία |
| Θρησκευτικοί φορείς | Συνοδικό Γραφείο, επιτροπές και πρωτόκολλα συνεργασίας | Συμβατική συνεργασα κράτους–Καθολικής Εκκλησίας και ειδικοί ρόλοι σε προσκυνήματα | Ουσιαστικός ρόλος θρησκευτικών φορέων με διαφορετικές θεσμικές μορφές |
| Θρησκευτική κληρονομιά | Κρατική προστασία και εκκλησιαστική κυριότητα ή χρήση μπορούν να συνυπάρχουν | Εθνική και περιφερειακή προστασία συνυπάρχει με εκκλησιαστική κυριότητα και λατρευτική χρήση | Κοινή ανάγκη συντονισμού στους ενεργούς τόπους λατρείας |
| Προσκυνηματικές διαδρομές | Εθνικές και περιφερειακές πρωτοβουλίες χωρίς αντίστοιχο μόνιμο διαπεριφερειακό όργανο στο εξεταζόμενο υλικό | Consejo Jacobeo και εξειδικευμένη περιφερειακή νομοθεσία | Υψηλότερος βαθμός θεσμοποίησης του διαπεριφερειακού συντονισμού στην ισπανική περίπτωση |
Πηγή: επεξεργασία του συγγραφέα βάσει της συγκριτικής εξέτασης.
- Συμπεράσματα και προοπτικές περαιτέρω έρευνας
Η σύγκριση της Ελλάδας και της Ισπανίας δείχνει ότι ο θρησκευτικός και προσκυνηματικός τουρισμός εντάσσεται σε διαφορετικές μορφές θεσμικής οργάνωσης, παρότι στις δύο χώρες συναντώνται κοινά ζητήματα ως προς τη συνύπαρξη τουριστικής πολιτικής, πολιτιστικής προστασίας και θρησκευτικής λειτουργίας. Το βασικό εύρημα αφορά κυρίως τον τρόπο κατανομής των αρμοδιοτήτων και τους μηχανισμούς μέσω των οποίων αυτές συνδέονται. Στην Ελλάδα, ο ν. 4582/2018 παρέχει σαφή εθνική νομοθετική αναγνώριση του θρησκευτικού και προσκυνηματικού τουρισμού. Η ρύθμιση αυτή λειτουργεί ως κοινό σημείο αναφοράς, χωρίς να συγκεντρώνει όλες τις σχετικές αρμοδιότητες σε έναν φορέα. Η τουριστική πολιτική, η πολιτιστική προστασία, η λατρευτική διοίκηση και οι περιφερειακές ή τοπικές πρωτοβουλίες παραμένουν κατανεμημένες σε διαφορετικές αρχές, οι οποίες συνδέονται μέσω νομοθετικών διαδικασιών, πρωτοκόλλων και κοινών επιτροπών. Στην Ισπανία δεν εντοπίστηκε αντίστοιχος ενιαίος νομοθετικός ορισμός σε εθνικό επίπεδο. Η αναγνώριση του πεδίου προκύπτει κυρίως από τον στρατηγικό τουριστικό σχεδιασμό, την περιφερειακή νομοθεσία και ειδικές ρυθμίσεις για τόπους και διαδρομές. Οι Αυτόνομες Κοινότητες διαθέτουν ευρύτερες αρμοδιότητες στον τουρισμό και στην πολιτιστική προστασία, ενώ το κεντρικό κράτος διατηρεί συγκεκριμένες λειτουργίες και συμμετέχει σε μηχανισμούς συνεργασίας όταν το αντικείμενο υπερβαίνει τα όρια μιας περιφέρειας.
Η σύγκριση επιτρέπει έτσι να διαχωριστούν τρεις διαστάσεις που δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ισοδύναμες: η κανονιστική αναγνώριση του πεδίου, η εδαφική κατανομή της δημόσιας εξουσίας και η σταθερότητα των μηχανισμών συνεργασίας. Οι διαστάσεις αυτές μπορούν να εξελίσσονται διαφορετικά. Η ύπαρξη σαφούς εθνικής νομοθετικής ρύθμισης δεν συνεπάγεται ενιαία διοικητική δομή, όπως και η εκτεταμένη αποκέντρωση δεν σημαίνει απουσία σταθερού συντονισμού. Η προσέγγιση των Hooghe και Marks (2003) βοηθά στην κατανόηση αυτής της διάκρισης, επειδή επιτρέπει να εξεταστεί η κατανομή της δημόσιας εξουσίας μεταξύ διαφορετικών εδαφικών επιπέδων και ειδικών μηχανισμών συνεργασίας. Δεν παρέχει, από μόνη της, κριτήριο για να αποτιμηθεί η ποιότητα της συνεργασίας που αναπτύσσεται μεταξύ τους.
Η ίδια διάκριση είναι απαραίτητη και ως προς τη νομοθετική ρύθμιση. Η θέση του Καλτσώνη (1998, σ. 19), σύμφωνα με την οποία πρέπει να διακρίνεται η ύπαρξη ενός κανόνα από την εφαρμογή του και από την επίτευξη του σκοπού του, είναι χρήσιμη για την ερμηνεία των ευρημάτων. Η ρητή αναγνώριση του θρησκευτικού και προσκυνηματικού τουρισμού στην ελληνική νομοθεσία τεκμηριώνει τη θεσμική του κατοχύρωση, δεν αρκεί όμως για να αποδειχθεί η αποτελεσματικότητα της εφαρμογής της σχετικής πολιτικής. Με την ίδια λογική, η ύπαρξη μόνιμου οργάνου διαδιοικητικής συνεργασίας στην Ισπανία τεκμηριώνει θεσμοποιημένο συντονισμό, χωρίς να αποδεικνύει ότι όλες οι εμπλεκόμενες διοικήσεις λειτουργούν με την ίδια συνέπεια ή αποτελεσματικότητα.
Η ίδια επιφύλαξη αφορά τη συμμετοχή των εμπλεκόμενων φορέων. Η Rethimiotaki (2012, σ. 693), εξετάζοντας διαφορετικό πεδίο διακρατικής διακυβέρνησης, επισημαίνει την απόσταση που μπορεί να υπάρχει μεταξύ θεσμικής αποτελεσματικότητας και ουσιαστικής συμμετοχής της κοινωνίας των πολιτών. Για τον θρησκευτικό και προσκυνηματικό τουρισμό, το ερώτημα μεταφέρεται στην πραγματική θέση των θρησκευτικών και τοπικών φορέων στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και όχι μόνο στην τυπική παρουσία τους.
Συνεπώς, ως προς το πρώτο ερευνητικό ερώτημα, οι δημόσιες και θρησκευτικές αρμοδιότητες παραμένουν διακριτές και στις δύο χώρες, αλλά συνδέονται μέσω διαφορετικών θεσμικών διαδρομών. Η Ελλάδα διαθέτει σαφέστερη εθνική νομοθετική αναγνώριση και κεντρικούς μηχανισμούς συνεργασίας, ενώ η Ισπανία χαρακτηρίζεται από ευρύτερες περιφερειακές αρμοδιότητες και, σε ορισμένα διαπεριφερειακά ζητήματα, από σταθερότερους μηχανισμούς συντονισμού. Ως προς το δεύτερο ερευνητικό ερώτημα, οι συγκλίσεις είναι μεγαλύτερες. Η πολιτιστική προστασία διατηρεί αυτοτελή ισχύ, οι θρησκευτικοί φορείς εξακολουθούν να έχουν ευθύνη για ενεργούς τόπους λατρείας και η τουριστική χρήση απαιτεί συνεννόηση μεταξύ φορέων.
Η βασική συμβολή της σύγκρισης βρίσκεται, επομένως, στη διάκριση μεταξύ νομοθετικής αναγνώρισης, κατανομής αρμοδιοτήτων και θεσμοποίησης του συντονισμού. Οι τρεις αυτές διαστάσεις πρέπει να εξετάζονται χωριστά, επειδή η παρουσία της μίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως και την παρουσία των άλλων. Για τον θρησκευτικό και προσκυνηματικό τουρισμό, όπου ο ίδιος χώρος μπορεί να είναι συγχρόνως τόπος λατρείας, προστατευόμενο πολιτιστικό αγαθό και τουριστικός προορισμός, η ποιότητα της θεσμικής οργάνωσης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο οι διαφορετικές αρμοδιότητες μπορούν να συνδεθούν με σαφείς και σταθερές διαδικασίες συνεργασίας. Μελλοντική έρευνα θα μπορούσε να εξετάσει την πρακτική λειτουργία αυτών των μηχανισμών, ιδίως τον βαθμό συμμετοχής και επιρροής των επιμέρους φορέων στη λήψη αποφάσεων, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο η θεσμική οργάνωση επηρεάζει τη διαχείριση συγκεκριμένων προσκυνηματικών τόπων και διαδρομών.
Βιβλιογραφία
Επιστημονική βιβλιογραφία
Aulet, S., & Vidal, D. (2018). Tourism and religion: Sacred spaces as transmitters of heritage values. Church, Communication and Culture, 3(3), 237–259. https://doi.org/10.1080/23753234.2018.1542280
Bausch, T., Schröder, T., & Gunya, A. (2020). Pilgrimage as a field of tourism development: The case of Kavala (Northern Greece) and its institutional and cultural challenges. International Journal of Religious Tourism and Pilgrimage, 8(3), 111–129. https://doi.org/10.21427/yjwj-9s36
Bowen, G. A. (2009). Document analysis as a qualitative research method. Qualitative Research Journal, 9(2), 27–40. https://doi.org/10.3316/QRJ0902027
Bramwell, B., & Lane, B. (2011). Critical research on the governance of tourism and sustainability. Journal of Sustainable Tourism, 19(4–5), 411–421. https://doi.org/10.1080/09669582.2011.580586
Collins-Kreiner, N. (2018). Pilgrimage-tourism: Common themes in different religions. International Journal of Religious Tourism and Pilgrimage, 6(1), 8–17. https://doi.org/10.21427/D73428
Dalglish, S. L., Khalid, H., & McMahon, S. A. (2020). Document analysis in health policy research: The READ approach. Health Policy and Planning, 35(10), 1424–1431. https://doi.org/10.1093/heapol/czaa064
Hooghe, L., & Marks, G. (2003). Unraveling the central state, but how? Types of multi-level governance. American Political Science Review, 97(2), 233–243. https://doi.org/10.1017/S0003055403000649
Καλτσώνης, Δ. (1998). Κράτος και ανενέργεια του νόμου. Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Kilipiris, F. E., & Dermetzopoulos, A. (2016). Streets of Orthodoxy: Developing religious tourism in the Mount Paiko area, Central Macedonia, Greece. International Journal of Religious Tourism and Pilgrimage, 4(7), Article 5. https://doi.org/10.21427/D76K5T
Kim, B., Kim, S., & King, B. (2020). Religious tourism studies: Evolution, progress, and future prospects. Tourism Recreation Research, 45(2), 185–203. https://doi.org/10.1080/02508281.2019.1664084
Loulanski, T., & Loulanski, V. (2011). The sustainable integration of cultural heritage and tourism: A meta-study. Journal of Sustainable Tourism, 19(7), 837–862. https://doi.org/10.1080/09669582.2011.553286
Moira, P., Mylonopoulos, D., & Konstantinou, G. (2021). Tourists, pilgrims and cultural routes: The case of the Kumano Kodo Route in Japan. International Journal of Religious Tourism and Pilgrimage, 9(3), 36–48. https://doi.org/10.21427/yzpe-2k40
Μοίρα, Π., Μυλωνόπουλος, Δ., & Στεργίου, Δ. (2024). Τουρισμός και δημόσια διοίκηση: Ελληνική, ευρωπαϊκή και διεθνής διάσταση. Εκδόσεις Τζιόλα.
Moscarelli, R., Lopez, L., & Lois González, R. C. (2020). Who is interested in developing the Way of Saint James? The pilgrimage from faith to tourism. Religions, 11(1), 24. https://doi.org/10.3390/rel11010024
Rethimiotaki, H. (2012). European public sphere and digital political communication: Facebook as a medium of political expression and participation. In M. Bottis, E. Alexandropoulou, & I. Iglezakis (Eds.), Values and freedoms in modern information law and ethics: Proceedings of the 4th International Conference on Information Law and Ethics (pp. 689–708). Nomiki Bibliothiki.
Roxas, F. M. Y., Rivera, J. P. R., & Gutierrez, E. L. M. (2020). Mapping stakeholders’ roles in governing sustainable tourism destinations. Journal of Hospitality and Tourism Management, 45, 387–398. https://doi.org/10.1016/j.jhtm.2020.09.005
Seawright, J., & Gerring, J. (2008). Case selection techniques in case study research: A menu of qualitative and quantitative options. Political Research Quarterly, 61(2), 294–308. https://doi.org/10.1177/1065912907313077
Skarbek, D. (2020). Qualitative research methods for institutional analysis. Journal of Institutional Economics, 16(4), 409–422. https://doi.org/10.1017/S174413741900078X
Somoza Medina, X., & Lois González, R. C. (2017). Ordenación del territorio y estrategias de planificación en los Caminos de Santiago Patrimonio Mundial. Investigaciones Geográficas, 68, 47–63. https://doi.org/10.14198/INGEO2017.68.03
Steiner-Khamsi, G., & Morais de Sa e Silva, M. (2024). Qualitative comparative policy studies: An introduction from the special section editors. Journal of Comparative Policy Analysis: Research and Practice, 26(5), 541–551. https://doi.org/10.1080/13876988.2024.2383061
Terzidou, M., Scarles, C., & Saunders, M. N. K. (2018). The complexities of religious tourism motivations: Sacred places, vows and visions. Annals of Tourism Research, 70, 54–65. https://doi.org/10.1016/j.annals.2018.02.011
Thouki, A. (2022). Heritagization of religious sites: In search of visitor agency and the dialectics underlying heritage planning assemblages. International Journal of Heritage Studies, 28(9), 1036–1065. https://doi.org/10.1080/13527258.2022.2122535
Tsironis, C. N. (2022). Pilgrimage and religious tourism in society, in the wake of the COVID-19 pandemic: A paradigmatic focus on ‘St. Paul’s Route’ in the Central Macedonia Region, Greece. Religions, 13(10), 887. https://doi.org/10.3390/rel13100887
Νομοθεσία και κανονιστικές πηγές
Ελληνική νομοθεσία
Κανονισμός Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος 281/2015. (2016). Περί συστάσεως και λειτουργίας του Συνοδικού Γραφείου Προσκυνηματικών Περιηγήσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος. ΦΕΚ Α΄ 2/13.1.2016. https://www.ecclesiagreece.gr/greek/holysynod/commitees/tourism/kanonismos_leitourgias.pdf
Νόμος 4276/2014. (2014). Απλούστευση διαδικασιών λειτουργίας τουριστικών επιχειρήσεων και τουριστικών υποδομών, ειδικές μορφές τουρισμού και άλλες διατάξεις. ΦΕΚ Α΄ 155/30.7.2014. https://www.e-nomothesia.gr/kat-tourismos/n-4276-2014.html
Νόμος 4582/2018. (2018). Θεματικός τουρισμός – Ειδικές μορφές τουρισμού – Ρυθμίσεις για τον εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου στον τομέα του τουρισμού και της τουριστικής εκπαίδευσης – Στήριξη τουριστικής επιχειρηματικότητας και άλλες διατάξεις. ΦΕΚ Α΄ 208/11.12.2018. https://api.et.gr/apiLAW/1/2018/4582/pdf
Νόμος 4858/2021. (2021). Κύρωση Κώδικα νομοθεσίας για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς. ΦΕΚ Α΄ 220/19.11.2021. https://api.et.gr/apiLAW/1/2021/4858/pdf
Νόμος 4875/2021. (2021). Πρότυποι Τουριστικοί Προορισμοί Ολοκληρωμένης Διαχείρισης, Οργανισμοί Διαχείρισης και Προώθησης Προορισμού, Ιαματικές Πηγές Ελλάδας και άλλες ρυθμίσεις για την ενίσχυση της τουριστικής ανάπτυξης. ΦΕΚ Α΄ 250/23.12.2021. https://api.et.gr/apiFEK/1/2021/250/pdf
Νόμος 4964/2022. (2022). Διατάξεις για την απλοποίηση της περιβαλλοντικής αδειοδότησης, θέσπιση πλαισίου για την ανάπτυξη των Υπεράκτιων Αιολικών Πάρκων, την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, την προστασία του περιβάλλοντος και λοιπές διατάξεις. ΦΕΚ Α΄ 150/30.7.2022. https://www.e-nomothesia.gr/kat-periballon/periballontike-adeiodotese/nomos-4964-2022-phek-150a-30-7-2022-2.html
Προεδρικό Διάταγμα 72/2018. (2018). Οργανισμός Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.). ΦΕΚ Α΄ 141/2.8.2018. https://gnto.gov.gr/wp-content/uploads/2022/04/%CE%A0%CE%94%2072.2018.pdf
Ισπανική νομοθεσία
Constitución Española. (1978). Boletín Oficial del Estado, 311, 29 de diciembre de 1978. https://www.boe.es/eli/es/c/1978/12/27/(1)/con
Instrumento de Ratificación del Acuerdo entre el Estado español y la Santa Sede sobre Enseñanza y Asuntos Culturales, firmado en la Ciudad del Vaticano el 3 de enero de 1979. (1979). Boletín Oficial del Estado, 300, 15 de diciembre de 1979. https://www.boe.es/eli/es/ai/1979/01/03/(3)/con
Ley 16/1985, de 25 de junio, del Patrimonio Histórico Español. (1985). Boletín Oficial del Estado, 155, 29 de junio de 1985. https://www.boe.es/eli/es/l/1985/06/25/16/con
Ley 5/2016, de 4 de mayo, del patrimonio cultural de Galicia. (2016). Diario Oficial de Galicia, 92; Boletín Oficial del Estado, 147. https://www.boe.es/eli/es-ga/l/2016/05/04/5/con
Ley 7/2011, de 27 de octubre, del Turismo de Galicia. (2011). Diario Oficial de Galicia, 216; Boletín Oficial del Estado, 291. https://www.boe.es/eli/es-ga/l/2011/10/27/7/con
Real Decreto 1431/2009, de 11 de septiembre, por el que se reorganiza el Consejo Jacobeo. (2009). Boletín Oficial del Estado, 235, 29 de septiembre de 2009, 82093–82096. https://www.boe.es/eli/es/rd/2009/09/11/1431
Real Decreto 403/2025, de 27 de mayo, por el que se modifica, entre otras disposiciones, el Real Decreto 1431/2009, de 11 de septiembre, por el que se reorganiza el Consejo Jacobeo. (2025). Boletín Oficial del Estado, 128, 28 de mayo de 2025, 69596–69605. https://www.boe.es/eli/es/rd/2025/05/27/403
Real Decreto 425/2013, de 14 de junio, por el que se aprueba el Estatuto del Instituto de Turismo de España y se modifica parcialmente el Real Decreto 344/2012, de 10 de febrero. (2013). Boletín Oficial del Estado, 143, 15 de junio de 2013. https://www.boe.es/eli/es/rd/2013/06/14/425/con
Επίσημες διοικητικές πηγές
Ministerio de Industria y Turismo. (2025). Estrategia España Turismo 2030. https://www.mintur.gob.es/Documents/Estrategia-Espana-Turismo-2030.pdf
Oficina de Acogida al Peregrino. (n.d.). Oficina del Peregrino. Catedral de Santiago de Compostela. Ανακτήθηκε στις 18 Αυγούστου 2026 από https://oficinadelperegrino.com/
Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας. (2026, 19 Μαΐου). Πραγματοποιήθηκε με επιτυχία η 11η Προσκυνηματική Διαδρομή προς τον Όσιο Ιωάννη τον Ρώσσο. https://pste.gov.gr/dt-pragmatopoiithike-me-epitychia-i-11i-proskynimatiki-diadromi-pros-ton-osio-ioanni-ton-rosso/
Υπουργείο Τουρισμού. (2024b, 19 Ιουνίου). Πρωτόκολλο συνεργασίας για τον προσκυνηματικό και θρησκευτικό τουρισμό. https://mintour.gov.gr/protokollo-synergasias-gia-ton-proskynimatiko-kai-thriskeytiko-toyrismo/




